Posts Tagged ‘απόγευμα’

Tasos Livaditis_Vanilla

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα
τίς θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα
η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι
πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

                                      ~So many stars

                                        and I starve to death.

 

                                     ~ Τόσα άστρα

                                         κι εγώ νά λιμοκτονώ

 

 

                                                          Afternoon Delights

 

    Or perhaps to be more accurate it all started by

this clock, a stupid, bald-headed clock, it wasn’t my fault—

every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my

aunties in young age, but one by one, so that the emptiness

of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat

blood, so much the city was inelegant

     that only the lack of interest for others gave our lives all

this endless depth.

 

                                                     Τέρψεις τού απογεύματος

 

    Ή μάλλον γιά νά ’μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’

αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—

απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα τίς

θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα

η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η

πόλη ήταν ακαλαίσθητη

     καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι

πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

      

     

 

                                                                             Reminder

 

    The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture,

like a Gospel quotation—so everything finished quickly and

Joanna cried and run back to the station, on the other hand it was

a secret that I’d forget as I tried to mention it, then I opened the violin

case—and only, at sometimes, when I grieved I put on my tie

in such a way, that they at last understand

     I have been hanged for a long time.

                                                                              Υπόμνηση

 

     Το δωμάτιο συνοικιακό, μέ λιγοστά έπιπλα, σάν περικοπή απ’

το Ευαγγέλιο—έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-

γοντας πίσω απ’ τό σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο πού

τό ξεχνούσα μόλις πήγαινα νά τό πώ, άνοιξα τότε τή θήκη τού

βιολιού—καί μόνο, καμιά φορά, μέ πιάνει τό παράπονο καί φοράω

τή γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, πού νά καταλάβουν, επιτέλους,

     ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.

 

 

                                                                   Perverted Passion

 

     Someday I’ll remember of something so nice, it’ll be

autumn, in that narrow side-street with the glass shops, where

when we went bankrupt, father sold dream books—since then

I never got of the dream although I was cold, to at least fall into

my perverted passion: melancholy or crowding—because, let us

be honest, I never loved anybody and this tender glance of mine

was just for personal use

     like the immortality of the poets.

 

                                                                     Ανώμαλα Πάθη

 

     Κάποτε θά θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά `ναι φθινόπωρο σ’

εκείνη τή μικρή πάροδο μέ τά υαλοπωλεία, εκεί πού, όταν ξεπέσα-

με, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες—από τότε δέν ξαναβγήκα απ’

τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ

στ’ανώμαλα πάθη μου: τή μελαγχολία ή τό συνωστισμό—γιατί,

άς είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανένανν ποτέ δέν αγάπησα κι αυτό τό

τρυφερό βλέμμα μου ήταν γιά εντελώς ιδιωτική χρήση

     σάν τήν αθανασία τών ποιητών.

 

 

                                                                            Peisistratos

 

     When, finally, after all the begging, the woman lied down and

lifted her dress, I chose to pick all the coins that fell—and all this

for a Peisistratos, as was the name of the café where I drank

my brandy and then the patrons laughed as I fell asleep on the chair

but what could I do that the dead remained vigilant in our dreams

and we had to fall asleep for them…

 

                                                                          Ο Πεισίστρατος

 

     Όταν, τέλος, ύστερα από τόσα παρακάλια, η γυναίκα ξάπλωσε

καί σήκωσε τό φόρεμά της, εγώ προτίμησα νά μαζέψω τά νομίσμα-

τα πού έπεσαν—κι όλα αυτά γιά έναν Πεισίστρατο, όπως έλεγαν

τό καφενείο όπου έπινα τά κονιάκ μου, κι ύστερα οι θαμώνες γελού-

σαν καθώς αποκοιμιόμουν στήν καρέκλα, αλλά τί νά `κανε, πού οι

νεκροί κάθονται άγρυπνοι μές στόν ύπνο μας καί πρέπει νά κοιμη-

θούμε καί γιά κείνους…

 

                                                                  Autumn Comment

 

     The gist of my story was a black reclining chair—though

where is the house now, where is the fruit bowl with the old

invitations, the napkins that concealed our laughter—only

the lamp is lit in the empty room, like someone who talks

to himself ignorant of the danger or like a woman you never

knew yet you must have fallen in love once

     amid the endless loneliness of an autumn day.

 

                                                              Φθινοπωρινό σχόλιο

 

     Τό ουσιώδες στή μικρή ιστορία μου ήταν μιά μάυρη κουνιστή

πολυθρόνα—αλλά πού είναι τώρα τό σπίτι, πού είναι η φρουτιέρα

μέ τά παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες πού πνίγαμε τά γέλια—

μόνον η λάμπα καίει ακόμα στήν άδεια κάμαρα, σάν κάποιον πού

συνομιλεί μέ τον εαυτό τουαγνοώντας τούς κινδύνους ή όπως μιά

γυναίκα πού δέν τή γνώρισες ποτέ κι όμως θά πρέπει κάποτα νά

`χατε αγαπηθεί πολύ

     μές στήν ατέλειωτη ερήμωση μιάς μέρας φθινοπώρου.

 

 

 

                                                                    New Professions

 

    “What are you doing there?” I ask him. “What can I do? He says—

I worry.”

     And he showed me all the closed doors.

 

                                                                   Νέα επαγγέλματα

 

     “Τί κάνεις εκεί;” τού λέω. “Τί κάνω, μού λέει—ανησυ-

χώ.”

     Καί μού `δειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.

~Tasos Livaditis/Τάσος Λειβαδίτης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη