Posts Tagged ‘βουβός’

CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd

ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ

Αντικριστά καθίσαμε
με τα μάτια φτιάξαμε σιωπή
η σιωπή μας λέξεις
που δε ξέραμε τι να τις κάνουμε
αντικριστά μα όχι δίπλα
κοιτάζοντας τα χέρια
που φώναζαν τη βουβή
ανάγκη τους για λέξεις
που χαιδεύουν

Έσκυψες και φίλησες
τη σιωπή των χεριών μου
μίλησε η ματιά με τη βροχή
SILENCE OF HANDS

We sat opposite each other
with our eyes we created silence
our silence words
we didn’t know how to use
opposite not next to each other
seeing our hands
that cried their silent
need for words
that caress

You leaned and kissed
the silence of my hands
my glance talked to the rain
~CARESSING MYTHS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2015

Tasos Livaditis_Vanilla

SILENT FACES

“Don’t go”, I say to him, but he had already started along with
the other convicts; he only left behind his hand that often held me
by the edge of the bridge; a sick horse was rotting away on the side
of the road and at night I would hear the weathervane helping it to
turn to the other side
I remembered the first night when we buried father — oh, how
I hated him for the role of the servant he played, opening our door
to the great darkness
forlornness and only the cracked walls made visible the horrible
silent faces we often pass by.
There I lived so lonely that I heard the other voices and when
night came the dead stole my blanket and lied outside the door
until the new day broke and the rooster’s call was crucified
over my body.

ΒΟΥΒΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

“Μή φεύγεις” του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους
άλλους καταδίκους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με
κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην
άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το
βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα — πως τον
μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιξε, ανοί-
γοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα
φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν
νύχτωνε, οι νεκροί μου κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω
απ’ την πόρτα, ώσπου ξημέρωνε και σταυρωνόταν πάνω μου το
λάλημα του πετεινού.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com