Posts Tagged ‘βιβλίο’

ubermensch cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

http://www.ekstasiseditions.com

Advertisements

Chthonian Bodies_cover_Oct2.indd

HYMNIST

I evoke the Great Spirit
to descend to my essence
ally to my ethos and

I hymn the character of man who
suddenly sprang out of my body

the head of beast to decorate
with roses and carnations
with fragrance the Gates of Heaven

to open and enter barefoot
pure as in his dream
rascal of weather and song

as he was on Earth and
in the hatred of their primeval God
men of the boats who boasted
about their shallow knowledge

let them be satisfied in
their sweet ignorance and

let me dwell in my aloofness
lonely lover of the breeze
ΥΜΝΗΤΗΣ

Το Μεγάλο Πνεύμα επικαλούμαι
στο είναι μου να εισχωρήσει
σύμμαχος του ήθους μου

κι υμνώ το χαρακτήρα του ανθρώπου
που απ’ την ύπαρξή μου ανάβλυσε
την κεφαλή του κτήνους να κοσμίσει

με ρόδα και γαρύφαλλα
και μ’ ευωδία την Πύλη Παραδείσου
ν’ ανοίξει ο άνθρωπος ξυπόλητος να μπει

σαν και στο όνειρό του αγνός
παιγνίδι του καιρού και τραγουδιού
που έζησε πάνω στη Γη

και στο προαιώνειο μίσος του Θεού
φονιάδων που με καράβια ήρθαν
με την επιφανειακή τους γνώση
στην άγνοιά τους ας είναι ευτυχισμένοι

κι εγώ ας παραμείνω απόμακρος
μονιάς της αύρας εραστής

CHTHONIAN BODIES, paintings by Ken Kirkby, Poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015

George Seferis_cover

Από το βιβλίο ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ/From the book MYTHISTOREMA

XXI

We who started out on this pilgrimage
looked at the broken statues
we lost ourselves and said life is not exhausted
so easily
that death has unfathomable ways
and its own special justice

that when we died standing on our feet
like brothers inside the stone
united in toughness and weakness
the ancient dead escaped the circle and have
been reborn
and smile in a peculiar silence.
ΚΑ’

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο
εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη,

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και
αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία.
~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

George Seferis_cover

ACTORS

We put up theaters and take them down
wherever we may find ourselves
we put up theaters and set the stage
yet our destiny always wins and

it sweeps them as it sweeps us
the actors and the actors’ director
the prompter and the musicians
scattered to the five hasty wings.

Flesh, mats, woods, make-up
rhymes, emotions, peplos, jewellery
masks, sunsets, wails, and yelling
and exclamations and sun risings

thrown amongst us in disarray
(where are we going? where are you going?)
exposed nerves over our skin
like the stripes of a zebra or an onager

naked and airy, dry and burning
(when were we born? when they buried us?)
and stretched like the strings
of a lyre that always buzzes. Look also

at our hearts; a sponge
dragged on the street and the bazaar
drinking the blood and the bile
of the tetrarch and of the thief

~Middle East, 1943

“George Seferis-Collected Poems”, translated by Manolis Aligizakis, Libros libertad, 2012
Book was short-listed at the National Greek Literary Awards, category translation, the highest Greek poetry recognition.

ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε
όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά,
όμως η μοίρα μας πάντα νικά

και τα σαρώνει και μας σαρώνει
και τους θεατρίνους και το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς.

Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες, αισθήματα, πέπλα, στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι και κραυγές
κι επιφωνήματα και χαραυγές

ριγμένα ανάκατα μαζί μ’ εμάς
(πες μου που πάμε; πες μου που πας;)
πάνω απ’ το δέρμα μας γυμνά τα νεύρα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα

γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
(πότε μας γέννησαν; πότε μας θάψαν;)
και τεντωμένα σαν τις χορδές
μιας λύρας που ολοένα βουίζει. Δες

και την καρδιά μας∙ ένα σφουγγάρι,
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνοντας το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή.

Μέση Ανατολή, Αύγουστος ’43

George Seferis_cover
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Γ’

Μέμνησο λουτρών οίς ενοσφίσθης

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
τ΄ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει.

Κοιτάζω τα μάτια, μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ με το στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη,

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα.

MYTHISTOREMA

C’

Remember the baths where you were murdered

I woke up with this marble head in my hands
that exhausts my elbows and I don’t know where
to lean it.
It was falling in the dream as I was coming out of the dream
thus our lives joined and it will be very difficult for us to
separate again.

I gaze in the eyes; neither open nor closed
I speak to the mouth that keeps trying to speak
I touch the cheeks that have gone through the skin.
I don’t have any other strength;

my hands disappear and come back near me
mutilated.

~George Seferis-Collected Poems/translated by Manolis Aligizakis
~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη