Posts Tagged ‘ήλιος’

Featured Image -- 6218
ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
αμόνια
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.

THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

images

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

λεπτά εκφραστικά
μόνος στα σκοτεινά
πρoτού τα μάτια ανοίξω
είχα για συνοδία
το νόμο της αποτυχίας
που εγεννήθηκα τυφλός
μ’ είπαν κι αιρετικό
μια επανάσταση στη γέννησή της
πριν καν μια λέξη να ειπώ
κλάμα λυπητερό ή πόνου

συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου
το ραντεβού μου με το θάνατο εταχτοποίησα
ώρες πριν γεννηθώ
στα χέρια της μητέρας
νιογένητη γιορτή
λάθος επιτρεπταίο
δυο πόδια για να παρπατώ
μία καρδιά
για να αισθάνομαι
κι άλλα ανθρώπινα
μεγαλοσύνης σύσσημα
APOLLO

And I grew under Apollo’s sun

minutes of expressiveness
alone in darkness and
before I opened my eyes
I was accompanied
by the rule of failure
born blind and
accused of heresy
a revolution in its making
even before I could utter
a groan or a begging cry

I gathered all my strength
to pick a date with death
hours before I appeared
in my mother’s arms
newborn festivity
error permitted
two legs just to walk
a heart as if
to feel emotion and
other human traces
of grandeur
~Μανώλη Αλυγιζάκη ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ//SECOND ADVENT OF ZEUS, by Manolis Aligizakis, συλλογή εν εξελίξει — collection in progress

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ

Ο μεγαλύτερος ήλιος από τή μιά μεριά

κι από τήν άλλη τό νέο φεγγάρι

απόμακρα στή μνήμη σάν εκείνα τά στήθη.

Ανάμεσό τους χάσμα τής αστερωμένης νύχτας

κατακλυσμός τής ζωής.

Τ’ άλογα στ’ αλώνια

καλπάζουν καί ιδρώνουν

πάνω σέ σκόρπια κορμιά.

Όλα πηγαίνουν εκεί

καί τούτη η γυναίκα

πού τήν είδες όμορφη, μιά στιγμή

λυγίζει δέν αντέχει πιά γονάτισε.

Όλα τ’ αλέθουν οι μυλόπετρες

καί γίνονται άστρα.

Παραμονή τής μακρύτερης μέρας.

SUMMER SOLSTICE

 

The grandest sun on one side

and on the other the new moon

distant in my memory like those breasts.

Between them the chasm of the star filled night

deluge of life.

The horses on the threshing floors

gallop and sweat

over scattered bodies.

Everything goes that way

and this woman

whom you saw when she was beautiful suddenly

bends, cannot endure, kneels.

The millstones grind up everything

and turn them into stars.

Evening before the longest day.

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

I

These trees don’t take comfort in less sky
these rocks don’t take comfort under foreigners’
footsteps,
these faces don’t take comfort but only
in the sun,
these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence,
it hugs its fiery rocks tightly in its bosom
it hugs tightly in the sun its orphan olive trees
and grapevines,
it clenches its teeth. There is no water. Only light.
The road vanishes in light and the shadow of the fence wall
is made of steel.

Trees, rivers and voices turn to marble
in the sun’s whitewash.
The root stumbles on the marble. The dusty
bulrush
The mule and the rock They all pant There is
no water.
They’ve all been thirsty. For years. They all
chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep,
a deep wrinkle is wedged between their

      eyebrows
like a cypress between two mountains
at sundown.
Their hands are glued onto their rifles,
their rifles are extensions of their hands,
their hands extensions of their souls –
they have anger on their lips
and grief deep within their eyes
like a star in a pothole of salt.

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

Αυτά τά δέντρα δέ βολεύονται μέ λιγότερο ουρανό,

αυτές οι πέτρες δέ βολεύονται κάτου απ’ τά ξένα

      βήματα,

αυτά τά πρόσωπα δέ βολεύονται παρά μόνο στόν

     ήλιο,

αυτές οι καρδιές δέ βολεύονται παρά μόνο στό δίκιο.

Ετούτο τό τοπίο είναι σκληρό σάν τή σιωπή,

σφίγγει στόν κόρφο του τά πυρωμένα του λιθάρια,

σφίγγει στό φώς τίς ορφανές ελιές του καί τ’ α-

      μπέλια του,

σφίγγει τά δόντια. Δέν υπάρχει νερό. Μονάχα φώς.

Ο δρόμος χάνεται στό φώς κι ο ίσκιος τής μά-

     ντρας είναι σίδερο.

Μαρμάρωσαν τά δέντρα, τά ποτάμια κι οι φωνές

      μές στόν ασβέστη τού ήλιου.

