Posts Tagged ‘αισθησιακό’


Το εισιτήριο


Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σ’ ένα τρένο

με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες

ράγες που εφάπτονται στο έδαφος

και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.

Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης

πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες

με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει

και μηχανή ορχιδέα που αιώνια πεινάει

πόσο ρυθμικά βογκά

καθώς φίδι θεριεμένο

ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.

Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης

με τον ελεγκτή κάθε λίγο

να ακυρώνει

και έναν εισπράκτορα

κέρινο ομοίωμα

να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι,

και ποιον αλήθεια ψάχνουμε στον έρημο σταθμό.

The Ticket


I purchased a train ticket

to come and find you.

So simple to get onto a train

with an operator, money collector, other passengers

rails touching the ground and

with all stops pre-announced.

I forgot how black the train of love is

it burns coal and every hope

with a blind eye and a gaping mouth

an orchid engine forever hungry

how rhythmically it groans

like a gigantic serpent

in and out the tunnels of fear.

I forgot how lonely the train of love is

the inspector so often

validates the tickets and

the money collector

a wax resemblance

always waiting at the station.

I purchased a train ticket

to come and find you.

As though I didn’t know the voyage is always the same and

who to look for in the deserted station.


Γλυκό απόγευμα


Το σχήμα της πλατείας,

το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,

με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια

και καφετέριες.

Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,

κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,

δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης

πνίγονταν, διαχέονταν

μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:

σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά

μπήκα με δέος.

Sweet Afternoon


The shape of the square

the shape of the houses which delineate it,

with lit arcades, open air restaurants

and cafes.

Here the young people gather

flood the sidewalks

leave no empty table.

The futility and sensual life of the city

drowned together, dissolved

into the sweet afternoon.

And yet it was inescapable.

Here, where beauty thickened

I entered in awe.

~Χλόη και Αλεξάνδρα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Cloe and Alexandra, translation by Manolis Aligizakis

vernal equinox


After leaving our marks
on the sole lamppost
we parted

she to the west
I to the east

with a promise
to meet again
by this lamppost
and trace our marks

though we never thought of the Sirens
the Cyclops and the angry Poseidon

though we never thought of the pricey



Αφού χαράξαμε τα αρχικά μας
στη μοναχική κολόνα

εκείνη προς τα δυτικά
εγώ προς την ανατολή

με την υπόσχεση
να ξανασυναντηθούμε
κάτω απ’ τη κολόνα τούτη
ν’ αναζητήσουμε παλιά σημάδια

μα δεν σκεφτήκαμε τις Σειρήνες
τους Κύκλωπες και τον άγριο Ποσειδώνα

μα δεν σκεφτήκαμε τον πονηρό