Posts Tagged ‘βασιλιάς’

images Head of

Ο Φίλιππος Β΄ o Μακεδών (382 – 336 π.Χ.) ήταν ο βασιλιάς που έκανε τη Μακεδονία ισχυρό κράτος. Ένωσε υπό την ηγεμονία του τα υπόλοιπα ελληνικά κράτη και επί της ουσίας προετοίμασε την κατάκτηση της Περσίας και του μεγαλύτερου μέρους του τότε γνωστού κόσμου από τον Μέγα γιο του, τον Αλέξανδρο.
Λέγεται ότι ο πανίσχυρος Φίλιππος της Μακεδονίας, είχε δώσει μια πάγια εντολή στον πιο έμπιστο δούλο του, αυτόν που μια ζωή μισοκοιμόταν έξω από την πόρτα του ηγεμόνα σαν πιστό σκυλί για τις ανάγκες της νύχτας και που ήταν ο πρώτος άνθρωπος που αντίκριζε ο βασιλιάς με την τσίμπλα στο μάτι.

Αντί για καλημέρα, ο δούλος είχε εντολή να λέει στον αγουροξυπνημένο αφέντη του:”Μέμνησο ότι άνθρωπος εί”. Να θυμάσαι ότι είσαι άνθρωπος, που πάει να πει.

Η φράση μας έμεινε στην καθομιλουμένη γλώσσα -και τη θυμήθηκα στην πιο απλή και πιο κυριολεκτική της έννοια, διαβάζοντας κάποιες πληροφορίες για τον φράχτη του Έβρου. Μια συγκλονιστική περιγραφή για την αποτελεσματικότητα του σιδερένιου φράχτη, που στο μυαλό μας οι περισσότεροι τον είχαμε, ίσως, ως έναν απλό, αλλά αποτελεσματικό κοτόσυρμα που στήθηκε για να εμποδίζει την είσοδο στις ροές των απελπισμένων. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα ανθρωποφάγο μηχανικό τέρας. Πραγματικά αξίζει να διαβαστούν οι λεπτομέρειες, για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε.

Εν τω μεταξύ, με είχε πολύ ξενίσει η προηγούμενη δήλωση του Έλληνα πρωθυπουργού, ο οποίος υπερασπιζόμενος τη χρησιμότητα του επονείδιστου φράχτη κι αναφερόμενος στους πολέμιούς του, στους οποίους μέχρι προ ολίγου συγκαταλεγόταν κι ο ίδιος, είπε χαρακτηριστικά: “Φαίνεται καλή ιδέα (σ.σ. η κατάργηση του φράχτη) για εκείνους που δεν έχουν ιδέα, που δεν γνωρίζουν ότι υπάρχουν νάρκες στον Έβρο”.

Τι αφελής δήλωση, σκέφτηκα, ακούγοντάς τον να την εκστομίζει. Κι ας μην έχω ούτε εγώ ιδέα, υπολόγισα με το φτωχό μου το μυαλό ότι δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρχουν νάρκες στη συνοριακή γραμμή του Έβρου. Αν υπήρχαν νάρκες, δεν θα υπήρχε λόγος, εξ αρχής, να έχει στηθεί εκεί αυτός ο φριχτός φράχτης. Πράγματι, τα στοιχεία ήρθαν από τους 1101, για να επιβεβαιώσουν την ανοησία της πρωθυπουργικής δήλωσης, αφού τεκμηριώνεται ότι νάρκες δεν υπάρχουν στον Έβρο!

Τι να πει κανείς? Γιατί άραγε αυτή η υποκρισία, όταν στα νερά του Αιγαίου πελάγους πνίγονται παιδιά για να πλουτίζουν οι δουλέμποροι της Ανατολίας κι οι όμοιοί τους, οι Έλληνες μαυραγορίτες?

Φτάνουν άραγε τα κακοτραβηγμένα ενσταντανέ με τις τρεις λεσβίες γιαγιάδες που ταϊζουν με το μπιμπερό το προσφυγόπουλο, για να απαλυνθεί ο πόνος των κατατρεγμένων? Ασφαλώς και όχι!

Πώς μπορεί να αντιληφθεί ένας απλός άνθρωπος με σώας τας φρένας, τους λόγους για τους οποίους ο απαίσιος φράχτης δεν έχει ήδη μετατραπεί σε καυτό σημείο υποδοχής των προσφύγων? Ακόμα χειρότερα, αδυνατεί να διανοηθεί ένας λογικός άνθρωπος ότι αυτό το διαβολικό εργαλείο προορίζεται να παραμείνει, πρωτοδεύτερη φορά αριστερά, ως έχει: μια ανθρωποφάγος μηχανή, προορισμένη να κάνει κιμά την ανθρώπινη σάρκα και να ακυρώνει όνειρα και ζωές.

Αλήθεια, πώς να καταλάβει ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, μετά από όλες αυτές τις εκατοντάδες των πνιγμένων παιδιών, τους λόγους για τους οποίους επιτρέπεται ακόμα να βουτούν στη μανιασμένη θάλασσα του Αιγαίου οι απελπισμένοι?

Πώς μπορεί να εκλάβει μια ολόκληρη κοινωνία τον λόγο ενός ανθρώπου που είναι επιφορτισμένος με τον ρόλο ενός πρωθυπουργού που ευαγγελίζεται το διαφορετικό και που θέλει να θεωρείται ηγέτης, όταν αυτός ψεύδεται ανοήτως -επειδή το ψεύδος είναι αυταπόδεικτο- αλλά και αλόγως -αφού η λογικότερη λύση θα ήταν η διοχέτευση των μεταναστευτικών ροών στα σύνορα του Έβρου, όπου η μεταχείριση θα ήταν ευχερέστερη και ασφαλέστερη για την ασφάλεια των κατατρεγμένων?

Ερωτήσεις, χωρίς απαντήσεις –κι έτσι πορευόμαστε με τις αδικοχαμένες ψυχές κάθε μέρα να μεγεθύνουν την εκατόμβη τους.

Κρίμα που ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν έχει δίπλα του κι αυτός έναν παρατρεχάμενο να του ψιθυρίζει κάθε πρωί στο αυτί, να θυμάται κι αυτός να είναι άνθρωπος.

Διότι, κι αν ακόμα δεν έχει ιδέα για τι μιλάει μερικές φορές, αν δεν ξεχνούσε ότι είναι άνθρωπος, σίγουρα θα απέφευγε τέτοιες κακοτοπιές που μόνο προσθέτουν πόντους ντροπής στην εθνική μας αξιοπρέπεια και που κάθε μέρα κοστίζουν ακόμα περισσότερες ζωές. Χαμένες ζωές που κάνουν τον πρωθυπουργό να φαντάζει τόσο τραγικά αδύναμος και τόσο απογοητευτικά μικρότατος στα μάτια μιας κοινωνίας που, κατά τα άλλα, δηλώνει ευχαριστημένη από τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος, ρίχνοντας ταυτόχρονα και ποταμούς κροκοδείλιων δακρύων στη θέα των φωτογραφιών των ξεβρασμένων στις ακτές πτωμάτων.

Η φωτοσύνθεση είναι από την OKTANA

https://raskolnick.wordpress.com/2015/11/06/humane/

Advertisements

~Γιώργος Σεφέρης

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

Ασίνην τε…

~Ιλιάδα

Κοιτάξαμε όλο τό πρωί γύρω-γύρω τό κάστρο

αρχίζοντας από τό μέρος τού ίσκιου εκεί πού η θάλασσα

πράσινη καί χωρίς αναλαμπή, τό στήθος σκοτωμένου

παγονιού

μάς δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες τού βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ’ άγγιγμα τού νερού, καθώς τό μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε νά ξεφύγει τό κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από τό μέρος τού ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

ααί τό φώς τρίβοντας διαμαντικά στά μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς τής Ασίνης πού τόν γυρεύαμε δυό χρόνια

τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τόν όμηρο

μόνο μιά λέξη στήν ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σάν τήν εντάφια χρυσή προσωπίδα.

Τήν άγγιξες, θυμάσαι τόν ήχο της; κούφιο μέσα στό φώς

σάν τό στεγνό πιθάρι στό σκαμμένο χώμα,

κι ο ίδιος ήχος μές στή θάλασσα μέ τά κουπιά μας.

Ο βασιλιάς τής Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ τήν προσωπίδα

παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα¨

‘Ασίνην τε…Ασίνην τε…’

καί τά παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στά διαστήματα τών στοχασμών καί τά καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι,

κάτω απ’ τήν προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τά μεγάλα μάτια τά καμπύλα χείλια τούς

βοστρύχους

ανάγλυφα στό μαλαματένιο σκέπασμα τής ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό πού ταξιδεύει σάν τό ψάρι

μέσα στήν αυγινή γαλήνη τού πελάγου καί τό βλέπεις-

ένα κενό παντού μαζί μας.

