Posts Tagged ‘γιαλός’

George Seferis_cover

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

~Si j’ai du gout, ce n’est gueres
Que pour la terre et les pierres
~Arthur Rimbaud

Α

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ αλετριού η του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα
Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ ανήμπορα μέλη με στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και τής αρμύρας
Οταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μάς τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στήν αγωνία τής μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχίσει
Φέραμε πίσω
αυτά τ ανάγλυφα μιάς τέχνης ταπεινής

MYTHISTOREMA

Si j’ aid u gout, ce n’est gueres
Que pour la terre et les pierres.
~ Arthur Rimbaud
“If I have taste it is only
for the earth and the stones”

I

The angel
we had waited for him for three years concentrated
closely examining
the pines the seashore the stars
Joining the blade of the plough with the ship’s keel
we searched to discover once more the first sperm
that the old drama may recommence
We went back home broken hearted
with incapable limbs with mouths ravaged
by the taste of rust and salinity
When we woke we traveled to the north strangers
immersed into the mist by the perfect wings
of swans the wounded us
During winter nights the strong eastern wind
maddened us
in the summers we got lost in the agony of day
that couldn’t die
We brought back
these petroglyphs of a humble art

Β

Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά
Αλλοτε μάς ήταν εύκολο ν αντλήσουμε είδωλα και
στολίδια
για να χαρούν οι φίλοι που μάς έμεναν ακόμη πιστοί
Εσπασαν τα σκοινιά μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού
το στόμα
μάς θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία
τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής
Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά τής πέτρας λίγο
κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει
κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα

II

Another well inside the cave
at other times it was easy for us to draw up idols and
ornaments
to please some friends who were still loyal to us
The ropes have broken only the grooves on the
well’s lip
remind us of our past happiness
the fingers on the well’s lip as the poet put it
The fingers feel the coolness of the stone a little
that the body’s heat prevails over
and the cave gambles its soul and loses it
every moment filled by silence without a drop of water

Γ

Μέμνησο λουτρών οίς ενοσφίσθης
Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τούς αγκώνες και δεν ξέρω που να
τ ακουμπήσω
Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει
Κοιτάζω τα μάτια μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη
τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα

III

Remember the baths where you were murdered
I woke up with the marble head in my hands
that exhausts my elbows and I don’t know where
to lean it
It was falling in the dream as I was coming out of the dream
and our lives joined and it will be very difficult to
separate again
I gaze in the eyes neither open nor closed
I speak to the mouth that keeps trying to speak
I touch the cheeks that have gone through the skin
I don’t have any other strength
my hands disappear and come back near me
mutilated

“George Seferis-Collected Poems” translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012, ~Finalist at the Greek National Literary Awards, category translation.

Advertisements

George Seferis_cover

An Old Man On the River Bank

 

    For Nanos Panagiotopoulos

And yet we have to consider how to proceed.

To feel is not enough, nor to think, nor

to move

nor to risk your body in the ancient embrasure,

when the boiling oil and molten lead groove

the walls.

And yet we have to consider to what direction we go ahead

not the way our pain desires it and our hungry

children

and the chasm of our comrades’ call from

the opposite shore

not even the darkened light whispers it in the improvised

hospital,

the pharmaceutical shine on the young man operated

on at noon

but in some other way perhaps I mean to say that

the long river that emerges from the great lakes enclosed

deep in Africa

and at sometime it was god and then it turned into road and

benefactor and judge and delta

that is never the same as the wise old people taught

and yet it always remains the same body, the same bed and

the same Point,

the same orientation.

I don’t want anything else but to speak simply, let

this grace be granted to me.

Because even our song we’ve loaded with so much

music that slowly sinks

and our art we’ve decorated so much that its features

are eaten by the gold

and it is time that we say our few words because

tomorrow our soul sails away.

If pain is human, we are not human just

to suffer pain

that’s why I contemplate so much these days about

the great river

this image that goes forward between herbs and

verdure

and beasts that graze and drink and people who

sow and harvest

and even in great tombs and small plots

of the dead.

This current that leads its way and that is not at all

different from the blood of men

and from the eyes of men when they stare straight ahead

without any fear in their hearts

without the everyday shiver about the little things or

even the great ones

when they stare straight ahead like the wayfarer who is

used to find his way guided by the stars

not like us, the other day, looking at the enclosed orchard

of an sleepy Arabic house

behind the lattice, the fresh garden changed shape, growing

larger and smaller

changing as we looked at it; we changed the shape of

our desire and our hearts

at high noon, us the patient dough of a world

that pushes us away and kneads us,

caught in the ornamented nets of life that was right and

then it turned into dust and sank in the sand

leaving behind it only that indecipherable dizzying

sway of a tall palm tree.

