Posts Tagged ‘Καβάφης’

cavafy copy

THE CITY

You said: “I’ll go to another land, to another sea;
I’ll find another city better than this one.
Every effort I make is ill-fated, doomed;
and my heart —like a dead thing—lies buried.
How long will my mind continue to wither like this?
Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall
I see the black ruins of my life, here
where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”
New lands you will not find, you will not find other seas.
The city will follow you. You will return to the same streets.
You will age in the same neighborhoods; and in these
same houses you will turn gray. You will always
arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,
there is no ship for you, no road out of town.
As you have wasted your life here, in this small corner
you’ve wasted it in the whole world.

Η ΠΟΛΙΣ

Είπες «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή
κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.
Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.
Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ
ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,
πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»
Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς
τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς
καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—
δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.
Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ
στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

“C. P. Cavafy-Poems”, Libros Libertad, 2008/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

cavafy copy

ΘΕΡΜΟΠΥΛΕΣ

 

Τιμή σ’ εκείνους όπου στήν ζωή των

ώρισαν καί φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από τό χρέος μή κινούντες

δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τές πράξεις,

αλλά μέ λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, παλ’ εις μικρόν γενναιοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε

παντοτε τήν αλήθεια ομιλούντες,

πλήν χωρίς μίσος γιά τούς ψευδομένους.

 

Καί περισσότερη τιμή τούς πρέπει

όταν προβλέπουν (καί πολλοί προβλέπουν)

πώς ο Εφιάλτης θά φανεί στό τέλος,

κ’ οι Μήδοι επί τέλους θά διαβούνε.

 

 

THERMOPYLAE

 

Honor to those who in their lives

are committed to guard Thermopylae.

Never swerving from duty;

just and exact in all their actions,

but tolerant too, and compassionate;

generous when rich, and when

they are poor, again a little generous,

again assisting as much as they can;

always speaking the truth,

but without hatred for those who lie.

 

And more honor is due to them

when they foresee (and many do foresee)

that Ephialtes will finally appear

and in the end the Medes will break through.

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

 

Our efforts are those of the unfortunate

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence a bit; and we start again

to feel brave to have high hopes.

But something always comes up to stop us.

Achilles appears before us in the trench

and with his loud shouting frightens us.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started.

Memories and emotions of our days mourn.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

Κ.Π. Καβάφη “Τρώες”, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

C.P. Cavafy “The Trojans”, translated by Manolis Aligizakis

 

Image

ΜΟΝΟΤΟΝΙΑ

Τήν μιά μονότονην ημέραν άλλη

μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θά γίνουν

τά ίδια πράγματα, θά ξαναγίνουν πάλι—

η όμοιες στιγμές μάς βρίσκουνε καί μάς αφίνουν.

Μήνας περνά καί φέρνει άλλον μήνα.

Αυτά πού έρχονται κανείς εύκολα τά εικάζει

είναι τά χθεσινά τά βαρετά εκείνα.

Καί καταντά το αύριο πιά σάν αύριο νά μή μοιάζει.

 

 

 

MONOTONY

One monotonous day is followed by

another identical monotonous day.

The same things will happen, they

will happen again—

the same moments will find us and leave us.

A month goes by and brings another month.

It’s easy to see what’s coming next;

those boring things from the day before.

Till tomorrow doesn’t feel like tomorrow at all.

ΑΠ ΤΕΣ ΕΝΝΙΑ—

 

 

Δώδεκα καί μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα

απ’ τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

καί κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς νά διαβάζω

καί χωρίς νά μιλώ. Μέ ποιόνα νά μιλήσω

κατάμονος μέσα στό σπίτι αυτό.

Τό είδωλον τού νέου σώματος μου

απ’τές εννιά πού άναψα τήν λάμπα

ήλθε καί μέ ηύρε καί μέ θύμισε

κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,

καί περασμένην ηδονή—τί τολμηρή ηδονή!

Κ’ επίσης μ’ έφερε στά μάτια εμπρός,

δρόμους πού τώρα έγιναν αγνώριστοι,

κέντρα γεμάτα κίνησι πού τέλεψαν,

καί θέατρα καί καφενεία πού ήσαν μιά φορά.

Το είδωλον τού νέου σώματός μου

ήλθε καί μ’ έφερε καί τά λυπητρεά

πένθη τής οικογένειας, χωρισμοί

αισθήματα δικών μου, αισθήματα

τών πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασεν η ώρα.

Δώδεκα καί μισή. Πώς πέρασαν τά χρόνια.

 

SINCE NINE O’CLOCK

 

 

Twelve-thirty. Time has gone by quickly

since nine o’clock when I lit the lamp

and sat down here. I sat without reading,

and without speaking. Whom would I speak to

alone in this house?

The vision of my youthful body

has come and visited me since nine o’clock

when I lit the lamp and has recalled

closed rooms full of fragrance

and lost carnal pleasure—what bold pleasure!

And it also brought before my eyes,

roads that are now unrecognizable,

taverns full of action that have closed,

and theaters and coffee bars that no longer exist.

The vision of my youthful body

also brought me sad memories;

family mourning, separations,

feelings about loved ones, emotions

of the dead so little appreciated.

Half past twelve. How time has gone by.

Half past twelve. How the years went by.

Sensuous, erotic, exact Cavafy does not so much tell a story as create an atmosphere, sweeping the reader away on a blue Aegean sea of longing.

The endurance of his work is in his approach, embodying both the immediacy of

the Hellenic past and the direct moment of an imagined erotic encounter.

 

ΣΤΟΥ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

 

Τήν προσοχή μου κάτι πού είπαν πλάγι μου

διεύθυνε στού καφενείου τήν είσοδο.

Κ’ είδα τ’ ωραίο σώμα πού έμοιαζε

σάν απ’ τήν άκρα πείρα του νά τώκαμεν ο Έρως—

πλάττοντας τά συμμετρικά του μέλη μέ χαρά

υψώνοντας γλυπτό τό ανάστημα

πλάττοντας μέ συγκίνησι τό πρόσωπο

κι αφίνοντας απ’ τών χεριών τό άγγιγμα

ένα αίσθημα στό μέτωπο, στά μάτια, καί στά χείλη.

 

 

AT THE ENTRANCE OF THE CAFE

 

Something they said at the next table

directed my attention to the café door.

And I saw the beautiful body that looked

like Eros had made it out of his most exquisite experience—

shaping its symmetrical limbs joyfully;

raising its sculptured stature;

transforming the face with emotion

and leaving with the tips of his fingers

a distant nuance on the brow, on the eyes, and on the lips.

 

 

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

 

Η κάμαρα ήταν πτωχική καί πρόστυχη

κρυμένη επάνω από τήν ύποπτη ταβέρνα.

Απ’ τό παράθυρο φαίνονταν τό σοκάκι

τό ακάθαρτο καί τό στενό. Από κάτω

ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών

πού έπαιζαν χαρτιά καί πού γλεντούσαν.

 

Κ’ εκεί στό λαϊκό, τό ταπεινό κρεββάτι

είχα τό σώμα τού έρωτος, είχα τά χείλη

τά ηδονικά καί ρόδινα τής μέθης—

τά ρόδινα μιάς τέτοιας μέθης, πού καί τώρα

πού γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια,

μές στό μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

 

ONE NIGHT

 

The room was poor and cheap

hidden above the shady tavern.

From the window the street was visible,

narrow and filthy. From below

came the voices of some workers

who played cards and joked around.

 

And there on the much used, lowly bed

I had the body of Eros, I had the lips,

the lustful and rosy lips of euphoria—

the rosy lips of such euphoria, that even now

as I write, after all these years,

in my solitary house, I get intoxicated again.

 

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

 

 

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε καί παίρνε με—

όταν ξυπνά τού σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στό αίμα

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τά χέρια σάν ν’ αγγίζουν πάλι.

