Posts Tagged ‘απόγευμα’

Cloe and Alexandra_cover_aug265

 

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Καθόταν στο διπλανό τραπέζι,
είχε δική του παρέα κι όμως κάθε τόσο
γύριζε να με κοιτάξει,
με έψαχνε στα μάτια.
Πριν καθίσει απέναντί μου
υπήρχε το νωχελικό φως του απογεύματος
που έλουζε τα τραπέζια,
τα καθαρά τραπεζομάντιλα
και πιο πέρα τις πέτρες και τα δένδρα.
Μα πριν συμβούν όλα αυτά
ήμουν βυθισμένη σε μια απέραντη νωχέλεια,
σε μια απέραντη ηρεμία
που προδιέθετε και προετοίμαζε
μια τέτοια απόλαυση:
μέσα στο εξαίσιο φως
ένας άνδρας να με κοιτάζει.

 

THE AFTERNOON LIGHT

He was sitting at the next table
engaged in his own affairs
but every now and then
he turned to look at me
staring me in the eyes.
Before he sat opposite me
it was the languid afternoon light
which bathed the tables,
the clean tablecloths
and further off the rocks and trees.
And before all this happened
I was sunk in an overwhelming languidness,
in an overwhelming peacefulness,
which predisposed and prepared me
for such a thing to relish:
in that wondrous light
a man staring at me.

 

~Cloe and Alexandra, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2013

Advertisements

kiki-dimoula

ΑΠΟΓΕΥΜΑ

Ένα κομμάτι άνεμος που έπεσε στο δρόμο
κάθισε κι έπαιξε
στα σύρματα του ηλεκτρικού
μια μελωδία σιγανή
αφιερωμένη στη διάθεσή μου.
Αυτή για μια στιγμή μονάχα
ανασηκώθηκε και κοίταξε,
ύστερα αμετάπειστη και αδιάφορη
ξαναβυθίστηκε εντός μου.

AFTERNOON

A piece of the wind that fell on the street
sat on the electric wires
and in low tone
played a melody
dedicated to my mood.
This melody rose
momentarily and gazed;
then unconvinced and indifferent
re-sank deep inside me

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

 

Hear Me Out_cover_Jun9.indd

http://www.spreaker.com/user/6314317/air-play-poetry-corner-hear-me-out

On the Kitchen Counter

Good morning my love,
The day is of course just starting for me, although passed three
in the afternoon, but you see, I dedicate all my night to think of
you as I go to the various bars with my friends.
Yesterday I mused that three months have already gone since we
separated, three months that I haven’t found refuge in that little
dip of your chest. There where I told you it was my secret cave,
where I felt secure.
I mused that lone moment of summer when we lied down on the
beach and the sun burnt us, I dripped a few drops of sea water to
quench the thirst I had for your love.
I get up at noon I return home almost at daybreak.
Empty as always since you left, the house welcomes me with the
radio being on since morning and the lights set on the timer.
Toast and Happy Hippo cheese are my evening meal along with
pills for the hangover.
And tears ready to run down my cheeks.
This will pass, no matter what, it’ll pass.
I remember one time when we returned home after a night
at the bouzoukia, we prepared an omelette and fried bread
because we were hungry.
Then after we ate we left the plates on the table and made love
on the kitchen counter. At daybreak, before we went to bed
hugging each other to go to sleep.
Unique moments! Our love was such, as long as it lasted.
Yet it left a deep scar behind, a scar that refuges to heal and like
a cancer eats me up from within.

