Posts Tagged ‘Γιάννης’

Cloe and Alexandra_cover_aug265ritsos front cover

Three Greek Poets


I met Cloe Koutsoubelis and Alexandra Bakonika in Facebook. We share each other’s poems and experiences. I personally met them summer of 2012 when I travelled to Greece. They both live in Thessaloniki. They are two contemporary Greek Poetesses with passionate voices that work from within today’s human condition to describe its pain and pleasure; two voices so similar and yet so different in their expression of the internal. They are two poetesses who try to blend both pain and pleasure into an acceptable concept.

Yannis Ritsos is the most prolific 20th century Greek poet. He has written 117 books of prose, poetry and translations. I first met his work as a song back in 1960ies Greece when his poem “Epitaphios” was set in music by the world famous Mikis Theodorakis. Yannis Ritsos was exiled twice in his life for his political views and this was reflected in his early poems, however as he grew into maturity his poetry shifted from the politically motivated poetry into the internationally accepted and recognized marvel that we know today. I am truly proud that his daughter Eri Ritsos was so overwhelmingly enthusiastic about my involvement in this translation and after two years of hard work the book became a reality.


Cloe Koutsoubelis:


Περίμενα, περίμενα

xωρίς κορμί, μόνο ψυχή-καπνός για την εστία.

Είχα βέβαια και το κέντημα για παρηγοριά

ύστερα ήταν κι οι μνηστήρες

όμως έπληττα θανάσιμα με τα χοντρά αστεία.

Κάποια ανακούφιση ο Τηλέμαχος,

όμως κι αυτός έψαχνε τον πατέρα.

Ένα βράδυ έκανα έρωτα με έναν υπηρέτη.

Το σώμα του ζεστό ψωμί

έσταζε μέλι και κρασί.

Δεν με πείραξε που έγινε.

Μόνο ότι πεισματικά η Ιστορία το αγνόησε.


I waited and waited

without body, just a soul-smoke

for the fireplace.

Of course I had my yarn for company

then there were the suitors yet

I was bored with their rough jokes.

Telemachus was a relief

although he also searched for his father.

One night I slept with a servant.

His body was like warm bread

dipped in honey and wine.

It happened, it didn’t bother me.

Though purposefully history ignored it.



Η γνώμη του με κέντρισε:

«Είναι φτηνά και άνοστα τα πορνογραφικά έντυπα,

ενώ τα ποιήματά σου διεγείρουν

και συγχρόνως προκαλούν ανάταση ψυχής.

Έχω εξάρτηση, είμαι ναρκομανής με τους στίχους σου».

Ξανασκέφτηκα την άποψή του.

Διόλου αμελητέος αντίπαλος η πορνογραφία,

πανστρατιές με βουλιμία τη διαβάζουν.

Τιμή μου να βγάζω άχρηστα τα έντυπα

και την παραλογοτεχνία της.


His opinion intrigued me:

‘The porno-press is cheap and

tasteless; though your poems

arouse while they generate

certain elation for the soul.

I’m hooked on them, I yearn

for your verses like a druggie.’

I thought of his opinion again.

The porno-press isn’t a negligible

competitor, thousands of people read it.

It was my honour to prove it

useless and illiterate.




Έφυγε γρήγορα τό καλοκαίρι: Δέν προφτάσαμε.

Μεγάλα σύγνεφα κρέμονται πάνω απ’ τά βουνά

σάν προσωπεία αρχαίας τραγωδίας. Τί νά κάνουμε;


Τά παπούτσια μας, όσο παλιά, πάντοτε μάς στενεύουν λίγο.

Μάς στενεύει τό φώς, μάς στενεύει τό σύγνεφο.

Φτάνουμε μπροστά σ’ ένα ανθισμένο δέντρο

μπροστά στό ψωμί, μπροστά στό νερό,

μπροστά στό πιό αυριανό παράθυρο

κάπως αμήχανοι, λαχανιάζοντας,

μέ τήν αίσθηση μιάς αιώνιας καθυστέρησης.


Τόσο μακρυά τραβήξαμε, λοιπόν;


The summer ended quickly. We ran out of time.

Big clouds hung on top of the mountains

like masks of an ancient tragedy. What should we do?


Our shoes, whatever old, are always a bit tight.

The light is narrow, the cloud is cinched down.

We stop in front of the bloomed tree

in front of bread, water

before tomorrow’s window

somewhat embarrassed, panting

with the emotion of an eternal delay.


Have we truly come this far?


About the translator:

Manolis (Emmanuel Aligizakis) is a Greek-Canadian poet and author. He was recently appointed an honorary instructor and fellow of the International Arts Academy, and awarded a Master’s for the Arts in Literature. He is recognized for his ability to convey images and thoughts in a rich and evocative way that tugs at something deep within the reader. He graduated from the Panteion University of Athens with a diploma in political Sciences. He studied English Literature at Simon Fraser University. He has written three novels and numerous collections of poetry, which are steadily being released as published works. His articles, poems and short stories in both Greek and English have appeared in various magazines and newspapers in Canada, United States, Sweden, Hungary, Romania, Australia, and Greece. 


Ritsos_front large

Τώρα τά διπλώνω στά τέσσερα, στά οχτώ, στά δεκάξη

ν’ απασχολώ τά δάχτυλά μου. Καί τώρα θυμήθημα

πώς έτσι μετρούσα τή μουσική σάν πήγαινα στό Ωδείο

μέ μπλέ ποδιά κι άσπρο γιακά, μέ δυό ξανθές πλεξούδες

— 8, 16, 32, 64, —

κρατημένη απ’ τό χέρι μιάς μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φώς

καί ρόζ λουλούδια,

(συχώρεσέ μου αυτά τά λόγια — κακή συνήθεια ) — 32, 64, — κ’ οι

δικοί μου στήριζαν

μεγάλες ελπίδες στό μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σούλεγα γιά

τήν πολυθρόνα —

ξεκοιλιασμένη — φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τά άχερα —

έλεγα νά τήν πάω δίπλα στό επιπλοποιείο,

μά πού καιρός καί λεφτά καί διάθεση — τί νά πρωτοδιορθώσεις; —

έλεγα νά ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, — φοβήθηκα

τ’ άσπρο σεντόνι σέ τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθησαν

άνθρωποι πού ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κ’ εσύ κι όπως

κ’ εγώ άλλωστε,

καί τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ τό χώμα δίχως νά ενοχλούνται απ’ τήν

βροχή ή τό φεγγάρι.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Θα σταθούμε λιγάκι στήν κορφή τής μαρμάρινης σκάλας τού Άη – Νι


ύστερα εσύ θά κατηφορίσεις κ’ εγώ θά γυρίσω πίσω

έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τή ζέστα απ’ τό τυχαίο άγγιγμα τού

σακκακιoύ σου

κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα

κι αυτή τήν πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι πούναι σάν μια μεγάλη συνο-

δεία ασημένιων κύκνων —

καί δέ φοβάμαι αυτή τήν έκφραση, γιατί εγώ

πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε μέ τό Θεό πού μού


ντυμένος τήν αχλύ καί τή δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,

καί πολλούς νέους, πιό ωραίους κι από σένα ακόμη, τού εθυσίασα,

έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μές στή λευκή μου φλόγα, στή λευ-

κότητα τού σεληνόφωτος,

πυρπολημένα απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τή δισταχτικήν

έκσταση των εφήβων,

πολιορκημένα από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,

άλκιμα μέλη γυμνασμένα στό κολύμπι, στό κουπί, στό στίβο, στό ποδό-

σφαιρο ( πού έκανα πώς δέν τάβλεπα )

μέτωπα, χείλη καί λαιμοί, δάχτυλα καί μάτια,

στέρνα καί μπράτσα καί μηροί ( κι αλήθεια δέν τάβλεπα )

—ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σού φτάνει

ο θαυμασμός σου, —

θέ μου, τί μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σέ μιάν αποθέωση αρνημέ-

ων άστρων

γιατί, έτσι πολιοκρημένη απ’ έξω κι από μέσα,

άλλος δρόμος δέ μούμενε παρά μονάχα πρός τά πάνω ή πρός τά κάτω.

—    Όχι, δέ φτάνει.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Now I fold them in four in eight in sixteen

to keep my fingers busy And now I remember

that’s how I kept the beat in music long ago at

Music School with a blue uniform and white collar with

two blond braids – eight sixteen thirty-two sixty-four

held by the hand of a small peach tree a friend of mine

full of light and rosy flowers

(forgive me for these words – bad habit) – 32 – 64 – and

my family had

so many hopes for my music talent So I was saying to you

about the armchair –

disemboweled – the rusted springs are visible the straw –

I thought of taking it to the furniture shop next door

but who has the time the money and desire – what can you

fix first? – I thought of throwing a sheet on it – but I was afraid

of the white sheet in this moonlight Here sat

people who dreamed great dreams like you and like me

and now they rest under the earth without being disturbed by

rain or moon

Let me come with you

We shall stop for a while at the top of the marble stairs

of Saint Nicolas

then you will go down the road and I’ll return

having on my left side the warmth from touching your coat

by chance

and even some square lights from the small neighborhood


and this snow white vapor from the moon that resembles a big

procession of silver swans –

and I don’t fear this expression because during

many spring nights I talked to God who appeared to me

dressed in the haze and glory of moonlight such as this

and I sacrificed to Him many young men even more handsome

than you

thus white and unreachable I became vapor in my white flame

in the whiteness of moonlight

conflagrated by the insatiable eyes of men and by the hesitant

ecstasy of ephebes

besieged by graceful sunburned bodies

vigorous limbs trained in swimming in oaring in gymnastics

and football (though I pretended I didn’t notice)

foreheads lips and necks knees fingers and eyes

chests and arms and thighs (and truly I didn’t notice them)

– you know sometimes in admiring you forget what you

admire your admiration is enough –

my god what eyes filled with stars and I rose in an apotheosis

of denied stars

because besieged as I was from outside and from within

I had no other path but only upward or downward

– no it’s not enough

Let me come with you.