Posts Tagged ‘ήλιος’

Featured Image -- 6218
ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
αμόνια
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.

THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

images

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου
το ραντεβού μου με το θάνατο εταχτοποίησα
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια της μητέρας
νιογένητη γιορτή
λάθος επιτρεπταίο
δυο πόδια για να παρπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σύσσημα
APOLLO

And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to pick a date with death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur
~Μανώλη Αλυγιζάκη ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ//SECOND ADVENT OF ZEUS, by Manolis Aligizakis, συλλογή εν εξελίξει — collection in progress

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τή μιά μεριά

κι από τήν άλλη τό νέο φεγγάρι

απόμακρα στή μνήμη σάν εκείνα τά στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα τής αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός τής ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν καί ιδρώνουν

πάνω σέ σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

καί τούτη η γυναίκα

πού τήν είδες όμορφη, μιά στιγμή

λυγίζει δέν αντέχει πιά γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

καί γίνονται άστρα.

Παραμονή τής μακρύτερης μέρας.

SUMMER SOLSTICE

 

The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn them into stars.

Evening before the longest day.

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca