Posts Tagged ‘ελληνική’

ritsos_front-large

ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Αστραπιαία μοτοσικλέτα. Πέρασε. Ο έρωτας ήταν.

Ανέμισμα μαλλιών. Φέγγος τής θάλασσας. Στήν αγορά

πλήθος φραγκόσυκα σέ καλαμένια κοφίνια

λιάζονται μέ ιταμότητα—αρχέγονοι όρχεις,

τό φώς σπιθίζει στό ξανθό τρίχωμά τους.

Τά κορίτσια γελάνε

μπροστά στίς πόρτες. Μέ μικρούς σουγιάδες σκίζουν

τήν παχιά φλούδα τών φραγκόσυκων. Τό γέλιο τους

αποσκεπάζει ένα κρυφό ερωτικό φονικό. Κι ίσως γι αυτό

στό βάθος τού ορίζοντα ένα ελάχιστο πάλλευκο σύννεφο σκιάζει

μιά σπιθαμή στό απέναντι γαλάζιο βουνό.

Τί όμορφη μέρα,

όμορφη, πιό όμορφη, προστατεύοντας πάλι,

μέ καθυστέρηση, κάποιο δικό μας δικαίωμα στό θαυμασμό

κάποιο δικό μας δικαίωμα στήν αιώνια νεότητα τού κόσμου.

 

 

REPOSSESSION OF RIGHTS

 

The motorcycle in lightning speed. It passed by. It was love.

Fluttering of hair. Radiance of the sea. In the agora

loads of cactus pears sunbathed in insolence

in baskets made of cane – primeval testicles,

light strikes like a spark in their blond hairs.

The girls laugh

in front of doors. They slice open the thick rind of

the cactus pears with small knives. Their laughter

conceals a secret erotic murder. Perhaps for this reason

the slightest snow-white cloud shadows one yard on the opposite

blue mountain, at the far end of the horizon.

What a beautiful day,

beautiful, more beautiful, protecting again,

somewhat late, our certain right in admiration,

our certain right in the eternal youth of the world.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Ritsos_front large

Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι απόψε!

Είναι καλό τό φεγγάρι – δε θα φαίνεται

πού ασπρίσαν τά μαλλιά μου. Τό φεγγάρι

θά κάνει πάλι χρυσά τά μαλλιά μου. Δέ θά καταλάβεις.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μές τό σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τίς κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στή σκόνη τού πιάνου

λησμονημένα λόγια—δέ θέλω νά τ’ ακούσω. Σώπα.

 

Άφησέ με νάρθω μαζί σου

λίγο πιό κάτου, ώς τή μάντρα τού τουβλάδικου,

ως εκεί πού στρίβει ο δρόμος καί φαίνεται

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη μέ φαγγαρόφωτο,

τόσο αδιάφορη κι άϋλη

τόσο θετική σάν ματεφυσική

πού μπορείς επιτέλους νά πιστέψεις πώς υπάρχεις καί δέν υπάρχεις

πώς ποτέ δέν υπήρξες, δέν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Θα καθήσουμε λίγο στό πεζούλι, πάνω στό ύψωμα,

κι όπως θά μάς φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας

μπορεί νά φανταστούμε κιόλας πώς θά πετάξουμε,

γιατί, πολλές φορές, καί τώρα ακόμη, ακούω τό θόρυβο τού φουστανιού μου

σάν τό θόρυβο δυό δυνατών φτερών πού ανοιγοκλείνουν,

κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τόν ήχο τού πετάγματος

νιώθεις κρουστό τό λαιμό σου, τά πλευρά σου, τή σάρκα σου,

κ’ έτσι σφιγμένος μές στούς μυώνες τού γαλάζιου αγέρα,

μέσα τσά ρωμαλέα νεύρα τού ύψους,

δέν έχει σημασία άν φεύγεις ή άν γυρίζεις

κι ούτε έχει σημασία πού ασπρίσαν τα μαλλιά μου,

(δέν είναι τούτο η λύπη μου—η λύπη μου

είναι πού δέν ασπρίζει η καρδιά μου).

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν έρωτα,

μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.

Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ωφελεί.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 

MOONLIGHT SONATA

Let me come with you. What a moon tonight!

The moon is good – it doesn’t show my

gray hair. The moon will turn my hair golden again

You won’t see the difference

Let me come with you

 

When the moon is up the shadows in the house grow longer

invisible arms pull the curtains

an invisible finger writes forgotten words in the dust

on the piano – I don’t want to hear them. Keep silent

 

Let me come with you

down the road to the brick factory’s wall fence

to the point where the road turns and the city

appears airy though made of cement whitewashed by moonlight

so indifferent and fleshless

so positive like beyond flesh

that after all you can believe you exist and don’t exist

that you have never existed that time and its ravaging

never existed.

Let me come with you

 

We shall sit on the ledge of the knoll for a while

and as the spring breeze blows on us

we may imagine we shall fly because

many times even now I hear my dress rustling

like the sound of two powerful wings flapping

and when you enclose yourself in this sound of flying

you feel firmness in your neck your ribs your flesh

and thus firmly put within the muscles of the blue wind

within the vigorous nerves of the height

it doesn’t matter whether you leave or return

and it doesn’t matter that your hair has turned gray

(this is not my sorrow – my sorrow

is that my heart hasn’t turned white)

Let me come with you

 

I know that everyone marches to love alone,

alone to glory and to death

I know it. I tried it. It’s of no use

Let me come with you.

 

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Translated by Manolis Aligizakis