 

Επέστρεφε συχνά καί παίρνε με τήν νύχτα,

όταν τά χείλη καί τό δέρμα ενθυμούνται…

 

COME BACK

 

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

 

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

 

ΜΑΚΡΥΑ

 

Θάθελα αυτήν τήν μνήμη νά τήν πω…

Μά έτσι εσβύσθη πιά…σάν τίποτε δέν απομένει—

γιατί μακρυά στά πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.

 

Δέρμα σάν καμωμένο από ιασεμί…

Εκείνη τού Αυγούστου—Αύγουστος ήταν; —η βραδυά…

Μόλις θυμούμαι πιά τά μάτια ήσαν, θαρρώ, μαβιά…

Α, ναί, μαβιά, ένα σαπφείρικο μαβί.

 

FAR AWAY

 

I would like to tell you a memory…

But it seems nearly erased…and as though nothing remains—

because it lies far away in my youthful years.

 

Skin like it was made of jasmine…

That day in August—was it August?—the night…

I barely remember the eyes; they were, I think, blue…

Ah yes, blue; a sapphire blue.

 

ΟΜΝΥΕΙ

 

Ομνύει κάθε τόσο   ν’ αρχίσει πιό καλή ζωή.

Αλλ’ όταν έλθει η νύχτα    μέ τές δικές της συμβουλές,

μέ τούς συμβιβασμούς της    καί μέ τές υποσχέσεις της

αλλ’ όταν έλθει η νύχτα    μέ τήν δική της δύναμι

τού σώματος πού θέλει καί ζητεί, στήν ίδια

μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπιαίνει.

 

HESWEARS

 

Quite often he swears   to start a better life.

But when the night comes   with its own advisories,

with its compromises,   and with its promises;

when the night comes   with its own power

over the body that craves and seeks,

to the same dark joy, forlorn, he returns.

 

ΕΠΗΓΑ

 

Δέν εδεσμεύθηκα. Τελείως αφέθηκα κ’ επήγα.

Στές απολαύσεις, πού μισό πραγματικές

μισό γυρνάμενες μές στό μυαλό μου ήσαν,

επήγα μές στήν φωτισμένη νύχτα.

Κ’ ήπια από δυνατά κρασιά, καθώς

πού πίνουν οι ανδρείοι τής ηδονής.

 

I WENT

 

I did not restrain myself.

I set myself entirely free and I went.

To the pleasures that were half real,

half turning around inside my mind,

I went to the illuminated night.

And I drank strong wines, like the ones

those who are unafraid of carnal delights drink.

 

 

English translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

 ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

         Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,

    πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος

    άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως

         η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.

Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν

    τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν

τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—

μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—

         ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—

εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.

         Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων

    αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»

    είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω

         καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου

    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.

         Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας

    πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των

    σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των

         γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή

    τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

 

THE HORSES OF ACHILLES

              When they saw Patroklos dead,

       who was so brave, and strong, and young,

       the horses of Achilles began to cry;

              their immortal nature was outraged

       at the sight of this work of death.

They reared up, and tossed their long manes,

       they stamped the ground with their hooves, and mourned

Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—

lifeless flesh now—his spirit gone—

              defenseless—without breath—

returned from life to the great Nothing.

              Zeus saw the tears of the immortal

       horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus

I shouldn’t have acted so mindlessly;

              it would have been better if we had not given you away,

       my unhappy horses! What need did you have to be

down there among miserable humans, playthings of fate.

              You whom death cannot ambush, who will never grow old,

you are still tormented by disaster. People

have entangled you in their suffering.”—But

       for the endless calamity of death,

those two noble animals shed their tears.

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες  «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.

Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.

Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ

ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,

πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»

Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς

τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς

καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—

δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.

Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ

στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

THE CITY

You said:  “I’ll go to another land, to another sea;

I’ll find another city better than this one.

Every effort I make is ill-fated, doomed;

and my heart —like a dead thing—lies buried.

How long will my mind continue to wither like this?

Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall

I see the black ruins of my life, here

where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”

New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will return to the same streets.

You will age in the same neighborhoods; and in these

same houses you will turn gray. You will always

arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,

there is no ship for you, no road out of town.

As you have wasted your life here, in this small corner

you’ve wasted it in the whole world.

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων,

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

Our efforts are like those of the unfortunate;

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence; and we start feeling

brave and having high hopes.

But always something comes up and stops us.

Achilles appears in front of us in the trench

and with loud shouts frightens us back.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate,

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes,

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started

mourning memories and auras of our days.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

~English Translation by Manolis Aligizakis

 

cavafy copy.jpg

ΙΘΑΚΗ

Σα βγείς στόν πηγαιμό γιά τήν Ιθάκη,

νά εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,

γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.

Τούς Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,

τόν θυμωμένο Ποσειδώνα μή φοβάσαι,

τέτοια στόν δρόμο σου ποτέ σου δέν θά βρείς,

άν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, άν εκλεκτή

συγκίνησις τό πνεύμα καί τό σώμα σου αγγίζει.

Τούς Λαιστρυγόνας καί τούς Κύκλωπας,

τόν άγριο Ποσειδώνα δέν θά συναντήσεις,

άν δέν τούς κουβανείς μές στήν ψυχή σου,

άν η ψυχή σου δέν τούς στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.

Πολλά τά καλοκαιρινά πρωϊά νά είναι

πού μέ τί ευχαρίστησι, μέ τί χαρά

θά μπαίνεις σέ λιμένες πρωτοειδωμένους

νά σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,

καί τές καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις

σεντέφια καί κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους

καί ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής

όσο μπορείς πιό άφθονα ηδονικά μυρωδικά

σέ πόλεις Αιγυπτιακές πολλές νά πάς

νά μάθεις καί νά μάθεις απ’ τούς σπουδασμένους.

Πάντα στόν νού σου νάχεις τήν Ιθάκη.

Τό φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.

Αλλά μή βιάζεις τό ταξείδι διόλου.

Καλλίτερα χρόνια πολλά νά διαρκέσει

καί γέρος πιά ν’ αράξεις στό νησί

πλούσιος μέ όσα κέρδισες στόν δρόμο,

μή προσδοκώντας πλούτη νά σέ δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.

Χωρίς αυτήν δέν θάβγαινες στόν δρόμο.

Άλλα δέν έχει νά σέ δώσει πιά.

Κι άν πτωχική τήν βρείς, η Ιθάκη δέν σέ γέλασε.

Έτσι σοφός πού έγινες, μέ τόση πείρα,

ήδη θά τό κατάλαβες η Ιθάκες τί σημαίνουν.

ITHAKA

When you start on your way to Ithaka,

pray that your journey will be long,

full of adventures, full of knowledge.

Do not fear The Lestrygonyans,

the Cyclopes, or the angry Poseidon,

you will never run into things like that,

if your thoughts are kept high, if a clear,

excitement moves your body and your spirit.

You will never meet the Lestrygonians

or the Cyclops or the angry Poseidon

unless you carry them in your soul,

unless your soul raises them up in front of you.

Pray that the way is long.

Let the summer mornings be many

when you will enter with such pleasure, such joy,

harbors you have never seen before;

may you stop at Phoenician markets,

to buy their fine merchandise,

mother-of-pearl and coral, amber and ebony,

and pleasurable perfumes of every kind,

as many as you can get;

and may you visit a lot of Egyptian cities,

to learn and go on learning from their scholars.

Always maintain Ithaka in your mind.

Arrival there is your destiny.

But don’t hurry the trip at all.

Let it last for many years;

and when you reach the island and you are old,

rich with all you have gained on the way,

do not expect any further riches from Ithaka.

Ithaca gave you the beautiful voyage.

Without her you would never have started your journey.

