Posts Tagged ‘ήρωες’

inukshuks A


Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun-rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy


Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015

nostos and algos cover_300



Χαμογελαστός ο στρατηγός ανέβηκε

στον πυργίσκο του τανκ για

την αποχαιρετιστήρια φωτογραφία.


Τέτοιες εικόνες συσσωματώνουν

τη χώρα και σφυρηλατούν

τους πολεμοχαρείς κάτω απ’ τη σημαία.


Ώσπου ήρθε κι ο επίσκοπος

κι ευλόγησε τ’ ασκέρι και

τα πολεμοφόδια, να βεβαιώσει


πως οι σφαίρες όλες θα `βρουν

στόχο. Κι επειδή η επίθεση

τούτη ήταν κι όλας ευλογημένη


κι αποφασισμένη απ’ τους επισήμους

ο κατάλληλος παιάνας ακούστηκε

κι οι λεπτομέρειες των στρατιωτών δουλειά.



General stood smiling on

top of a tank for commemorative

picture before the campaign started.


Such images unified

country and solidified

brave and timid under a flag.


Until the bishop arrived and

blessed the troops sanctified

all ammunition to make sure


they all find targets and since

this attack was already blessed

and dignified by officials


let the trumpet sound its

marching paean and let the

troops take charge of details.





Κι ήμασταν τόσο νέοι κι αδοκίμαστοι,

σαν τραγαρά ροδάκινα με σιγαλή λαλιά,

αύρα απόγευμα το καλοκαίρι

σαν τ’ άγγιγμα του ροδοπέταλου.


Και μας επήγανε στα σύνορα

κι οπλίσανε τα χέρια μας με θάνατο

τα στόχαστρα μας με ακρίβεια

σαν του χειρούργου λεπτεπίλεπτη

και τι να κάναμε με τέτοια εργαλεία

κι οι στόχοι γιατί στέκουνταν έτσι

κι ειρωνικά γελούσαν στο χωράφι;


Ξαπλώσαμε στο χώμα κι αρχινίσαμε

με μια παράξενη χαρά το ντουφεκίδι

ενάντια σε κάθε τι κινούμενο

με μια χαρά που μέχρι σήμερα

δεν μπόρεσα να εξηγήσω


Κι αργότερα μας ονόμασαν ήρωες.




And we were so young and untested

like silent voices of crisp peaches

like freshened summer songs

like the touch of a rose at dawn


and they armed us and took us

to the borders and bestowed death

unto our scopes with the accuracy

of surgeon and what could we do

with such instruments and with targets

standing at the edge of the plain

laughing and scolding us?


We started shooting against

anything moving with such

a strange joy that even now after all

these years I can’t explain


And later they called us heroes.

“Νόστος και Άλγος/Nostos and Algos”, 2012,