Η ρίζα σκοντάφτει στό μάρμαρο. Τά σκονισμένα

      σκοίνα.

Τό μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δέν υπάρχει

      νερό.

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μιά μπου-

     κιά ουρανό πάνου απ’ τήν πίκρα τους.

Τά μάτια τους είναι κόκκινα απ’ τήν αγρύπνια,

μιά βαθειά χαρακιά σφηνωμένη ανάμεσα στά φρύδια

    τους

σάν ένα κυπαρίσι ανάμεσα σέ δυό βουνά τό λιό-

      γερμα.

Τό χέρι τους είναι κολλημένο στό ντουφέκι,

τό ντουφέκι είναι συνέχεια τού χεριού τους,

τό χέρι τους είναι συνέχεια τής ψυχής τους—

έχουν στά χείλη τους απάνου τό θυμό

κ’ έχουνε τόν καημό βαθιά-βαθιά στά μάτια τους

σάν ένα αστέρι σέ μιά γούβα αλάτι.

Yannis Ritsos-Romiosini/translated by Manolis Aligizakis

Γιάννης Ρίτσος-Ρωμιοσύνη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large

Πείνα

Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό. Τά χαράματα

έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στά κουλουριασμένα καραβόσκοινα.

Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια—

τάδαμε, δέν τάδαμε—δέ χόρτασε η πείνα μας.

 

Κάποιος φώναξε πίσω απ’ τό βουνό, κάποιος άλλος

πίσω απ’ τά δέντρα κι ένας άλλος κι άλλος

σ’ όλο τό μάκρος τού δειλινού—πού νά τρέξουμε;

Πού νά προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς πού φωνάζαμε; Καί

        τά βουνά

γίνονταν πιό μεγάλα καί κοφτερά σάν τά δόντια τού πεινασμένου.

 

 

 

Hunger

The night passed its mouth stuffed by speechless water. At

daybreak the sun shone wet on the coiled cables.

Faces – shadows, masts – shadows, voyages –

perhaps saw them, perhaps not – our hunger was never satisfied.

 

Someone yelled behind the mountain, someone else

behind the trees and yet another one

all along the length of sundown – where should we run?

Would we have enough time? Perhaps it is us yelling? And

          the mountains

became bigger and sharper like the teeth of the hungry man.

 

 

 

 

Ένα Πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο

σάν ολόκληρη μοναξιά, σάν ολόκληρη νίκη

πάνω στή μοναξιά. Αυτό τό πρόσωπο

σέ κοιτάζει ανάμεσα από δυό στήλες ασάλευτο νερό.


καί δέ γνωρίζεις ποιό απ’ τά δυό σέ πείθει περισσότερο.

 

A Face

 

It is a bright face, silent, all alone

like the entire loneliness, like complete victory

over loneliness. This face

looks at you between two columns of still water

 

and you don’t know which of the two convinces you the most.

 

 

Καλοκαίρι

 

Τά τέσσερα παράθυρα κρεμούν στίς κάμαρες

ομοικατάληκτα τετράστιχα από ουρανό καί θάλασσα.

Μιά παπαρούνα μόνη είναι ένα ρολογάκι

στό χέρι τού καλοκαιριού, νά δείχνει

δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Κ’ έτσι νιώθεις

τά μαλλιά σου πιασμένα μές στά δάζχτυλα τού ήλιου

νά σέ κρατάνε ελέυθερο μέσα στό φώς καί στόν αέρα.

 

 

 

Summer

 

The four windows hang rhyming quatrains

made of sky and sea inside the rooms

A lonely daisy is a small wristwatch

on the arm of summer showing

twelve at noon. Thus you feel

your hair entangled in the hands of the sun

keeping you free in the light and in the air.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος-“Παρενθέσεις”

~ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη

~Yannis Ristos-“Parentheses”

~Translation by Manolis Aligizakis

 

 

 

Ritsos_front largeΚαλοκαίρι στην Πολιτεία

Τό φώς είναι απελπιστικό εδώ πέρα. Τούτος ο μήνας άσπλαχνος

δέν επιτρέπει νά μήν είμαστε δυό. Δέν επαρκείς.

Ο μονότονος κρότος, τά τράμ πού στρίβουν στή γωνία

οι μαρμαράδες πού κόβουν τήν πέτρα στό καταμεσήμερο.

 

Πάνω απ’ τή μάντρα φαίνονται στερεότυπες επιτύμβιες στήλες

μαρμάρινα άνθη, μαρμάρινες κορδέλες

ο μπούστος ενός τραπεζίτη

τό πρόσωπο ενός παιδιού σκιασμένο απ’ τή φτερούγα ενός

     αγγέλου.

 

Σ’ αυτά τά επαγγελματικά γλυπτά ο αττικός ήλιος βάζει τή

     σφραγίδα του,

η σκιά προσθέτει απίθανες προεκτάσεις—

γι’ αυτό διόλου παράξενο πού χτές τ’ απόγευμα

γυρίζοντας απ’ τό γραφείο στό σπίτι σου

κρατώντας τό δίχτυ μέ τό ψωμί καί τίς ντομάτες

διόλου παράξενο πού χτές καθώς έγερνε ο ήλιος

συνάντησες στό αλσύλιο τόν μαρμάρινον έφηβο

νά σεργιανάει αργά καί νά χαμογελάει.

 

Κάθησες στό παγκάκι τής λίμνης, ρίχνοντας τό ψωμί σου στά

     χρυσόψαρα, κι’ όλη τή νύχτα

παρ’ όλο πού είχες μείνει νηστικός δέν πεινούσες καθόλου.

 

Summer in the City

In this place the light is beyond hope. This heartless month

doesn’t allow us not to be two. You are not enough.

The monotonous clank, the streetcars turning the corner

the marble-masons cutting stones in high noon.

 

Above the fence-wall you could see the conventional funerary stele

marble flowers marble ribbons

the bust of a banker

the face of a child shadowed by the wing of an angel.

 

On these professional sculptures the Attic sun incises

     its seal,

the shadow adds unbelievable extensions –

so it wasn’t strange at all that yesterday afternoon

returning home from your office

holding the net with bread and tomatoes

not at all strange that yesterday as the sun went down

in the small park you met the marble ephebe

sauntering slowly and smiling.

 

You sat on a bench by the lake and threw bread to the goldfish

     and all night long

though you didn’t have any food you were not hungry at all.

 

 

 

Γυμνό

Εδώ, στήν ακαταστασία τής κάμαρας,

ανάμεσα στά σκονισμένα βιβλία

καί στά γεροντικά πορτραίτα,

ανάμεσα στό ναί καί στό όχι τόσων σκιών,

μιά στήλη ασάλευτο φώς,

εδώ, σ’ αυτή τή θέση

πούχες γδυθεί μιά νύχτα.

 

 

Nude

 

Here, in the untidiness of the room,

between the dusty books

and the old people’s portraits,

between the yes and the no of so many shadows,

one band of motionless light

here, in this position

where you undressed one night.

 

~Γιάννης Ρίτσος—ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΘΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

~Yannis Ristos—NOTES ON THE MARGINS OF TIME

~Translation Manolis Aligizakis

~Γιώργος Σεφέρης

Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΑΣΙΝΗΣ

Ασίνην τε…

~Ιλιάδα

Κοιτάξαμε όλο τό πρωί γύρω-γύρω τό κάστρο

αρχίζοντας από τό μέρος τού ίσκιου εκεί πού η θάλασσα

πράσινη καί χωρίς αναλαμπή, τό στήθος σκοτωμένου

παγονιού

μάς δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

Οι φλέβες τού βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ’ άγγιγμα τού νερού, καθώς τό μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε νά ξεφύγει τό κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από τό μέρος τού ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

ααί τό φώς τρίβοντας διαμαντικά στά μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς τής Ασίνης πού τόν γυρεύαμε δυό χρόνια

τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τόν όμηρο

μόνο μιά λέξη στήν ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σάν τήν εντάφια χρυσή προσωπίδα.

Τήν άγγιξες, θυμάσαι τόν ήχο της; κούφιο μέσα στό φώς

σάν τό στεγνό πιθάρι στό σκαμμένο χώμα,

κι ο ίδιος ήχος μές στή θάλασσα μέ τά κουπιά μας.

Ο βασιλιάς τής Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ τήν προσωπίδα

παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα¨

‘Ασίνην τε…Ασίνην τε…’

καί τά παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στά διαστήματα τών στοχασμών καί τά καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι,

κάτω απ’ τήν προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τά μεγάλα μάτια τά καμπύλα χείλια τούς

βοστρύχους

ανάγλυφα στό μαλαματένιο σκέπασμα τής ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό πού ταξιδεύει σάν τό ψάρι

μέσα στήν αυγινή γαλήνη τού πελάγου καί τό βλέπεις-

ένα κενό παντού μαζί μας.