She has nothing else to give you.

And if you find Ithaca poor, Ithaka has not tricked you.

You have become such a wise person, with so much experience,

you have already understood what Ithakas mean.

ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ

Τά μεγαλεία νά φοβάσαι, ώ ψυχή.

Καί τές φιλοδοξίες σου νά υπερνικήσεις

άν δέν μπορείς, μέ δισταγμό καί προφυλάξεις

νά τές ακολουθείς. Κι όσο εμπροστά προβαίνεις,

τόσο εξεταστική, προσεκτική νά είσαι.

Κι όταν θά φθάσεις στήν ακμή σου, Καίσαρ πιά

έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,

τότε κυρίως πρόσεξε σάν βγείς στόν δρόμον έξω,

εξουσιαστής περίβλητος μέ συνοδεία

άν τύχει καί πλησιάσει από τόν όχλο

κανένας Αρτεμίδωρος, πού φέρνει γράμμα,

καί λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,

είναι μεγάλα πράγματα πού σ’ ενδιαφέρουν»,

μή λείψεις να σταθείς, μή λείψεις ν’ αναβάλλεις

κάθε ομιλίαν η δουλειά μή λείψεις τούς διαφόρους

πού σέ χαιρετούν καί προσκυνούν νά τούς παραμερίσεις

(τούς βλέπεις πιό αργά) άς περιμένει ακόμη

κ’ η Σύγκλητος αυτή, κ’ευθύς νά τά γνωρίσεις

τά σοβαρά γραφόμενα τού Αρτεμιδώρου.

 

THE IDES OF MARCH

Beware of grandeur, oh soul.

And if you can’t overcome your ambitions,

pursue them with hesitant precaution.

And the more you go forward, the more

inquiring and careful you must be.

And when you reach your zenith, as a Caesar at last;

when you take on the role of such a famous man,

then most of all be careful when you go out on the street,

like any famous master with your entourage,

if by chance some Artemidoros approaches

out of the crowd, bringing you a letter,

and says in a hurry “Read this at once,

these are serious matters that concern you,”

don’t fail to stop; don’t fail to postpone

every speech or task; don’t fail to turn away

the various people who greet you and bow to you

(you can see them later); let even the Senate wait,

for you must consider at once

the serious writings of Artemidoros.

~Κωνσταντίνος Καβάφης

~Constantine Cavafy-Translation Manolis Aligizakis

~Στην ποιητική σας συλλογή Εαρινή Ισημερία1 η παρουσία της γυναίκας

είναι έντονη. Το ερωτικό στοιχείο, σχεδόν αισθησιακό, χαρακτηρίζει την

ποίησή σας;

 

Από πάντα πίστευα πως η γυναίκα αποτελεί «την ομορφιά του κό-

σμου» και μπορεί να κοταχτεί κάτω απ’ αυτό το πρίσμα στην ποίηση

και σαν την έννοια της άσπιλης-παρθένας κόρης και σαν τη χειραφε-

τημένη γυναίκα. Εικόνες μάς έρχονται απ’ τα πανάρχαια χρόνια που

περιγράφουν τόσο την κόρη όσο και τη μεστή γυναίκα με την ίδια εξαί-

σια ομορφιά. Όπως είπε κι ο ποιητής:

 

Θυμάμαι μονάχα τη θάλασσα

τραγούδαγε ανάμεσα απ’ τα πόδια σου

που σήκωναν περίτρανα

την ομορφιά του κόσμου.

 

~Ζείτε στον Καναδά εδώ και τριάντα πέντε χρόνια. Πού ωριμάσατε λογο-

τεχνικά, ποιες ήταν οι γλωσσικές και λογοτεχνικές σας επιρροές και πού

αισθάνεστε ότι ανήκετε;

 

Η πρώτη μεγάλη επιρροή θα ’λεγα πως ήταν οι τέσσερις μεγάλοι των

ελληνικών γραμμάτων, Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, ποιητές

που όχι μόνο έχω διαβάσει αλλά που έχω μελετήσει λεπτομερώς και

φυσικά άλλες επιρροές απ’ τους ξένους που έχω διαβάσει στην αγ-

γλική γλώσσα, Neruda, Lorca, Milosz, Whitman, Eliot, Pound, Yates,

Musgrove, Cohen, στοιχεία της ποίησής τους μπορεί να διακριθούν

στη δουλειά μου αλλά δεν μπορώ να καθoρίσω κάποια συγκεκριμένη

κατηγορία στην οποία ανήκω. Γράφω και στις δύο γλώσσες με την ίδια

άνεση κι εχω διαπιστώσει πως όταν δουλεύω σε κάποιο συγκεκριμένο

ποίημα απο τη μία γλώσσα στην άλλη και ξανά πίσω στην αρχική, το

ποίημα βελτιώνεται και νοηματικά και από μουσικής απόψεως, ώσπου

παίρνει την τέλειά του μορφή.

 

~Ποια η βαθύτερη ανάγκη ή επιθυμία σάς ώθησε να εκδόσετε ένα βιβλίο

σας στην Ελλάδα;

 

Ύστερα απο αρκετές εκδόσεις εδώ στον Καναδά και στη Μεγάλη Βρε-

τανία στα αγγλικά, μερικές από αυτές με σχετική εμπορική επιτυχία,

καλή ανταπόκριση απο το αναγνωστικό κοινό και καλές κριτικές, θεώ-

ρησα σωστό να παρουσιάσω λίγη απ τη δουλειά μου εδώ στην Ελλάδα

ελπίζοντας να ξαναγυρίσω λίγο στις ρίζες μου και να ξανανιώσω τη θαλ-

πωρή της ελληνικής ψυχής κάτι που τόσο πολύ νοσταλγώ στον ξένο

τόπο όπου ζω για τόσα πολλά χρόνια.

 

~Η Ελλάδα σήμερα διέρχεται μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση.

Πώς μπορεί να αισθάνεται ένας Έλληνας της διασποράς παρακολουθών-

τας τη σημερινή κατάσταση;

 

Ο Έλληνας της διασποράς αισθάνεται σχεδόν ξένος στην κατάσταση

που επικρατεί στην Ελλάδα. Γιατί κατ’ αρχήν δεν είναι πλήρως ενήμε-

ρος με το τι τρέχει, μαθαίνει μέσες άκρες δυο πράγματα που ακούει

στα ΜΜΕ που, όπως γνωρίζεις, αναφέρουν τα μισά απ’ όσα συμβαί-

νουν, το ίδιο ισχύει και στον Καναδά και στα περισσότερα κράτη. Ετσι,

μη γνωρίζοντας τι πρέπει να κάνει, παρ’ όλο που διαισθάνεται πως πρέ-

πει να βοηθήσει με κάποιο τρόπο, δεν γνωρίζει τον τρόπο αυτό με απο-

τέλεσμα να μην κάνει τίποτα.

 

~Στο διήγημά σας «Ο εχθρός»2 γράφετε: «το ζω κι εγώ αυτό εδώ και χρό-

νια, αλλά έμαθα να το καταπραΰνω». Μπορεί η τέχνη να συμφιλιώσει τον

άνθρωπο με την οδύνη και τον σπαραγμό της ύπαρξής του;

 

Πιστεύω ακράδαντα πως η τέχνη, με όποια μορφή κι αν εκφράζεται,

τον γραπτό λόγο παραδείγματος χάριν που ασχολούμαι εγώ, είναι το

μέσο με το οποίο ο άνθρωπος ανεβαίνει ένα σκαλί ψηλότερα κι αγγίζει

το θεϊκό, ελευθερώνοντας έτσι τον εαυτό του κι εξυψώνοντάς τον. Σχε-

τικά με το διήγημά μου «Ο Εχθρός» ναι, ο εχθρός, ο Τούρκος επιβά-

της του ταξιτζή Έλληνα που τον οδηγεί προς το αεροδρόμιο είναι κι

αυτός θύμα, όπως και ο Έλληνας οδηγός του, των συνόρων και των δο-

ξασιών της ιστορίας. Είναι κι οι δυο τους οντότητες που δεν μισούν ο

ένας τον άλλο, αλλά είναι θύματα του παρελθόντος που δεν έχει ξε-

περαστεί. Κι οι δύο βασανίζονται απ’ την ίδια αρρώστια.