Στον πάγκο της κουζίνας

Καλημέρα, αγάπη μου!
Η μέρα βέβαια αρχίζει για μένα τώρα, που είναι πια περασμένες τρεις το μεσημέρι, αλλά βλέπεις, το βράδυ μου το αφιερώνω όλο για να σκέφτομαι εσένα, ενώ τριγυρνάω με αδιάφορες παρέες στα μπαράκια.
Αναλογιζόμουν χτες πως πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες που δεν είμαστε μαζί, που έχω να χωθώ στη λακκουβίτσα του στέρνου σου.
Εκεί που σου ’λεγα πως είναι η μυστική σπηλιά μου, που όταν βρίσκομαι δεν φοβάμαι πια τίποτα και κανέναν.
Θυμήθηκα εκείνη τη μοναδική στιγμή του καλοκαιριού, που όπως ήμασταν ξαπλωμένοι στην παραλία και μας έψηνε ο ήλιος, σου ‘σταξα μέσα της νερό απ’ τη θάλασσα και μετά το ήπια από ’κει, για να ξεδιψάσω τον έρωτά μου για σένα.
Ξυπνάω το μεσημέρι, Γυρίζω σπίτι μου τα ξημερώματα…
Άδειο, όπως πάντα, από τότε που έφυγες, το σπίτι, με καλωσορίζει με το ραδιόφωνο, που παίζει απ’ το πρωί και τα φώτα που ανάβουν με χρονοδιακόπτη, όταν σκοτεινιάζει.
Παξιμάδια, τυρί και Happy Hippo, το βραδινό μου, μαζί με τα χάπια για τον πονοκέφαλο απ’ το αλκοόλ.
Και τα δάκρυα στα μάτια μου, έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Θα περάσει, πού θα πάει! Θα περάσει.
Θυμάμαι μια φορά, που είχαμε γυρίσει ξημερώματα απ’ τα μπουζούκια και πριν κοιμηθούμε, φτιάξαμε ομελέτα και τηγανητό ψωμί, γιατί πεινούσαμε.
Και μετά, αφήσαμε τα πιάτα στο τραπέζι και κάναμε έρωτα στον πάγκο της κουζίνας. Ξημερώματα, πριν πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας.
Στιγμές μοναδικές! Έτσι ήταν όλη η αγάπη μας, όσο κράτησε.
Η αγάπη, όχι η συμβίωση.
Αυτή τράβηξε πολύ κι άφησε πίσω της μια ύπουλη πληγή, που δε λέει να γιατρευτεί και δουλεύει από μέσα, σαν σαράκι.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca

 

11698589_410431962495253_250161418084392050_n

JULY

July the twenty second, eight thirty-five in the morning, the nightingale hides in the branches when Hades decides to push His arm deep in the jar of ostracons and bring up the one with my name written in capital letters…MANOLIS…with patience He sharpens His sickle on the stone as the jasmine reminds Him of a special fragrance and the chickadee sings our national anthem.

—I want to go on a holiday trip, faraway to some secluded romantic place.

He comes to my humble hovel when suddenly Atropos, Clotho and Lachesis toss His mind between a rock and a hard place, from north to south, it dons on him: enough men taken the last few hours.

—Don’t be concerned with your blood pressure: add a little salt it gives taste to the food.

He changes His mind. He flies to Bosnia where men line for the taking. He leaves and leaves me free in peace.

—Let’s go to Mexico where lovers go, like the two of us, eh baby?

Ostracon with my name written in capital letters is put back in the immense jar of ostracons,
like a cell of heart tissue to its muscle.

—If we put enough money away we can go onto a Caribbean cruise this September.
ΙΟΥΛΙΟΣ

Εικοσιδύο Ιουλίου, οχτώ και τριανταπέντε το πρωί, τ’ αηδόνι κρύβεται στα κλαδιά καθώς ο Χάρος αποφασίζει να βάλει το χέρι στη μεγάλη σακκούλα με τα όστρακα και διαλέξει εκείνο με τ’ όνομά μου με κεφαλαία γράμματα γραμμένο…ΜΑΝΩΛΗΣ…υπομονετικά το δρεπάνι του στην πέτρα ακονίζει καθώς το γιασεμί του υπενθυμίζει μια συγκεκριμένη ευωδία και το μαυροπούλι τραγουδάει τον εθνικό μας ύμνο.

—Θέλω να πάμε διακοπές σε κάποιο μέρος μακρινό και ρομαντικό.

Κι ο Χάρος το φτωχικό μου σπίτι επισκέπτεται όταν ξαφνικά η Κλωθώ, η Άτροπος κι η Λάχεσις του ταλανίζουν το μυαλό μεταξύ πέτρας και γρανίτη, απ’ τ’ανατολικά στα δυτικά, κι αποφαίνεται: αρκετούς τις τελευταίες ώρες πήρε.

—Μη σε στενοχωρεί η πίεσή σου, βάλε λίγο αλάτι ακόμα στο φαί, το νοστιμίζει.

Κι ο Χάρος τη γνώμη του αλλάζει και πετά μακριά στη Μπόσνια που στέκουν όλοι στη γραμμή να σκοτωθούν. Φεύγει και μ’ αφήνει λεύτερο στην ησυχία μου.

—Πάμε στο Μεξικό που πάνε οι εραστές σαν εμάς τους δυο μωρό μου, εντάξει;

Τ’ όστρακο με τ’ όνομά μου γραμμένο με κεφαλαία γράμματα ρίχνεται ξανά στη σακκούλα σαν κύτταρο μυώνα πίσω στην καρδιά.

—Αν αποταμιεύσουμε μερικά χρήματα θα πάμε το Σεπτέμβριο κρουαζιέρα στην Καραβαϊκή.

~REMORSES and EPIPHANIES, collection in Progress.

ubermensch_cover

POTTER

At the edge of the village we arrived at the half-lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and joyous messages that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of beautiful words.

ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗΣ

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα
δοχεία οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά
και θαύματα, ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως
κι ο ήλιος στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι κι ένα χαμόσπιτο γιομάτο ωραίες λέξεις.
~Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

Tasos Livaditis_Vanilla

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα
τίς θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα
η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι
πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

                                      ~So many stars

                                        and I starve to death.

 

                                     ~ Τόσα άστρα

                                         κι εγώ νά λιμοκτονώ

 

 

                                                          Afternoon Delights

 

    Or perhaps to be more accurate it all started by

this clock, a stupid, bald-headed clock, it wasn’t my fault—

every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my

aunties in young age, but one by one, so that the emptiness

of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat

blood, so much the city was inelegant

     that only the lack of interest for others gave our lives all

this endless depth.

 

                                                     Τέρψεις τού απογεύματος

 

    Ή μάλλον γιά νά ’μαι πιό συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’

αυτό τό ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο καί φαλακρό, εγώ τί έφταιξα—

απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στόν καναπέ κι έτρωγα τίς

θείες μου σέ νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, γιά νά μή φανεί απότομα

η γύμνια τού τοίχου ή μιά φορά στό δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η

πόλη ήταν ακαλαίσθητη

     καί μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος γιά τούς άλλους είναι

πού έδωσε στή ζωή μας αυτό τό ατέλειωτο βάθος.

      

     

 

                                                                             Reminder

 

    The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture,

like a Gospel quotation—so everything finished quickly and

Joanna cried and run back to the station, on the other hand it was

a secret that I’d forget as I tried to mention it, then I opened the violin

case—and only, at sometimes, when I grieved I put on my tie

in such a way, that they at last understand

     I have been hanged for a long time.

                                                                              Υπόμνηση

 

     Το δωμάτιο συνοικιακό, μέ λιγοστά έπιπλα, σάν περικοπή απ’

το Ευαγγέλιο—έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-

γοντας πίσω απ’ τό σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο πού

τό ξεχνούσα μόλις πήγαινα νά τό πώ, άνοιξα τότε τή θήκη τού

βιολιού—καί μόνο, καμιά φορά, μέ πιάνει τό παράπονο καί φοράω

τή γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, πού νά καταλάβουν, επιτέλους,

     ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.

 

 

                                                                   Perverted Passion

 

     Someday I’ll remember of something so nice, it’ll be

autumn, in that narrow side-street with the glass shops, where

when we went bankrupt, father sold dream books—since then

I never got of the dream although I was cold, to at least fall into

my perverted passion: melancholy or crowding—because, let us

be honest, I never loved anybody and this tender glance of mine

was just for personal use

     like the immortality of the poets.

 

                                                                     Ανώμαλα Πάθη

 

     Κάποτε θά θυμηθώ κάτι τόσο ωραίο, θά `ναι φθινόπωρο σ’

εκείνη τή μικρή πάροδο μέ τά υαλοπωλεία, εκεί πού, όταν ξεπέσα-

με, ο πατέρας πουλούσε ονειροκρίτες—από τότε δέν ξαναβγήκα απ’

τ’ όνειρο κι όμως κρύωνα, αλλά μπορούσα τουλάχιστο να παραδοθώ

στ’ανώμαλα πάθη μου: τή μελαγχολία ή τό συνωστισμό—γιατί,

άς είμαστε ειλικρινείς, εγώ κανένανν ποτέ δέν αγάπησα κι αυτό τό

τρυφερό βλέμμα μου ήταν γιά εντελώς ιδιωτική χρήση

     σάν τήν αθανασία τών ποιητών.

 

 

                                                                            Peisistratos

 

     When, finally, after all the begging, the woman lied down and

lifted her dress, I chose to pick all the coins that fell—and all this

for a Peisistratos, as was the name of the café where I drank

my brandy and then the patrons laughed as I fell asleep on the chair

but what could I do that the dead remained vigilant in our dreams

and we had to fall asleep for them…

 

                                                                          Ο Πεισίστρατος

 

     Όταν, τέλος, ύστερα από τόσα παρακάλια, η γυναίκα ξάπλωσε

καί σήκωσε τό φόρεμά της, εγώ προτίμησα νά μαζέψω τά νομίσμα-

τα πού έπεσαν—κι όλα αυτά γιά έναν Πεισίστρατο, όπως έλεγαν

τό καφενείο όπου έπινα τά κονιάκ μου, κι ύστερα οι θαμώνες γελού-

σαν καθώς αποκοιμιόμουν στήν καρέκλα, αλλά τί νά `κανε, πού οι

νεκροί κάθονται άγρυπνοι μές στόν ύπνο μας καί πρέπει νά κοιμη-

θούμε καί γιά κείνους…

 

                                                                  Autumn Comment

 

     The gist of my story was a black reclining chair—though

where is the house now, where is the fruit bowl with the old

invitations, the napkins that concealed our laughter—only

the lamp is lit in the empty room, like someone who talks

to himself ignorant of the danger or like a woman you never

knew yet you must have fallen in love once

     amid the endless loneliness of an autumn day.

 

                                                              Φθινοπωρινό σχόλιο

 

     Τό ουσιώδες στή μικρή ιστορία μου ήταν μιά μάυρη κουνιστή

πολυθρόνα—αλλά πού είναι τώρα τό σπίτι, πού είναι η φρουτιέρα

μέ τά παλιά επισκεπτήρια, οι πετσέτες πού πνίγαμε τά γέλια—

μόνον η λάμπα καίει ακόμα στήν άδεια κάμαρα, σάν κάποιον πού

συνομιλεί μέ τον εαυτό τουαγνοώντας τούς κινδύνους ή όπως μιά

γυναίκα πού δέν τή γνώρισες ποτέ κι όμως θά πρέπει κάποτα νά

`χατε αγαπηθεί πολύ

     μές στήν ατέλειωτη ερήμωση μιάς μέρας φθινοπώρου.

 

 

 

                                                                    New Professions

 

    “What are you doing there?” I ask him. “What can I do? He says—

I worry.”

     And he showed me all the closed doors.

 

                                                                   Νέα επαγγέλματα

 

     “Τί κάνεις εκεί;” τού λέω. “Τί κάνω, μού λέει—ανησυ-

χώ.”

     Καί μού `δειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές.

~Tasos Livaditis/Τάσος Λειβαδίτης

~Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη