Posts Tagged ‘αφαίρεση’

Ritsos_front large

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

 

Κυριακή. Γυαλίζουν τα κουμπιά στα σακκάκια
σα μικρά γέλια. Το λεωφορείο έφυγε.
Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο
να μπορείς ν’ ακούς και ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τα πεύκα
ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μια γυναίκα
είπε σε κάποιον καλημέρα—μια τόσο απλή και φυσική
καλημέρα
που θάθελες κ’ εσύ να μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τα πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Να μπορείς να κοιτάζεις
έξω από σένα — ζεστασιά και ησυχία. Να μην είσαι
“μονάχα εσύ”, μα “και εσύ”. Μια μικρή πρόσθεση,
μια μικρή πράξη της πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,
που κ’ ένα παιδί μπορεί να την πετύχει παίζοντας στο φως
τα δάχτυλά του
ή παίζοντας αυτή τη φυσαρμόνικα για ν’ ακούσει η γυναίκα.

 
UNDERSTANIDNG

 

Sunday. Buttons of coats shine
like small laughter. The bus is gone.
Some cheerful voices – strange
that you can hear and you can answer. Under the pine trees
a worker is trying to learn harmonica. A woman
said good morning to someone – so simple and natural good
morning
that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside
yourself – warmth and serenity. Not to be
‘just yourself ’ but ‘you too’. A small addition,
a small act of practical arithmetic easily understood
that even a child can successfully do by playing with his fingers
in the light
or playing this harmonica so the woman can hear it.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

ritsos front cover

Απόγευμα

Τό απόγευμα είναι όλο πεσμένους σουβάδες, μαύρες πέτρες, ξερά

        αγκάθια.

Τό απόγευμα έχει ένα δύσκολο χρώμα από παλιά βήματα πού

       μείναν στή μέση

από παλιά πιθάρια θαμμένα στήν αυλή, καί πάνω τους η κούραση

       καί τό χορτάρι.

Δυό σκοτωμένοι, πέντε σκοτωμένοι, δώδεκα—πόσοι καί πόσοι.

Κάθε ώρα έχει τό σκοτωμένο της. Πίσω απ’ τά παράθυρα

στέκουν  αυτοί πού λείπουν καί τό σταμνί μέ τό νερό πού δέν ήπιαν.

Κι αυτό τό αστέρι πού έπεσε στήν άκρη τής βραδιάς

είναι σάν τό κομμένο αυτί πού δέν ακούει τά τριζόνια

πού δέν ακούει τίς δικαιολογίες μας—δέν καταδέχεται

ν’ ακούσει τά τραγούδια μας—μονάχο, μονάχο,

μονάχο, αποκομμένο, αδιάφορο γιά καταδίκη ή γιά δικαίωση.

Afternoon

The afternoon is full of fallen plaster, black stones, dry

          thorns.

The afternoon has a difficult color of old footsteps stopped

          halfway

of old storage jars buried in the yard and over them tiredness

          and grass.

Two people killed, five killed, twelve – so many, so many.

Each hour has its own killed person. Behind the windows

stand the ones who left and the pitcher with water they didn’t drink.

And this star that fell at the edge of the evening

is like the severed ear that cannot hear the crickets

that cannot hear our excuses – it disdains

to hear our songs – alone, alone,

alone, detached, indifferent to condemnation or justification.

Κατανόηση

Κυριακή. Γυαλίζουν τά κουμπιά στά σακκάκια

σά μικρά γέλια. Τό λεωφορείο έφυγε.

Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο

νά μπορείς ν’ ακούς καί ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τά πεύκα

ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μιά γυναίκα

είπε σέ κάποιον καλημέρα—μιά τόσο απλή καί φυσική

       καλημέρα

πού θάθελες κ’ εσύ νά μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τά πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Νά μπορείς νά κοιτάζεις

έξω από σένα—ζεστασιά καί ησυχία. Νά μήν είσαι

“μονάχα εσύ”, μά “καί εσύ”. Μιά μικρή πρόσθεση,

μιά μικρή πράξη τής πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,

πού κ’ ένα παιδί μπορεί νά τήν πετύχει παίζοντας στό φώς

       τά δάχτυλά του

ή παίζοντας αυτή τή φυσαρμόνικα γιά ν’ ακούσει η γυναίκα.

Understanding

Sunday. Buttons of coats shine

like small laughter. The bus is gone.

Some cheerful voices – strange

that you can hear them and you can answer. Under the pine trees

a worker is trying to learn harmonica. A woman

said good morning to someone – so simple and natural good

        morning

that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside

yourself – warmth and serenity. Not to be

“just you” but “you too”. A small addition,

a small act of practical arithmetic easily understood

that even a child can successfully do by playing with his fingers

        in the light

or playing this harmonica so the woman can hear it.

Γιάννης Ρίτσος- Εκλεγμένα Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems, Translation by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com