Καί τό πολυί πού πέταξε τόν άλλο χειμώνα

μέ σπασμένη τή φτερούγα

σκήνωμα ζωής,

κι η γυναίκα πού έφυγε νά παίξει

μέ τά σκυλόδοντα τού καλακαιριού

κι η ψυχή πού γύρεψε τσιρίζοντας τόν κάτω κόσμο

κι ο τόπος σάν τό μεγάλο πλατανόφυλλο πού παρασέρνει

ο χείμαρος τού ήλιου

μέ τ’ αρχαία μνημεία καί τή σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τίς πέτρες κι ανα-

ρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στίς χαλασμένες τούτες γραμμές τίς ακμές τίς

αιχμές τά κοίλα καί τίς καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ πού συναντιέται τό πέταγμα τής βροχής τού αγέρα

καί τής φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση τού προσώπου τόσ χήμα τής στοργής

εκείνων πού λιγόστεψαν τόσο παράξενα μές στή ζωή μας

αυτών πού απόμειναν σκιές κυμάτων καί στοχασμοί με

τήν απεραντοσύνη τού πελάγου

ή μλήπως όχι δέν απομένει τίποτε παρά μόνο τό βάρος

η νοσταλγία τού βάρους μιάς ύπαρξης ζωντανής

εκεί πού μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σάν τάκλωνάρια τής φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στή

διάρκεια τής απελπισίας

ενώ τό ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μές στό βούρκο

εικόνα μορφής πού μαρμάρωσε μέ τήν απόφαση μιάς

πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από τό βάθος τής σπηλιάς μιά νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στό φώς σάν τή σαϊτα πάνω στό σκουτάρι.

‘Ασίνην τε   Ασίνην τε…’. Νά ‘ταν αυτή ο βασιλιάς τής

Ασίνης

πού τόν γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σέ τούτη τήν

ακρόπολη

γγίζοντας κάποτε μέ τά δάχτυλά μας τήν αφή του

πάνω στίς πέτρες.

Ασίνη, καλοκαίρι `38-Αθήνα, Γεν. `40

~Γιώργος Σεφέρης

George Seferis/Translation Manolis Aligizakis

THE KING OF ASINI

Ασίνην τε…ILIAD

We looked all around the citadel for the whole morning

starting from the shaded side there where the sea

green and without reflection, breast of the slaughtered

peacock,

welcomed us like time without any chasm in it.

The veins of the rock descended from high up

twisted vines, naked, multi-branched turning alive

at the touch of water, as the eye following them

struggled to escape the tedious rocking

of sea growing slowly-slowly weaker.

On the sunny side a long deserted beach

and the light rubbing diamonds on the great walls.

Not any living being, the wild doves gone

and the king of Asini, whom we’ve looked for

the last two years

unknown, forgotten by all and also by Homer

only one word in Iliad and even that uncertain

thrown here like a burial golden mask.

You touched it, do you remember its sound? Hollow

in the light like the dry jar in the dug soil;

and the same sound in the sea made by our oars.

The king of Asini emptiness under the mask

everywhere with us, everywhere with us, under one name:

‘Aσίνην τεΑσίνην τε…’

and his children statues

and his desires fluttering of birds and the wind

among interstices of his thoughts and his ships

moored in an invisible post

under the mask a void.

Behind the big eyes, the contoured lips, the curls

glyphs on the gold cover of our existence

a dark point traveling like a fish

in the dawn serenity of pelagos and you see it:

a void everywhere with us.

And the bird that flew away the last winter

with a broken wing

relic of life,

and the young woman who left to play

with the dog-teeth of summer

and the soul that reached the underworld shrieking

and the landscape like a large plane tree leaf swept by

the sun’s torrent

with the ancient temples and contemporary sorrow.

And the lingering poet, looks at the stones and

wonders

do they really exist

between these erased lines, the edges, the hollows

the contours

do they really exist

here where the rain’s passing meets with the wind

and ravage

they do exist, the movement of life, the shape of tenderness

of those who faded out so strangely in our lives

of those who remained as shadows of waves and thoughts

in the endlessness of pelagos

or perhaps no, nothing remains but the weight

the nostalgia of the weight of an alive existence

there where we remain unsubstantial bending

like branches of the terrible willow tree piled in

the continued despair

while the yellow current slowly carries down rushes

uprooted in the mud

image of a form turned into stone by the sentence

of an everlasting bitterness.

The poet a void.

The sun carrying a shield rose fighting

and from depths of the cave a startled bat

pierced the light like an arrow pierces a shield:

Ασίνην τε  Ασίνην τε…’ As though it was her

the king of Asini

who we have so carefully searched for on this

acropolis

sometimes touching with our fingers his touch

on the stones.

Asini, summer ’38—Athens Jan ‘40     

~Geoprge Seferis

~Translation Manolis Aligizakis