Posts Tagged ‘γυναίκα’

cover

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’
τις πυρκαγιές,
και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών
οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-
σαμε,
καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,
δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι
αθάνατα,
συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.
THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted
by conflagrations
and again the old stories, while the women’s serene spindle
secretly guided the hours. Nobody recognized us when we
returned
so we dwelled in our anonymity like the lumberjack
in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:
we had neither name nor expectation. Like the statues that are
immortal and
they preserve our mortal hour.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

cover

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.
ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca, 2014
http://www.libroslibertad.ca

Γίνεται η αγάπη μίσος;
Αντικλείδι
Φιλοσοφία/Ψυχολογία

Περιπλανώμενη στην πόλη τους συνάντησα τυχαία. O Άντρας πάρκαρε στην άκρη του άδειου δρόμου και βγήκε από ένα παλιό αυτοκίνητο. Μεσήλικας, ισχνός, με γκρίζα μαλλιά και μουστάκι. Απέναντι στεκόταν η Γυναίκα – υπολόγισα λίγο μεγαλύτερή του. Τον περίμενε. Κοντούλα, μελαχρινή, μαύρα ρούχα και μάτια. Κοιτάχτηκαν μερικά δευτερόλεπτα. Παύση προ λόγου. Ένα δευτερόλεπτο… δύο… τρία… Βλέμματα σπαθιά. Εκείνη μίλησε πρώτη: «Σήκω να φύγεις!Φύγε!».

agapi-misos-2

Αυτός δεν απάντησε. Την κοίταζε ασάλευτος σαν πληγωμένο ζώο. Η γυναίκα επανέλαβε «Φύγε. Μου κατέστρεψες τη ζωή, φύγε!». Μύρισα την οργή, αφουγκράστηκα το αίμα να χτυπάει στα μηλίγγια της γρήγορα. Ο άντρας εξακολούθησε να την κοιτάζει μαρμαρωμένος. Μετά από λίγο μπήκε στο αυτοκίνητό του και απομακρύνθηκε. Προσπέρασα και την άκουσα πίσω μου να φωνάζει «Πού πας; Γύρνα πίσω! Πού πας;». Τον καλούσε πίσω με τσακισμένη φωνή γεμάτη ουλές σχεδόν την ίδια στιγμή που τον έδιωχνε.
Τέχνη μέσα σ’ ένα άχαρο σκηνικό. Είδα μια παλιά ταινία του ’50 με πρωταγωνιστές δύο αγνώστους μου. Κοίταξα μια ζωή από την κλειδαρότρυπα. Διάβασα κλεφτά ένα προσωπικό γράμμα έστω άθελά μου. Μέσα σε λίγα αιώνια δευτερόλεπτα. Ερωτηματικά πολλά κι άλλα τόσα: Αμφιθυμία-την ίδια στιγμή που διώχνεις κάποιον από κοντά σου ζητάς να γυρίσει πίσω. Ο έρωτας, η αγάπη να μετουσιώνονται σε μίσος. Γιατί τον έδιωχνε; Τα μάτια της έλεγαν άλλα. Μεσήλικες και οι δύο. Αυτά τα πράγματα δεν έχουν μάλλον ηλικία. Ξαφνικά έρχεται η τρικυμία και σε κουκουλώνουν τα κύματα. Εκείνα τα αιώνια δευτερόλεπτα πηχτής σιωπής και τα βλέμματα. Δεν περιγράφεται αυτό. Είμαι βέβαιη πως οι δύο αυτοί άνθρωποι έχουν αγαπηθεί πολύ.

agapi-misos-4
Ο Πλάτωνας στο Συμπόσιο εγκωμιάζει τον έρωτα – η Διοτίμα στο διάλογό της με το Σωκράτη αναφέρει πως δε μπορεί κανείς να βρει καλύτερο βοηθό από τον έρωτα για να κατακτήσει την Αθανασία. Η αγάπη πάλι κατά τον Lacan είναι ένα ναρκισσιστικό συναίσθημα του μυαλού. Θες να αγαπήσεις και να αγαπηθείς, αυτό πηγάζει από το Εγώ του καθενός μας και προδίδει αυτή τη φαντασιακή αμοιβαιότητα. Εξαπατά η αγάπη, είναι ψεύτρα, προϋπόθεσή της είναι να δίνεις αυτό που δ ε ν έχεις. Δεν είναι ο αληθινός στόχος το αντικείμενο του πόθου σου που θες να σ’ αγαπήσει αλλά εκείνο που του λείπει, που δ ε ν έχει . Αγαπάω σε σένα κάτι παραπάνω από εσένα …γι αυτό σε κομματιάζω!


Σήμερα μέσα στη σιωπή και τα βλέμματα των δύο εραστών άρχισαν να γίνονται τα πράγματα λίγο πιο διάφανα – αν και όσο μπορούν να ξεκαθαρίσουν τα αινίγματα. Μπορεί να λέω ανοησίες. Ψάχνω λογικές απαντήσεις στην υπεροχή και φλόγα του παραλόγου. Το ερώτημα αν, πως και γιατι γίνεται ο έρωτας και η αγάπη μίσος παρέμεινε μέγα αναπάντητο μυστήριο. Όπως και να ’χει αυτοί οι δυο άνθρωποι έχουν κατακτήσει την Αθανασία…

http://www.toportal.gr

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε τό τζάμι μέ τόνα της δάχτυλο,

τό παράθυρο άνοιξε πρός τά μέσα. Στό βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Τήν άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στά χωράφια, σά μιά κάθοδος

αγροτών μέ δρεπάνια καί δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στό δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς νά ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μιά στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τή φωνή σου

σάν κάτω απ’ τή ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιάς γυναίκας

πού σεργιάνιζε μπρός στό κικλίδωμα τού πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πώς αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τίς ανύποπτες φωνές πού γέμιζαν τόν αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

          στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

 

For a Woman

 

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

          over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

 

But it was so simple:

since you loved me

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

          οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

         σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

 

 

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

          the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

          a great promise.

 

 

Ο Ηττημένος

 

     Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

     Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

 

 

 

The Defeated

 

     He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

    The same man returned home, without face—like God.

 

 

Χοιροστάσιο

 

     Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

    Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

 

 

Pigsty

 

    Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

     When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

 

 

Η Έκτη Ημέρα

 

     Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

     κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.

 

 

The Sixth Day

 

     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

     my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation,

     pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.