Posts Tagged ‘ζωή’



And for the temple I struggled to create
a statue on this rock: my body,
to place it naked, and to spend my life
to spend my life and never die

and I created it. And people, latest worshipers
before the wooden statues badly dressed
felt the thrill of anger and fear’s shiver
and saw the statue and I as combatants.

And they thrashed the statue and sent me to exile.
And to the foreign lands I led my steps
yet before it I offered a strange sacrifice
I dug a hole and deep into it I buried my statue.

And I whispered to it: “unseen spend your days
along with the roots and ancient ruins,
until your time comes, invincible flower that you are
even temple longs to dress your godly nakedness!”

And with his wide open mouth and voice of a prophet
the hole spoke: “No temple, nor depth, nor light, alas.
For here, for there, nowhere your flower, oh, master craftsman!
Let it for ever vanish in the un-rummaged hole.

It may never have its time! Yet if it appears
let the temple shine filled by the people’s statues
immaculate the statues and the all-great sculptors
come back, a phantasm, during the night of the tombs!

Today’s day came early, tomorrow’s will be late
the dream won’t rescue you, the dawn you wish will never coma
with the longing of immortality you can’t reach, stay,
a hunter of the cloud, Praxiteles of the shadow.

The present and tomorrow’s things, snares and seas, all
tools of your drowning and tricky visions
farther from your glory, single violet in the garden
and you will wither, you better learn, and you will die.”

And I answered: “Let me wither and let me die!
Creator I also am with my mind and all my heart
let the tomb consume my flesh, perhaps my fast passing
through worthy is more than all the immortal.”


Και τ᾿ άγαλμα αγωνίστηκα για το ναὸ να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ὁλόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.

και το ῾πλασα. Κ᾿ οι ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στα ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ και τα κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα και φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ είδανε σαν ἀντίμαχους και τ᾿ αγαλμα κ᾿ εμένα.

Και τ᾿ άγαλμα στα κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στην ἐξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ᾿ έθαψα στὸ λάκκο τ᾿ άγαλμά μου.

Και του ψιθύρησα: «Άφαντο βυθίσου αὐτοῦ και ζῆσε
με τα βαθιὰ ριζώματα και με τ᾿ ἀρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ᾿ η ώρα σου, αθάνατ᾿ άνθος είσαι,
ναὸς να ντύση καρτερεῖ τη θεία δική σου γύμνια!»

Και μ᾿ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ο λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο ούτε, φώς, του κάκου.
Για δώ, για κει, για πουθενὰ το ἄνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ᾿ στ᾿ άψαχτα ενὸς λάκκου.

Ποτὲ μην έρθ᾿ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστὸς θα λάμπη και ο ναὸς απὸ λαὸ αγαλμάτων,
τ᾿ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ᾿ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

Το σήμερα είτανε νωρίς, τ᾿ αύριο αργὰ θα είναι,
δέ θα σου στρέξη τ᾿ όνειρο, δε θάρθ᾿ η αὐγὴ που θέλεις,
με τον καημὸ τ᾿ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητὴς του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ και τ᾿ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ᾿ τη δόξα σου και μία του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»

Κ᾿ εγὼ ἀποκρίθηκα: «Άς περάσω κι άς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ εγὼ μ᾿ όλο το νου και μ᾿ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι άς φάη το πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ αθάνατα όλα
μπορεῖ ν᾿ αξίζει πιο πολὺ το γοργοπέρασμά μου».

~Κωστή Παλαμά, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Kostis Palamas
Kostis Palamas (Greek: Κωστής Παλαμάς; 13 January 1859 – 27 February 1943) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School (or Palamian School, or Second Athenian School) along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.
Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland”, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.
Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.
The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum”, as well as many temporary exhibitions.
He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem, “The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

Κωστής Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας
Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.
Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.
Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Το πρώτο του ποίημα το είχε γράψει σε ηλικία 9 ετών, μιμούμενος τα πρότυπα της εποχής του, “ποίημα για γέλια”, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος. Η αρχή του ποιήματος εκείνου ήταν: “Σ΄ αγαπώ εφώνησα, / κι εσύ μ΄ αστράπτον βλέμμα /Μη – μ΄ απεκρίθης – μη θνητέ, / τολμήσης να μιάνης / δια της παρουσίας σου / τας ώρας τας ωραίας / που έζησα στον κόσμον /…”.
Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιρροές της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. Η συλλογή απορρίφθηκε με το χαρακτηρισμό “λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα”. Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα “Μεσολόγγι”. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.
Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.
Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940).[3] Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).[4]
Σήμερα “τιμής ένεκεν” φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.
Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.


