Posts Tagged ‘καναπές’

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΛΑΘΗ

Ο άντρας καθόταν στον καναπέ, μιλούσε,
άκουγε τη φωνή του, διόρθωνε τον τόνο της. Η γυναίκα
διόρθωνε τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη.

Τα μαλλιά της γυναίκας είταν βαμμένα.
Η φωνή του άντρα είταν βαμμένη. Το `ξέραν.

Σβήσαν το φώς. Γονάτισαν αντικρυστά και κλάψαν.
Ύστερα κάναν έρωτα στο πάτωμα. Κ’ έξω, η γριά
χτυπούσε τη μπετούγια της σιδερένια πόρτας.

MISTAKES

The man was sitting on the couch; he was speaking;
he was listening to his voice; he corrected its tone. The woman,
before the mirror, was fixing up her hair.

Her hair was dyed.
The man’s voice was dyed. They knew it.

They turned off the lights. They kneeled opposite each other and cried.
Then, they made love on the floor. And outside, the old woman
knocked the latch of the metal door.

 

~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

Ritsos_front large

 

ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΥΠΟΓΕΙΟ

Αυτές οι σούστες των παλιών καναπέδων, τα στριμμένα σύρματα
ντυμένα την αυστηρότητα της σκουριάς, πεταμένα
στο κάτω υπόγειο—χρόνια σε αχρηστία. Κυριακή μεσημέρι
κ’ έλεγες: “Καλημέρα σας, κύριε, τα σέβη μου στη σύζυγό σας”,
γιατί έπρεπε κάτι να πεις, κι άς μην είταν κανένας ν’ακούσει,
κοιτώντας απ’ το χαμηλό παράθυρο τ’αργά πόδια των νεκρών
με τα φρεσκοβαμμένα τους παπούτσια, και στο πάτωμα χάμου,
που μύριζε ακόμη απ’ τον παλιό χυμένο μούστο, ένα χέρι κομμένο
δεμένο με κίτρινο σπάγγο, κ’ ένα χέρι στην τρύπα του τοίχου
τραβώντας το σπάγγο, κάνοντας τ’ άλλο χέρι να πηδάει
αδέξια, απρόοπτα, λυπημένα, και κάπως αστεία—ένα πήδημα
ψηλώτερα απ’ το θεμιτό,— ένα πήδημα σαν έξω απ’ τον κόσμο.

 
IN THE LOWER LEVEL OF THE BASEMENT

These springs of old sofas, the twisted wires
dressed by the austerity of rust, thrown away
in the lower level of the basement – for years useless. Sunday
noon and you said “Good Morning sir, my regards to your wife”,
because you had to say something, even though no one listened to you,
looking through the low window the slow legs of the dead
with their freshly polished shoes; and down on the floor
that still smelled of very old spilled grape must, a severed hand
tied with a yellow string and a hand in the hole of the wall
that pulled the string, making the other hand jump
uncontrollably, unexpectedly, sorrowfully and somehow funny –
a jump higher than possible – a jump as if out of this world.

 
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis_Vanilla

ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

Ανέβαινα απ’ ώρα τη σκάλα, μου άνοιξε μια γριά με μια μαύρη
σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί” μου λέει “γι αυτό ό,τι κι αν
πεις δεν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον που σερνόταν κάτω απ’ τον
καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός” μου λέει “θα `ρθει κι
άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τα χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα το
χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θα χάσεις πολλές φορές το δρόμο” μου λέει,
“μα πώς θα τον χάσω” της λέω “εγώ είμαι ανήπηρος και δεν περ-
πατάω, άλλος σέρνει το καροτσάκι”, “κι όμως θα τον χάσεις” μου
λέει, “είσαι μια πουτάνα” της λέω “να με ταράζεις άγιον άνθρωπο
—κι εσύ, αφού κανένας δε σε θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δεν κουνιέ-
μαι εγώ” μου λέει “το καντήλι τρέμει”, την λυπήθηκα, “σε ξέρω”
τής λέω “δέν αποκλείεται, μάλιστα, να `χουμε ζήσει πολύν καιρό
μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα το ρολόι μου κι έδειχνε
κι εκείνο το ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα με απόγνωση, κι η
γριά με συρτά βήματα πήγε και μαντάλωσε την πόρτα.
A COMMON ROOM

I was going up the stairs for a while when an old woman with a black
hood opened the door “everyone has died here” she says to me
“whatever you say nobody listens”; then I saw someone crawling
under the sofa “what is he looking for?” I asked “Christ” she says to me
“will come a few more times”; the woman started to read the cards
I was scared when I saw her hand pointing at me “you will lose
your way many a time” she says to me “how can I lose it” I say
“I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “you will still
lose it”, “you are a whore” I say to her “and you disturb me, a holy man
—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease
you, it’s the candle that flickers”; I felt sorry for her. “I know you”
I say to her “in fact it’s possible that we lived together long time ago”
the time was exactly seven o’clock; I looked at my watch and it showed
the same time “now she’ll start again” I thought in despair and
the old woman with slow steps went and locked the door.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca