Posts Tagged ‘ενοχή’

images

Ο ιός του φόβου

Οι συμπολίτες μας δεν ήταν περισσότερο ένοχοι από άλλους, ξεχνούσαν μόνο να ’ναι μετριόφρονες, αυτό είναι όλο και σκέφτονταν πως όλα είναι ακόμα δυνατά γι’ αυτούς, πράγμα που προϋπέθετε ότι οι συμφορές ήταν αδύνατο να υπάρχουν. Εξακολουθούσαν τις εμπορικές συναλλαγές, ετοίμαζαν ταξίδια και είχαν τις απόψεις τους. Γιατί να σκέφτονταν την πανούκλα που καταργεί το μέλλον, τις μετακινήσεις και τις συζητήσεις; Νόμιζαν πως ήταν ελεύθεροι ενώ κανείς δεν μπορεί να είναι ελεύθερος όσο υπάρχουν συμφορές. [Αλμπέρ Καμύ, Η πανούκλα]
Διαδίδεται σαν αστραπή, κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτε πια∙ ο ένας κολλάει τον άλλον σχεδόν ακαριαία. Δεν υπάρχει πλέον τρόπος να ελεγχθεί η εξάπλωσή της. Δεν έχει βρεθεί το φάρμακο κι ίσως να μην προλάβει να βρεθεί, πριν αφανιστεί η ανθρωπότητα. Ο φόβος κι ο τρόμος κατακλύζουν τις συνειδήσεις. Η ακοή δεν είναι αρκετή για ν’ ακουστεί το τέλος που πλησιάζει. Φόβος για τον εαυτό και τον άλλο, το αγαπημένο πρόσωπο∙ κι απ’ την άλλη, τρόπος προστασίας δε διαφαίνεται στον ορίζοντα. Οι ειδήσεις δεν σταματούν να φτάνουν. Εσύ είσαι απ’ τους τυχερούς. Δεν κόλλησες ακόμη. Κι όσοι απ’ τους δικούς σου πάνε στη δουλειά, φαίνονται ακόμη καλά –φεύ! Προς το παρόν! Μην αποθρασύνεσαι! Έχε το νου σου! Ωστόσο, όλοι παίρνουν φάρμακα. Προληπτικά…
Σε κάθε γωνιά, λίγο να μη φυλαχτεί κανείς, καραδοκεί η μόλυνση απ’ τον ιό. Έρχεται πια από παντού. Παλιά ήταν τουλάχιστον μακριά. Το μαθαίναμε σα μια είδηση, που διαρκεί όσο ένα κλικ ή λίγα λεπτά δελτίου. Ούτε λεπτό ίσως. Ασήμαντη, μακρινή μόλυνση, που δε μας αφορά. Τώρα όμως, τώρα είναι παντού. Καλύτερα να μένουμε σπίτι, να μην κυκλοφορούμε πολύ. Είν’ επικίνδυνο. Και καθόλου, ει δυνατόν, να μην βγαίναμε στον επικίνδυνο τούτο κόσμο… Η μόνη ασφαλής μέρα είναι μια μέρα στο σπίτι. Ο κόσμος άλλαξε, δεν είναι πια όλα τόσο απλά. Έτσι είναι και πρέπει να το δεχτούμε όσο το δυνατόν ταχύτερα. Θα ζήσουμε κι αυτή τη φορά. Θα την περάσουμε και τη μόλυνση αυτή. Αρκεί να φυλαγόμαστε απ’ τους μολυσμένους. Αυτοί είναι ο κίνδυνος. Κανονικά θα πρέπει να τους απομονώνουν, να τους πηγαίνουν κάπου, τέλος πάντων, να μην κινδυνεύει όλος ο κόσμος.
Μ’ αυτή τη «λογική» πάνω-κάτω διαδίδονται αστραπιαία οι ειδήσεις μέσω του διαδικτύου και καλλιεργούνται οι αντίστοιχες αντιδράσεις. Τέτοιου είδους διαδόσεις διασπείρονται και προκαλούν πανικό, άλλοτε για τον Η1Ν1 ή για τις τρελές αγελάδες, την αρρώστια των πουλερικών ή το κουνούπι του Δυτικού Νείλου και σήμερα για τον έμπολα. Τελικά, ακόμη χειρότερη κι απ’ τη διάδοση της αρρώστιας γίνεται η διάδοση του φόβου. Ακόμη εντονότερος κι απ’ τον φόβο του θανάτου γίνεται ο φόβος της ζωής. Βεβαίως, για κάποιους προέχει το κέρδος, υλικό και άυλο. Αφ’ ενός θα παρουσιάσουν, ως εκ θαύματος, το τάδε εμβόλιο και το δείνα αντίδοτο, επιδιώκοντας το μεγαλύτερο δυνατόν οικονομικό όφελος. Αφ’ ετέρου, θα τραβήξουν το νευρικό σύστημα περαιτέρω, φέροντας πάλι τον έλεγχο και την ανάγκη για τάξη κι ασφάλεια ως δώρα σε εξαθλιωμένες συνειδήσεις. Η μεγέθυνση ενός φόβου, συμβάλλει άλλωστε στον αποπροσανατολισμό της προσοχής απ’ την ουσία των προβλημάτων. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι γεννιόμαστε και πεθαίνουμε σκλαβωμένοι, με την υγεία μας να κρέμεται απ’ την ποιότητα του κλουβιού μας.
Όσο φοβόμαστε, όμως, όσο κλεινόμαστε, όσο μαζευόμαστε στο καβούκι μας, οι άλλοι προχωρούν. Κινούνται από κράτος σε κράτος, κλείνοντας συμφωνίες, τροφοδοτώντας τις αυτοκρατορίες τους με άρτο και θέαμα, για να διογκώνεται η αντοχή στον εγκλεισμό, μετατρέποντας το προσωπικό σύμπαν του καθενός, σε ένα λαγούμι με φόβους και μαγγανείες. Για την εξάπλωση του κρατισμού δε θα ανακαλυφθεί το φάρμακο από καμιά μεγάλη εταιρεία. Δεν μπορούμε να ζητάμε απ’ τους δεσμώτες μας να μας απαλλάξουν απ’ τα δεσμά που οι ίδιοι μας επέβαλαν. Το κλειδί είναι στο χέρι μας, αλλά τα μάτια μας θολά απ’ τις οθόνες δεν το βλέπουν.
https://anarchypress.wordpress.com/2014/10/14/%CE%BF-%CE%B9%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%86%CF%8C%CE%B2%CE%BF%CF%85/#more-19903

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Ενοχή (της Χλόης Κουτσουμπέλη)

Ένοχη, το ομολογώ.

Tο τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές

ποίημα της ζωήςμου.

Guilt (By Cloe Koutsoubelis)

I’m guilty, I confess.

The last poem I wrote for you.

Mitigating circumstances: the rain

the endless cigarettes, alcohol

perhaps even your body

as memory of what never happened.

In reality I wrote about some other things

for that story in the Garden,

that you never took the courage

you never learned

you never asked.

And last night, I confess

I wrote a verse for you

sorrowful and naked

in this smudgy always half finished

poem of my life.

 

 

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ (της Αλεξάνδρας Μπακονίκα)

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

THE LAST GARMENT (by Alexandra Bakonika)

For a long time he had courted her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece of her garments
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly
as if to tell him:
“ Die wanting me.”

cover

Μυστική Πύλη

Φτερούγες σάλευαν κάτω απ’ τά έπιπλα, καί στό βάθος

ο σκοτεινός καθρέφτης έκανε τά παιδιά ν’ αρρωσταίνουν συχνά,

γιατί δέν ήθελαν νά μεγαλώσουν,

η μητέρα έκλαιγε καί μέ παρακαλούσε νά κατέβω, μά εμένα

ήταν η μοίρα μου νά περπατάω στό ταβάνι, μιά μάχη δική μου,

μητέρα, όπου πάντα ο νεκρός ήμουν εγώ.

Γι’ αυτό ήξερα καί τών ουρανών τή μυστική υπόγεια πύλη.

 

Secret Gate

Wings stirred under the furniture and at the end of the hall

the dark mirror made the children often sick, because they

didn’t want to grow up,

mother cried and beg me to come down, but my fate was

to walk on the ceiling, my own battle, mother, where I was

the only dead.

For this I knew the subterranean secret gate of the skies.

Δημιουργία

Καθόταν έξω στά χωράφια καί σχεδίαζε πάνω στό χώμα

πουλιά. Μά τά πουλιά ζητούσαν ουρανό. Τότε σχεδίασε

γύρω τους τήν αιώνεια θλίψη.

Καί τά πουλιά πέταξαν.

Creation

He would sit out in the fields and draw birds

on the soil. But the birds yearned for the sky. Then

all around them he drew the infinite sorrow.

And the birds flew away.

Νύχτα

Μιά πόρτα τή νύχτα πού τή βλέπουν μόνο οι τυφλοί,

τό σκοτάδι κάνει τά ζώα ν’ ακούνε μακρύτερα,

κι εκείνος τρίκλιζε, όχι απ’ τό πιοτό,

μ’ απ’ τήν απελπισμένη κίνηση ν’ ανέβει

στόν πύργο, πού χάσαμε κάποτε.

 

 

Night

There is a door in the night that only the blind see,

darkness makes the animals hear better,

and him, staggered, not from being drunk

but from his futile effort to climb

up to the tower, we once had lost.

Ενοχή

Τί ζητούσαν, λοιπόν, σέ τί είχα φταίξει, εμένα

τό μόνο μου έγκλημα ήταν ότι μπόρεσα νά μεγαλώσω

κυνηγημένος πάντα, πού νά βρείς καιρό, έτσι έμεινα

εύπιστος κι αγκάλιαζα τό κρύο σίδερο τής γέφυρας.

Ενώ απ’ τό βάθος, μακριά, μέ κοίταζε σάν ξένο

η πιό δική μου ζωή.

Guilt

Then, what they searched for, what was I guilty of, I, who’s

only crime was that I grew up; always chased,

where could one find time, for this I stayed gullible and

I always hugged the cold railing of the bridge.

While at the far end, far away, my true life stared at me

as though seeing a stranger.

~Τάσος Λειβαδίτης, ‘Διασπορά’

~Tasos Livaditis, ‘Diaspora’

~Translation Manolis Aligizakis