Η … άλλη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη

Χιλιάδες γράμματα σε έναν τόμο από το μελετητή Peter Bien που ασχολείται μισό αιώνα με το μεγάλο Κρητικό. Τι λέει στο Made in Creta o ίδιος για αυτήν την τιτάνια προσπάθεια.

Της Κορίνας Καφετζοπούλου

«Aurevoir, αδερφέ μου! Φρόντιζε το κορμί σου―η ψυχή μας δεν έχει άλλον γάιδαρο σε τούτη τη γης. Φρόντιζέ το, μην το κουράζεις πάρα πολύ, τάιζέ το καλά, μην του δίνεις κρασί (μήτε κονιάκ, μήτε ρακή, φυσικά), μην του δίνεις να καπνίζει πάρα πολύ (από πότε καπνίζουν τα γαϊδούρια;)»

Αυτό έγραφε στις 8 Φεβρουαρίου 1933 , ο Νίκος Καζαντζάκης προς το φίλο του Παναϊτ Ιστράτι,- η επιστολή βρίσκεται στη βιογραφία της Ελένης Καζαντζάκη , Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ (σελ 332)- τον Ελληνορουμάνο συγγραφέα με τον οποίο γνωρίστηκαν στην πρώην Σοβιετική Ένωση το 1927.

Από τα τόσα χιλιάδες γράμματα που συγκέντρωσε ο ομότιμος καθηγητής της Αγγλικής και Συγκριτικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Dartmouth των ΗΠΑ κ. Peter Bien(*), διακεκριμένος μελετητής και κριτικός του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, αυτό το γράμμα είναι το πρώτο που θυμάται, όπως είπε μιλώντας στο MadeinCreta.

O κ. Bien στις 19.00 το απόγευμα (16-10-2012) θα βρίσκεται στην εκδήλωση που θα γίνει στη δημοτική αίθουσα Ανδρόγεω, για να παρουσιάσει στα ελληνικά το τελευταίο βιβλίο του με τον τίτλο «The Selected Letters of NikosKazantzakis» (Επίλεκτα Γράμματα του Νίκου Καζαντζάκη) που εκδόθηκε από το Princeton University Press.

Ο ίδιος επιμελήθηκε της έκδοσης αυτής και μετέφρασε στα αγγλικά τον εντυπωσιακό αυτό τόμο των 900 σελίδων. Στην ομιλία του ο κ. Bien θα εξηγήσει πώς συγκέντρωσε την ογκώδη αυτή αλληλογραφία, στο μεγαλύτερο μέρος της ανέκδοτη, και θα τονίσει τη σημασία της για το έργο του Καζαντζάκη.

Για να συγκεντρωθούν αυτά τα γράμματα ο συγγραφέας του βιβλίου , δούλευε 20 χρόνια. Ταξίδεψε σε πολλά μέρη της γης, για να δει τα γράμματα και να τα βγάλει φωτοτυπία, καθώς σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να έχει στα χέρια του, τα πρωτότυπα. Ήθελε ωστόσο να έχει ολοκληρωμένα γράμματα με αρχή και τέλος.
Πετερ Μπιεν Επίλεκτα Γράμματα Ηράκλειο Καζαντζάκης
Ο μελετητής και κριτικός του Νίκου Καζαντζάκη, Piter Bien

Όταν η Ελένη Καζαντζάκη του ζήτησε να μεταφράσει τα «Τετρακόσια Γράμματα» του Καζαντζάκη προς τον Παντελή Πρεβελάκη, ο ίδιος εξέφρασε τη δική του επιθυμία, που δεν ήταν άλλη από την μετάφραση των γραμμάτων, προς όλους τους παραλήπτες. Και τότε ξεκίνησε ένα έργο ζωής.

Μέσα από τα Επίλεκτα Γράμματα, οι αναγνώστες γνωρίζουν πολλά στοιχεία για τον άνθρωπο Καζαντζάκη αλλά τις συνήθειες και την καθημερινότητά του.

Ο μελετητής και κριτικός του έργου του Νίκου Καζαντζάκη στη συνέντευξη που παραχώρησε στοMadeinCreta χαρακτηρίζει το μεγάλο στοχαστή, «ως έναν άνθρωπο με καταπληκτική αντοχή».

«Με γοητεύει από φοιτητή…»

Η συνέντευξη έχει ως εξής:

-Πόσο χρονών και με ποιο βιβλίο “συναντήσατε” πρώτη φορά τον Νίκο Καζαντζάκη;

« «Συνάντησα» το έργο του Νίκου Καζαντζάκη πρώτη φορά στα 1958, όταν δημοσιεύτηκε την αγγλική μετάφραση η «Οδύσσεια του». Όμως το βιβλίο που διάβασα τότε ήταν «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», στ’ αγγλικά.

