Posts Tagged ‘αμμουδιά’

nostos and algos cover

ΟΡΚΟΣ

Στάθηκε στο παραπέτο του παλιού κάστρου.
Από κάτω μας η πεινασμένη άβυσσο.
Λίγο βαθύτερα η θάλασσα λαμποκοπούσε
κι ημερωμένα κύματα χαιδεύαν
το κίτρινο αμμουδερό ακρογιάλι.

Τότε σήκωσε το χέρι του οριζόντια
λες κι ορκιζόταν στον ήλιο
σαν να υποσχόταν να ξαναγυρίσει
μιαν άλλη φορά σαν χρειαστούμε
κάποιον που να σταθεί ενάντια
στην απληστία τών μερικών
που βολεμένοι και παχουλοί
στη χαώδη χόρταση κολυμπούν.

Μα το κάστρο τούτο που δεν ανεχόταν
ηγέτες με τις παρωπίδες, έτριξε κι ίσως
γι’ αυτό κι ο ήρωάς μας επέμενε να δείχνει
σαν άπατη άβυσο τη θάλασσα.

Κι αφού σιγοπερπάταγε
στην άκρη του τειχιού
κι αφού έκανε το σταυρό του
αφέθηκε στη λύτρωση του μηδενός.
OATH

He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation.
Yet the old castle that couldn’t tolerate
leaders with blinkers, it creaked
as our hero insisted pointing
the endless abyss of the sea

and stepping on the parapet’s edge
he crossed himself over
then flew into
the deliverance of emptiness

~NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria BC, 2012

Advertisements

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Ενοχή (της Χλόης Κουτσουμπέλη)

Ένοχη, το ομολογώ.

Tο τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές

ποίημα της ζωήςμου.

Guilt (By Cloe Koutsoubelis)

I’m guilty, I confess.

The last poem I wrote for you.

Mitigating circumstances: the rain

the endless cigarettes, alcohol

perhaps even your body

as memory of what never happened.

In reality I wrote about some other things

for that story in the Garden,

that you never took the courage

you never learned

you never asked.

And last night, I confess

I wrote a verse for you

sorrowful and naked

in this smudgy always half finished

poem of my life.

 

 

 

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΡΟΥΧΟ (της Αλεξάνδρας Μπακονίκα)

Από καιρό την πολιορκούσε
κι όταν τη βρήκε στην αμμουδιά,
ανάμεσα σε γνωστούς και φίλους
άπλωσε την πετσέτα δίπλα της,
κι όπως ξάπλωναν κοντά, την άγγιξε.
Στάθηκε τυχερός με την άμεση
ανταπόκρισή της: Σηκώθηκε και τον οδήγησε
στο απόκρυφο ακρογιάλι.
Σταμάτησαν απόμερα,
και με την πείρα της στους άνδρες
γνώριζε την έξαψη που προκαλούσε ολόγυμνη,
πέταξε και το τελευταίο ρούχο από πάνω της
και μπαινόβγαινε στο νερό.
Μπαινόβγαινε πολλές φορές
κι επιδειχτικά, σαν να του έλεγε:
«Θα πεθάνεις από λατρεία για μένα».

 

THE LAST GARMENT (by Alexandra Bakonika)

For a long time he had courted her
and when he found her on the beach
among acquaintances and friends,
he spread his towel beside her,
and as they lay very close, he touched her.
He got lucky
and was somehow surprised
by her immediate response:
she stood up and led him
to a secluded beach.
Remote, they stopped
and from experience gained from former
love affairs
she knew the heat
she caused when stark naked.
She threw off the final piece of her garments
and started going in and out of the water.
She got in and out many times
and flamboyantly
as if to tell him:
“ Die wanting me.”