Καί τό πολυί πού πέταξε τόν άλλο χειμώνα

μέ σπασμένη τή φτερούγα

σκήνωμα ζωής,

κι η γυναίκα πού έφυγε νά παίξει

μέ τά σκυλόδοντα τού καλακαιριού

κι η ψυχή πού γύρεψε τσιρίζοντας τόν κάτω κόσμο

κι ο τόπος σάν τό μεγάλο πλατανόφυλλο πού παρασέρνει

ο χείμαρος τού ήλιου

μέ τ’ αρχαία μνημεία καί τή σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τίς πέτρες κι ανα-

ρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στίς χαλασμένες τούτες γραμμές τίς ακμές τίς

αιχμές τά κοίλα καί τίς καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ πού συναντιέται τό πέταγμα τής βροχής τού αγέρα

καί τής φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση τού προσώπου τόσ χήμα τής στοργής

εκείνων πού λιγόστεψαν τόσο παράξενα μές στή ζωή μας

αυτών πού απόμειναν σκιές κυμάτων καί στοχασμοί με

τήν απεραντοσύνη τού πελάγου

ή μλήπως όχι δέν απομένει τίποτε παρά μόνο τό βάρος

η νοσταλγία τού βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής

εκεί πού μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σάν τάκλωνάρια τής φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στή

διάρκεια τής απελπισίας

ενώ τό ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μές στό βούρκο

εικόνα μορφής πού μαρμάρωσε μέ τήν απόφαση μιάς

πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από τό βάθος τής σπηλιάς μιά νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στό φώς σάν τή σαϊτα πάνω στό σκουτάρι.

‘Ασίνην τε   Ασίνην τε…’. Νά ‘ταν αυτή ο βασιλιάς τής

Ασίνης

πού τόν γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σέ τούτη τήν

ακρόπολη

γγίζοντας κάποτε μέ τά δάχτυλά μας τήν αφή του

πάνω στίς πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι `38-Αθήνα, Γεν. `40

~Γιώργος Σεφέρης

George Seferis/Translation Manolis Aligizakis

THE KING OF ASINI

Ασίνην τε…ILIAD

We looked all around the citadel for the whole morning

starting from the shaded side there where the sea

green and without reflection, breast of the slaughtered

peacock,

welcomed us like time without any chasm in it.

The veins of the rock descended from high up

twisted vines, naked, multi-branched turning alive

at the touch of water, as the eye following them

struggled to escape the tedious rocking

of sea growing slowly-slowly weaker.

On the sunny side a long deserted beach

and the light rubbing diamonds on the great walls.

Not any living being, the wild doves gone

and the king of Asini, whom we’ve looked for

the last two years

unknown, forgotten by all and also by Homer

only one word in Iliad and even that uncertain

thrown here like a burial golden mask.

You touched it, do you remember its sound? Hollow

in the light like the dry jar in the dug soil;

and the same sound in the sea made by our oars.

The king of Asini emptiness under the mask

everywhere with us, everywhere with us, under one name:

‘Aσίνην τεΑσίνην τε…’

and his children statues

and his desires fluttering of birds and the wind

among interstices of his thoughts and his ships

moored in an invisible post

under the mask a void.

Behind the big eyes, the contoured lips, the curls

glyphs on the gold cover of our existence

a dark point traveling like a fish

in the dawn serenity of pelagos and you see it:

a void everywhere with us.

And the bird that flew away the last winter

with a broken wing

relic of life,

and the young woman who left to play

with the dog-teeth of summer

and the soul that reached the underworld shrieking

and the landscape like a large plane tree leaf swept by

the sun’s torrent

with the ancient temples and contemporary sorrow.

And the lingering poet, looks at the stones and

wonders

do they really exist

between these erased lines, the edges, the hollows

the contours

do they really exist

here where the rain’s passing meets with the wind

and ravage

they do exist, the movement of life, the shape of tenderness

of those who faded out so strangely in our lives

of those who remained as shadows of waves and thoughts

in the endlessness of pelagos

or perhaps no, nothing remains but the weight

the nostalgia of the weight of an alive existence

there where we remain unsubstantial bending

like branches of the terrible willow tree piled in

the continued despair

while the yellow current slowly carries down rushes

uprooted in the mud

image of a form turned into stone by the sentence

of an everlasting bitterness.

The poet a void.

The sun carrying a shield rose fighting

and from depths of the cave a startled bat

pierced the light like an arrow pierces a shield:

Ασίνην τε  Ασίνην τε…’ As though it was her

the king of Asini

who we have so carefully searched for on this

acropolis

sometimes touching with our fingers his touch

on the stones.

Asini, summer ’38—Athens Jan ‘40     

~Geoprge Seferis

~Translation Manolis Aligizakis