 

~Σε μια κοινωνία που κατακλύζει το εμπόρευμα, οι κοινωνικές ανισότητες

και ο συνακόλουθος κυνισμός, τι νόημα έχει να ασχολείται κάποιος με τη

λογοτεχνία;

 

Όπως είπα και παραπάνω, πιστεύω ακράδαντα πως η τέχνη, ειδικό-

τερα η λογοτεχνία, είναι τρόπος ανύψωσης του ψυχοπνευματικού μέ-

ρους του ανθρώπου και γι’ αυτό πρέπει να βοηθηθεί, να προωθηθεί, να

γίνει ένα αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής ζωής του κάθε πολίτη.

Βλέπουμε σήμερα την καταστρεπτική επιρροή που έχει ο καταναλωτι-

σμός και σε ποιο σημείο έχει φέρει όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και τα

περισσότερα κράτη.

Θα ρωτήσω πόσο αναγκαίο είναι άραγε να αγοράζουμε ένα καινού-

ριο αυτοκίνητο κάθε πέντε χρόνια, ή να έχουμε τέσσερις τηλεοράσεις

στο κάθε σπίτι; Προσπαθώ να υπογραμμίσω πως ο σημερινός τρόπος

ζωής δεν οδηγεί σε καμία λύση αντίθετα είναι ο λόγος για τον οποίο

βρισκόμαστε σ’ αυτή τη δύσκολη οικονομική κατάσταση του σήμερα

και στις αρρώστιες που είναι αποτέλεσμα του άγχους ολονών για ν’

αποκτήσουν άλλο ένα αγαθό, τις πιο πολλές φορές μη αναγκαίο.

Τι άλλο μένει λοιπόν σε μια κοινωνία σαν αυτή, παρά μοναχά η τέχνη,

η οποία παίρνει τον άνθρωπο από τον αγώνα για τον επιούσιο και τον

φέρνει σ’ ένα ψυχοπνευματικό επίπεδο που τον καταπραΰνει και τον

γεμίζει με ελπίδα;

~Βαγγέλης Σερδάρης

 

Εαρινή Ισημερία, Εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011

 

Χαρακτηριστικό στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη η δυνατή,

ερωτική, σχεδόν αισθησιακή, αναφορά στο γυναικείο κορμί. Ένα

σώμα που λαμβάνει τη μορφή της γυναίκας-θεάς, της γυναίκας-

πρόκλησης, της γυναίκας-πόθου, της γυναίκας που αναζητάς,

της γυναίκα που χάνεις, που δεν ενδίδει, της γυναίκας που λα-

τρεύεις, της γυναίκας που ορίζει το όνειρο, τον μεγάλο της ζωής

έρωτα. Ποίηση σαφής, με συναίσθημα, εικόνες όμορφες, ερωτι-

κές συναντήσεις που έγιναν ή δεν έγινα ποτέ, νοσταλγίες, αυτό

που περιμένει και δεν έρχεται, μια ατέλειωτη αναμονή, βασανιστι-

κές αμφιβολίες, το παίγνιο της σχέσης και επίκεντρο στο κέντρο η

λαχτάρα του γυναικείου σώματος. Ποίηση της απόστασης και της

εξορίας που αναπλάθει σ’ ένα λόγο σύνθετο και κάποιες φορές

αντιφατικό τον παράδεισο μιας οριστικά χαμένης αθωότητας.

 

~Βαγγέλης Σερδάρης, ΕΝΕΚΕΝ, Τεύχος 22