Posts Tagged ‘ακρογιαλιά’

11066546_391973624343580_3525684857218741510_n

REFLECTION

I stand in the pile of fallen leaves I listen to the day’s pulse amid leaves creaking under my soles, frenetic mode of the autumn equinox no different than my loneliness in the middle of the marketplace where the crier announces the first beheading.

—Tonight I feel like a teenager. Let’s take the car and go to the beach. To watch the submarine races.

I stand in the middle of the fallen leaves and my dream cruises down the unmistaken path of anonymity sky dressed in its azure color, meteoric symbol of peace in a cosmos without your smile.

—Where you want to go for dinner tonight before I pick what to wear?

Lonely falcon counts feathers and sharpened talons. My dream reflects in my retina all I have to do is close my eyes and grasp its wholeness: poetry, my peaceful resolution opposite the consumer oriented banality of the city’s pulse and I, like a new Orpheus seeking his Eurydice, fight against Hades.

—That small Italian restaurant has tasty dishes. Let’s go there, I will wear my short red dress.

I stand on the pile of fallen leaves wondering how jealousy keeps our friends outside the sanctity of our heart like the sanctum sactorum keeps away the outsiders from the greed of the insiders.

—Yes we shall go there. I like the young server with the blue eyes!

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Στο σωρό φύλλων πάνω στέκομαι κι ακούω τον παλμό της μέρας να τρίζει κάτω απ’ τις πατούσες μου, αλλοπρόσαλος ερχομός του φθινοπώρου ίδιος με τη μοναξιά μου στο κέντρο της αγοράς που ο τελάλης ανακοινώνει τον πρώτο αποκεφαλισμό.

—Απόψε νιώθω σαν έφηβη. Πάμε μια βόλτα με τ’ αυτοκίνητο στην ακροθαλασσιά να δούμε τους αγώνες ταχύτητας υποβρυχίων.

Στέκομαι στη μέση των πεσμένων φύλλων και τ’ όνειρό μου κατηφορίζει στο αλάνθαστο μονοπάτι της ανωνυμίας, βαθυγάλανος ουρανός, σύμβολο ειρήνης σ’ ένα κόσμο δίχως το χαμογέλιο σου.

—Πού θέλεις να πάμε για φαγητό απόψε; Θέλω να διαλέξω ποιο φόρεμα να βάλω.

Το μοναχικό γεράκι μετρά φτερά και ακονίζει νύχια. Τ’ όνειρο μου αντανακλάται στις κόρες των ματιών που σαν τα κλείνω αδράχνω την τελειότητά του: ποίημα, η ειρηνική μου στάση έναντι στη μετριότητα του παλμού της πόλης κι εγώ, νιογέννητος Ορφέας την Ευρυδίκη μου ψάχνω να βρω, το Χάρο αντιπαλεύω.

— Εκείνο το μικρό Ιταλικό εστιατόριο έχει νόστιμα φαγητά. Πάμε εκεί, θα φορέσω το κοντό κόκκινο φόρεμα.

Στέκομαι στο σωρό πεσμένων φύλλων κι αναρωτιέμαι γιατί η ζήλεια κρατά τους φίλους έξω απ’την καρδιά μας σαν τ’ άγιο των αγίων διατηρεί τους έξω μακριά απ’την πλεονεξία των έσω.

—Ναι, εκεί να πάμε. Μ’ αρέσει ο νεαρός σερβιτόρος με τα γαλανά μάτια!

~ ΟΝ REMORSES AND REGRETS, collection on progress//ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΕΣ και ΤΥΨΕΙΣ, συλλογή εν εξελίξει.

Advertisements

Image

Μικρή πρόσκληση

Έλα στίς φωτεινές ακρογιαλιές—μουρμούριζε μόνος—

εδώ πού γιορτάζουν τά χρώματα—κοίτα—

εδώ πού δέν πέρασε ποτέ η βασιλική οικογένεια

μέ τίς κλειστές καρότσες καί τούς επίσημους αποσταλμένους.

Έλα, δέν κάνει νά σέ δούν—έλεγε—

είμαι ο λιποτάχτης τής νύχτας

είμαι ο διαρρήκτης τού σκοταδιού

έχω γεμάτο τό πουκάμισό μου καί τίς τσέπες μου ήλιο.

Έλα—μού καίει τό στήθος καί τά χέρια.

Έλα νά σού τόν δώσω.

Έχω καί κάτι νά σού πώ

πού δέν κάνει ούτε εγώ νά τό ακούσω.

An Invitation

Come to the luminous beaches – he murmured to himself –

here where the colors celebrate – look –

here where the royal family never passed

with their closed carriages and official emissaries.

Come, – it is not good if they see you – he would say –

I am the deserter of the night

I am the burglar of darkness

I have filled my shirt and my pockets with sun.

Come – it burns my hands and my chest.

Come let me give it to you.

And I have something to tell you

that even I cannot hear.

 

 

Αναλογίες

Θολά τ’ αστέρια μές στή στέρνα,

η στέρνα μές στή μέση τής παλιάς αυλής,

σάν τόν καθρέφτη τής κλεισμένης κάμαρας.

Γύρω στή στέρνα κάθονται τά περιστέρια,

άκρη-άκρη στό φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες,

γύρω-γύρω στήν πληγή μας τά τραγούδια μας.

Proportions

The stars are muddy in the cistern,

the cistern in the middle of the old yard,

like a mirror of the closed room.

The doves sit around the cistern,

whitewashed flowerpots sit end-to-end in the moon,

around and around our wound: our songs.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis

http://www.ekstasiseditions.com