Posts Tagged ‘θάρρος’

 

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Ήξερε τί παράσταιναν οι διαδοχικές του μεταμφιέσεις
(συχνά κι αυτές αναχρονιστικές και πάντα αόριστες)
τον ξιφομάχο, τον κήρυκα, τον ιερέα, τον σκοινοβάτη,
τον ήρωα, το θύμα, τον νεκρό, την Ιφιγένεια. Δεν ήξερε
εκείνον που μεταμφιεζόταν. Τα πολύχρωμα κοστούμια του
σωρός στο πάτωμα, καλύπτοντας την τρύπα του πατώματος,
και στην κορφή του σωρού το λαξευμένο, χρυσό προσωπείο,
και μες στο κούφωμα του προσωπείου το αχρησιμοποίητο πιστόλι.

THE UNKNOWN

He knew what his successive disguises stood for
(even them often out of time and always vague)
a fencer, a herald, a priest, a rope walker,
a hero, a victim, a dead, Iphigenia. He didn’t know
the one he disguised himself as. His colorful costumes
pile on the floor, covering the hole of the floor,
and on top of the pile the carved golden mask,
and in the cavity of the mask the unfired pistol.
ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Με το φθινόπωρο ακούσαμε ξανά κάτω απ’ τις καμάρες
το κέρας των αρχαίων κυνηγών. Ο ραβδοσκόπος καθόταν στην
πόρτα.
Μπροστά στο Διοικητήριο έκαιγαν τους χαρταητούς. Λίγο πιο πέρα,
μονάχο το άγαλμα, γυμνό, τρέμοντας όλο πάνω στο βάθρο του,
(αυτό που τόσα είχα τραβήξει ώσπου να γίνει άγαλμα), αυτό,
ολότελα πια λησμονημένο, μελετούσε κρυφά, μέσα στην πέτρα,
ένα καινούργιο, εκπληχτικό διασκελισμό, που να επισύρει
την προσοχή των κυνηγών, του κρεοπώλη, του φούρναρη, της χήρας,
διαψεύδοντας ό,τι περσότερο είχε ονειρευτεί: την άσπιλη εκείνη,
την ένδοξή του, τη μαρμάρινη, την αναπαυτικά εσταυρωμένη ακι-
νησία.
DEAD END

In the fall we heard the ancient hunters’ horns
blare under the arches. The dowser
sat by the door.
In front of Government House they burned kites. Farther on
the statue was alone, naked, completely shivering on its pedestal,
(the one that had endured so much to become a statue),
now, totally forgotten, secretly contemplating in the rock
of a new amazing straddle, that would draw
the hunters’ attention, the butcher’s, the baker’s, the widow’s,
disproving what it had dreamed the most: its unblemished,
its glorified the made-of-marble comfortably crucified
motionlessness.

http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

Advertisements

images

Quotes by Albert Camus//Γνωμικά του Αλμπέρτου Καμύ

“But in the end one needs more courage to live than to kill oneself.”

“The only way to deal with an unfree world is to become so absolutely free that your very existence is an act of rebellion.”

“When I look at my life and its secret colours, I feel like bursting into tears.”

“Real generosity towards the future lies in giving all to the present.”

“Blessed are the hearts that can bend; they shall never be broken.”

“An intellectual? Yes. And never deny it. An intellectual is someone whose mind watches itself. I like this, because I am happy to be both halves, the watcher and the watched. “Can they be brought together?” This is a practical question. We must get down to it. “I despise intelligence” really means: “I cannot bear my doubts.”

“Autumn is a second spring when every leaf is a flower.”

“To be happy, we must not be too concerned with others.”
~Τελικά χρειάζεσαι πιο πολύ θάρρος να ζήσεις παρά ν’ αυτοκτονήσεις

~Ο μόνος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις έναν ανελεύθερο κόσμο είναι να νιώσεις τόσο ελεύθερος που η κάθε σου πράξη να `ναι μια πράξη εξέγερσης

~Όταν παρατηρώ τη ζωή μου και τα κρυφά της χρώματα, νιώθω την ανάγκη να κλάψω

~Πραγματική μελλοντική γεναιοδωρία είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν

~Ευλογημένες οι καρδιές που λυγίζουν γιατί ποτέ δεν θα σπάσουν

~Διανοούμενος; Ναι και μην το αρνηθείς ποτέ. Διανοούμενος είναι αυτός που το μυαλό του προσέχει τον εαυτό του. Κι αυτό μ’ αρέσει γιατί προτιμώ να `μαι δύο μισά, ο παρατηρηρτής κι ο παρατηρούμενος. ‘Μπορούν άραγε να ταυτιστούν;’ Αυτή είναι πρακτική ερώτηση. Ας την εξετάσουμε. ‘Απεχθάνομαι την ευφυία’ στην πραγματικότητα σημαίνει ‘δεν μπορώ να υπομένω τις αμφιβολίες μου’

~Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη όταν το κάθε φύλλο είναι κι ένα λουλούδι

~Να νιώσεις ευτυχής σημαίνει ν’ αδιαφορείς για τους άλλους
~ Μετάφραση στα ελληνικά ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ / translation by MANOLIS ALIGIZAKIS

Albert Camus (1913—1960)

Albert Camus was a French-Algerian journalist, playwright, novelist, writer of philosophical essays, and Nobel laureate. Though neither by advanced training nor profession a philosopher, Camus nevertheless through his literary works and in numerous reviews, articles, essays, and speeches made important, forceful contributions to a wide range of issues in moral philosophy – from terrorism and political violence to suicide and the death penalty. In awarding him its prize for literature in 1957, the Nobel committee cited the author’s persistent efforts to “illuminate the problem of the human conscience in our time,” and it is pre-eminently as a writer of conscience and as a champion of imaginative literature as a vehicle of philosophical insight and moral truth that Camus was honored by his own generation and is still admired today. He was at the height of his career, at work on an autobiographical novel, planning new projects for theatre, film, and television, and still seeking a solution to the lacerating political turmoil in his native Algeria, when he died tragically in an automobile accident in January, 1960.

ubermensch cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

http://www.ekstasiseditions.com

1484735_572781182796300_1883774974_n

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ταχτοποίησες όλες τις υποθέσεις σου
με συγγενείς και φίλους

που ποτέ δεν θυμούνται
να σε καλέσουν
σε χαρούμενες μέρες
αλλά μόνο σε κηδείες.

Ταχτοποίησες τις ενοχλητικές σου
αναμνήσεις, όνειρα απραγματοποίητα

και τώρα γαλήνιος βάζεις
το καπέλο σου και ξεκινάς
έξω απ’ τη φυλακή σου να βαδίσεις

μία στροφή προς το εμπορικό κέντρο
που θα συναντήσεις φίλους σου
και μετά από μια παρτίδα τάβλι
δύο καφέδες και τρία τσιγάρα

θα επιστρέφεις πάλι σπίτι
για μιαν ακόμα βουβή βραδιά.

AFFAIRS

You’ve settled your affairs with
friends and relatives who
forget to call you during their

festive events though they always
invite you to funerals

you’ve settled with annoying memories
dreams that never turned into reality

in peace with yourself now
you put on your cap and

walk out of your prison
turn toward the shopping mall
where you’ll meet your pals and

after a game of backgammon
two coffees and three cigarettes

you walk back to your house
for another long soundless night

ON REMORSES AND REGRETS, Collection in Progress.

 ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

         Τόν Πάτροκλο σάν είδαν σκοτωμένο,

    πού ήταν τόσο ανδρείος, καί δυνατός, καί νέος

    άρχισαν τ’ άλογα νά κλαίνε τού Αχιλλέως

         η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε

γιά τού θανάτου αυτό τό έργον πού θωρούσε.

Τινάζαν τά κεφάλια των καί τές μακρυές χαίτες κουνούσαν

    τήν γή χτυπούσαν μέ τά πόδια, καί θρηνούσαν

τόν Πάτροκλο πού ενοιώθανε άψυχο—αφανισμένο—

μιά σάρκα τώρα ποταπή—τό πνεύμα του χαμένο—

         ανυπεράσπιστο—χωρίς πνοή—

εις τό μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ τήν ζωή.

         Τά δάκρυα είδε ο Ζεύς τών αθανάτων

    αλόγων καί λυπήθη. «Στού Πηλέως τόν γάμο»

    είπε «δέν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα νά κάμω

         καλύτερα νά μήν σάς δίναμε άλογά μου

    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου

στήν άθλια ανθρωπότητα πούναι τό παίγνιον τής μοίρας.

         Σείς πού ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ γήρας

    πρόσκαιρες συμφορές σάς τυραννούν. Στά βάσανά των

    σάς έμπλεξαν οι ανθρώποι.»—Ώμως τά δάκρυά των

         γιά τού θανάτου τήν παντοτεινή

    τήν συμφορά εχύνανε τά δυό τά ζώα τά ευγενή.