-Τι σας γοήτευσε και αποφασίσετε να ασχοληθείτε με το έργο του;

«Το καιρό αυτό ήμουν φοιτητής στο πανεπιστήμιο για μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλική Λογοτεχνία. Διάβαζα πολλά μέτρια αγγλικά μυθιστορήματα και όταν διάβασα και το έργο του Καζαντζάκη μου φάνηκε χίλιες φορές καλύτερο― σαν του Ντοστογιέφσκι !

-Πως προέκυψε η ιδέα για τη συγκέντρωση της αλληλογραφίας και πόσο καιρό δουλεύετε πάνω σε αυτό;

«Αποφάσισα να ασχοληθώ με τα έργα του αφενός επειδή η ποιότητα ήταν εξαιρετική , αφετέρου επειδή πολλά έργα δεν είχαν μεταφραστεί στην αγγλική γλώσσα, και δεν μπορούσε να τα γνωρίσει το αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό.

Επιπλέον η Ελένη Καζαντζάκη μου ζήτησε να μεταφράσω τα «Τετρακόσια Γράμματα» του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη.

Της είπα ότι προτιμώ να μεταφράσω τα γράμματα σε όλους τους παραλήπτες. Συμφώνησε. Δούλεψα στα «Επίλεκτα Γράμματα» 20 χρόνια, αλλά όχι κάθε μέρα μιας και έγραφα και άλλα βιβλία στην ίδια περίοδο.

-Αλήθεια για πόσα γράμματα μιλάμε;

«Μάζεψα χιλιάδες γράμματα. Τυπώνονται στα «Επίλεκτα Γράμματα» και αφορούν ίσως το 1/5 του βιβλίου».

«Οι αποδέκτες των επιστολών»

-Είναι προσωπική η αλληλογραφία και ποιους έχει αποδέκτες;

«Οι παραλήπτες είναι οι δυο του γυναίκες Γαλάτεια και Ελένη, ο φίλος του Παντελής Πρεβελάκης, προς εκδότες, φίλους, φίλες, συγγραφείς, προς τον πατέρα του, τη μητέρα του, τις αδερφές του. Οι επιστολές προς τις γυναίκες δεν είναι «ερωτικές» αλλά είναι γεμάτες κέφι.

– Αν σας ρωτούσα τώρα ποιο από όλα τα γράμματα θυμάστε , ποιο θα ήταν το πρώτο που θα σας ερχόταν στο μυαλό;

« Μου αρέσουν πολύ τα γράμματα που έχουν χιούμορ, π.χ. αυτό προς τον Ιστράτι: «Aurevoir, αδερφέ μου! Φρόντιζε το κορμί σου―η ψυχή μας δεν έχει άλλον γάιδαρο σε τούτη τη γης. Φρόντιζέ το, μην το κουράζεις πάρα πολύ, τάιζέ το καλά, μην του δίνεις κρασί (μήτε κονιάκ, μήτε ρακή, φυσικά), μην του δίνεις να καπνίζει πάρα πολύ (από πότε καπνίζουν τα γαϊδούρια;). Το γράμμα αυτό γράφτηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1933»

-Και τέλος, εσείς τι πιστεύετε για τον άνθρωπο Νίκο Καζαντζάκη για το χαρακτήρα του;

«Για μένα το κύριο χαρακτηριστικό του Καζαντζάκη που θυμάμαι είναι η καταπληκτική αντοχή του».

Να σημειωθεί ότι η αποψινή εκδήλωση οργανώνεται από τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη-Ελληνικό Τμήμα- και της Τοπικής Επιτροπής Ν. Ηρακλείου, με αφορμή τη συμπλήρωση 55 χρόνων από το θάνατο του.

(*)Ο Πήτερ Μπην (Peter Bien) είναι ομότιμος καθηγητής της Αγγλικής και της Συγκριτικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Ντάρτμουθ των ΗΠΑ. Στα δημοσιεύματά του μελετά τη νεοελληνική γλώσσα και τα έργα νεοελλήνων συγγραφέων, όπως ο Καζαντζάκης, ο Ρίτσος και ο Καβάφης. Έχει μεταφράσει στα αγγλικά τρία έργα του Καζαντζάκη -“Ο τελευταίος πειρασμός”, “Ο Φτωχούλης του Θεού”, και “Αναφορά στον Γκρέκο”- και τη “Ζωή εν τάφω” του Στρατή Μυριβήλη. Επίσης έχει μεταφράσει την πρώτη συλλογή ποιημάτων του κρητικού ποιητή Στυλιανού Χαρκιανάκη, καθώς και τη “Σονάτα του σεληνόφωτος” και τον “Φιλοκτήτη” του Γιάννη Ρίτσου.