 

~George Seferis

~Cairo, 20 June ‘42

 

ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ

Στον Νάνο Παναγιωτόπουλο

Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε.

Νά αισθάνεσαι δέ φτάνει μήτε νά σκέπτεσαι μήτε νά

κινείσαι

μήτε νά κινδυνεύει τό σώμα σου στήν παλιά πολεμίστρα,

όταν τό λάδι ζεματιστό καί τό λιωμένο μολύβι

αυλακώνουνε τά τειχιά.

Κι όμως πρέπει νά λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε,

όχι καθώς ο πόνος μας τό θέλει καί τά πεινασμένα

παιδιά μας

καί τό χάσμα τής πρόσκλησης τών συντρόφων από τόν

αντίπερα γιαλό,

μήτε καθώς τό ψυθιρίζει τό μελανιασμένο φώς στό

πρόχειρο νοσοκομείο,

το φαρμακευτικό λαμπύρισμα στό προσκέφαλο τού

παλικαριού που χειρουργήθηκε τό μεσημέρι

αλλά μέ κάποιον άλλο τρόπό, μπορεί νά θέλω νά πώ

καθώς

τό μακρύ ποτάμι πού βγαίνει από τίς μεγάλες λίμνες τίς

κλειστές βαθιά στήν Αφρική

καί ήτανε κάποτε θεός κι έπειτα γένηκε δρόμος καί

δωρητής καί δικαστής καί δέλτα

πού δέν είναι ποτές του τό ίδιο, κατά πού δίδασκαν οι

παλαιοί γραμματισμένοι,

κι ωστόσο μένει πάντα τό ίδιο σώμα, τό ίδιο στρώμα, και

τό ίδιο Σημείο,

ο ίδιος προσανατολισμός.

Δέ θέλω τίποτε άλλο παρά νά μιλήσω απλά, νά μου δοθεί

ετούτη η χάρη.

Γιατί καί τό τραγούδι τό φορτώσαμε μέ τόσες μουσικές

πού σιγά-σιγά βουλιάζει

καί τήν τέχνη μας τή στολίσαμε τόσο πολύ πού φαγώθηκε

από τά μαλάματα τό πρόσωπό της

κι είναι καιρός νά πούμε τά λιγοστά μας λόγια γιατί η

ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

Άν είναι ανθρώπινος ο πόνος δέν είμαστε άνθρωποι μόνο

γιά νά πονούμε

γι’ αυτό συλλογίζομαι τόσο πολύ, τούτες τίς μέρες, τό

μεγάλο ποτάμι

αυτό τό νόημα πού προχωρεί ανάμεσα σέ βότανα καί σέ

χόρτα

καί ζωντανά πού βόσκουν καί ξεδιψούν κι ανθρώπους πού

σπέρνουν καί πού θερίζουν

καί σέ μεγάλους τάφους ακόμη καί μικρές κατοικίες τών

νεκρών.

Αυτό τό ρέμα πού τραβάει τό δρόμο του καί πού δέν είναι

τόσο διαφορετικό από τό αίμα τών ανθρώπων

κι από τά μάτια τών ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα

χωρίς τό φόβο μές στήν καρδιά τους,

χωρίς τήν καθημερινή τρεμούλα γιά τά μικροράματα ή

έστω καί γιά τά μεγάλα

όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα καθώς ο στρατοκόπος πού

συνήθισε ν’ αναμετρά τό δρόμο του μέ τ’ άστρα,

όχι όπως εμείς, τήν άλλη μέρα, κοιτάζοντας τό κλειστό

περιβόλι στό κοιμισμένο αράπικο σπίτι,

πίσω από τά καφασωτά, τό δροσερό περιβολάκι ν’ αλλάζει

σχήμα, νά μεγαλώνει καί νά μικραίνει,

αλλάζοντας καθώς κοιτάζαμε, κι εμείς, τό σχήμα τού

πόθου μας καί τής καρδιάς μας,

στή στάλα τού μεσημεριού, εμείς τό υπομονετικό ζυμάρι

ενός κόσμου πού μάς διώχνει καί πού μάς πλάθει,

πιασμένοι στά πλουμισμένα δίχτυα μιάς ζωής πού ήτανε

σωστή κι έγινε σκόνη καί βούλιαξε μέσα στήν άμμο

αφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο τό απροσδιόριστο

λίκνισμα πού μάς ζάλισε μιάς αψηλής φοινικιάς.

~Γιώργος Σεφέρης

~Κάϊρο, 20 Ιουνίου `42