 

THE HORSES OF ACHILLES

              When they saw Patroklos dead,

       who was so brave, and strong, and young,

       the horses of Achilles began to cry;

              their immortal nature was outraged

       at the sight of this work of death.

They reared up, and tossed their long manes,

       they stamped the ground with their hooves, and mourned

Patroklos, whom they felt was soulless—devastated—

lifeless flesh now—his spirit gone—

              defenseless—without breath—

returned from life to the great Nothing.

              Zeus saw the tears of the immortal

       horses and felt sad. He said, “At the wedding of Peleus

I shouldn’t have acted so mindlessly;

              it would have been better if we had not given you away,

       my unhappy horses! What need did you have to be

down there among miserable humans, playthings of fate.

              You whom death cannot ambush, who will never grow old,

you are still tormented by disaster. People

have entangled you in their suffering.”—But

       for the endless calamity of death,

those two noble animals shed their tears.

 

Η ΠΟΛΙΣ

 

Είπες  «Θά πάγω σ’ άλλη γή, θά πάγω σ’ άλλη θάλασσα.

Μιά πόλις άλλη θά βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μιά καταδίκη είναι γραφτή

κ’ είν’ η καρδιά μου—σάν νεκρός—θαμένη.

Ο νούς μου ώς πότε μές στόν μαρασμό αυτόν θά μένει.

Όπου τό μάτι μου γυρίσω, όπου κι άν δώ

ερείπια μαύρα τής ζωής μου βλέπω εδώ,

πού τόσα χρόνια πέρασα καί ρήμαξα καί χάλασα.»

Καινούριους τόπους δέν θά βρείς, δέν θάβρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θά σέ ακολουθεί. Στούς δρόμους θά γυρνάς

τούς ίδιους. Καί στές γειτονιές τές ίδιες θά γερνάς

καί μές στά ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στήν πόλι αυτή θά φθάνεις. Γιά τά αλλού—μήν ελπίζεις—

δέν έχει πλοίο γιά σέ, δέν έχει οδό.

Έτσι πού τή ζωή σου ρήμαξες εδώ

στήν κώχη τούτη τήν μικρή, σ όλην τήν γή τήν χάλασες.

THE CITY

You said:  “I’ll go to another land, to another sea;

I’ll find another city better than this one.

Every effort I make is ill-fated, doomed;

and my heart —like a dead thing—lies buried.

How long will my mind continue to wither like this?

Everywhere I turn my eyes, wherever they happen to fall

I see the black ruins of my life, here

where I’ve squandered, wasted and ruined so many years.”

New lands you will not find, you will not find other seas.

The city will follow you. You will return to the same streets.

You will age in the same neighborhoods; and in these

same houses you will turn gray. You will always

arrive in the same city. Don’t even hope to escape it,

there is no ship for you, no road out of town.

As you have wasted your life here, in this small corner

you’ve wasted it in the whole world.

ΤΡΩΕΣ

Είν’η προσπάθειές μας, τών συφοριασμένων

είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε  κομμάτι

παίρνουμ’ επάνω μας κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος καί καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει καί μάς σταματά.

Ο Αχιλλεύς στήν τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει καί μέ φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σάν τών Τρώων,

Θαρούμε πώς μέ απόφασι καί τόλμη

θ’ αλλάξουμε τής τύχης τήν καταφορά,

κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Αλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ’ η απόφασίς μας χάνονται

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει

κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας νά γλυτώσουμε μέ τήν φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στά τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Τών ημερών μας αναμνήσεις κλαίν κ’ αισθήματα.

Πικρά γιά μάς ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

TROJANS

Our efforts are like those of the unfortunate;

like the efforts of the Trojans.

We succeed a bit; we regain

our confidence; and we start feeling

brave and having high hopes.

But always something comes up and stops us.

Achilles appears in front of us in the trench

and with loud shouts frightens us back.—

Our efforts are like those of the Trojans.

We think that with resolution and boldness

we can reverse the downhill course of fate,

and we stand outside ready to fight.

But when the great crisis comes,

our boldness and resolution vanish;

our soul is shaken, paralyzed;

and we run around the walls

trying to save ourselves by running away.

And yet our fall is certain. High up,

on the walls, the dirge has already started

mourning memories and auras of our days.

Priamos and Ekavi weep bitterly for us.

~English Translation by Manolis Aligizakis