Σε συνεργασία με τη σύζυγό του, τη Χρυσάνθη Γιαννακού, και άλλους, έχει γράψει και μια σειρά εγχειριδίων για τη διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Ήταν ένας από τους ιδρυτές της Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών της Αμερικής, της οποίας διετέλεσε πρόεδρος δύο φορές και αρχισυντάκτης του επιστημονικού περιοδικού της. Η δίτομη μελέτη του “Καζαντζάκης: Η πολιτική του πνεύματος” μεταφράστηκε στα ελληνικά από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Τώρα ασχολείται με την επιλογή και μετάφραση επιστολών του Καζαντζάκη.




I’m not hungry, I don’t hurt I don’t stink
perhaps deep inside I suffer and I don’t know it
I pretend I laugh
I don’t seek the impossible
nor the possible, bodies
forbidden to me don’t please my eyes.
Sometimes I gaze the sky
with a yearning glance
when the sun lessens its gleam and
the blue lover surrenders
to the beauty of the night.
My only involvement
with the going around of the world
is my steady breath.
But I also feel another
strange involvement:
the agony I suddenly feel
for the human pain.
It spreads on earth
like a drenched in blood
liturgical tablecloth
that shrouds myths and gods
it renews itself endlessly
and becomes one with life.
Yes, I want to cry now
but even the fountain of my tears
has turned dry.

Η Ανορεξία της Ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό, τα απαγορευμένα
για μένα σώματα δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβύνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν λειτουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνεια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου
η πηγή.

~ Katerina Aggelaki—Rouk, translated by Manolis Aligizakis

cavafy copy


Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από χρέος μη κινούντες
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


Honor to those who in their lives
are committed to guard Thermopylae.
Never swerving from duty;
just and exact in all their actions,
but tolerant too, and compassionate;
gallant when rich, and when
they are poor, again a little gallant,
again assisting as much as they can;
Always speaking the truth,
but without hatred for those who lie.

And more honor is due to them
when they foresee (and many do foresee)
that Ephialtis will appear in the end
and the Medes will break through at last.

Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Constantine Cavafy-Poems/Translated by Manolis Aligizakis




Τότε ήρθε κι ο άλλος, κρατούσε μιά παλιά φθαρμένη βαλίτσα,

όπου έκρυβε τά φαντάσματα τής ζωής του, γιά νά μήν κάνουν τόν

κόπο νά τόν κυνηγούν,

ήμασταν στό ίδιο πνιγηρό δωμάτιο, καί τό μεγάλο ζώο πού ήταν

ζωγραφισμένο στό χαλί μάς έτρωγε κιόλας τά γόνατα,

“μητέρα, ρώτησα κάποτε, πού μπορούμε νά βρούμε λίγο νερό γιά

τ’ άλογό μου;”, “μά δέ βλέπω κανένα άλογο”, “κι εσύ μητέρα!”,

μιά σειρά κεριά ήταν κι απ’ τίς δυό μεριές τού διαδρόμου, καί

στό βάθος τό σκοτεινό μαγαζί πού πουλούσε παλιά μουσικά όργανα

κρεμασμένα απ’ τό ταβάνι, σάν τούς φτωχούς, καί στή μέση ο

παλαιοπώλης, γέρος καί βρόμικος, κούρντιζε πάνω στά γόνατά του

τό πεθαμένο χέρι, “μάς γέλασαν, φώναξα, μάς έδωσαν άλλο σπίτι”,

μά δέν υπήρχε κανείς γύρω, μονάχα μιά φουρκέτα κάτω στίς

πλάκες σάν ένα μικρό έντομο, πού μόλις έκανα νά τήν αγγίξω

πέταξε καί χάθηκε απ’ τό παράθυρο.

Κι όλη τή νύχτα ακούγαμε τούς σιδεράδες πού ετοιμάζαν τά

καρφιά, σάν νά υπήρχε κάποιος Ιησούς ανάμεσα στούς τρείς μας.


Then the other one came, he carried an old ravished valise,

in which he hid all the ghosts of his life, that they never needed

chase after him,

we were in the same stuffy room and the large animal sawn

on the carpet was already biting our knees,

“mother”, I asked at some-time, “where can we find some water for

my horse?”, “but I don’t see any horse”, “you too, mother!”,

a line of candles was on both sides of the hallway and at

the far end the store that sold old music instruments hanging

from the ceiling like the destitute, and in the middle the merchant,

old and dirty, on his knee would wound up the dead arm,

“they fooled us” I cried, “they gave us another house”,

but no-one was around, only one hairpin on the tiles, like

a small insect that as I tried to touch it flew and vanished

through the window.

And all night long we heard the blacksmiths preparing the nails

as if there was a Christ among the three of us.

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis