Posts Tagged ‘Έρωτας’




Σ’ ένα υπόγειο καφενείο
που αφάνεια συμπαθητική προσέφερε,
ώρες μεσημεριάτικες
Σε λίγο
το έντονο του έρωτα φορέσαμε,
που όπως φαίνεται
μας πήγαινε πολύ.
Γιατί μια ζωγραφιά του Αβέρωφ
και μια φωτογραφία του ιδιοκτήτη
(που διέκοπταν ηρωικά
του τοίχου την ανία)
μας έτερπαν περίσσια.



In a basement café
that offered pleasant privacy
around noon
we tuned ourselves.
Soon after
we felt lust taking over us
which suited us well
since an old painting of Averof
and a picture of the owner
(heroically interrupting
the boredom of the wall)
profusely entertained us.

~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis


γιατί έχασα την όραση του έρωτα
εκείνη που με τη δική της λειτουργία
κρατάει τα μάτια κλειστά
και δε μισεί το σκοτάδι.
Πιο πολύ με όσφρηση μοιάζει
αφού απ’ το πρόσωπο που αντικρύζεις
χύνεται ένα άρωμα
που μόνο εσύ μπορείς να μυρίσεις
μόνο απ’ τη δική σου αναπνοή αναβλύζει.
Χωρίς αυτή την όραση
μπροστά σου ίσως να περάσει
το ιδανικό είδωλο του πάθους
κι εσύ δεν το βλέεπις
δε βλέπεις τον καινούριο ουρανό
που κουβαλάει στη ράχη του
έναν ουρανό όπου η Δύση και Ανατολή
αγαπιούνται, χαμογελούν μαζί
και τρέφουν τα μαγικά παιγνίδια
της φαντασίας.
Τώρα, μες στον αόρατο νου μου
ξαναφέρνω ονειρα παλιά
μήπως και ξαναδώ
το φάντασμα του έρωτα.


I went blind
since I’ve lost the vision of Eros
that with its power
keeps the eyes closed
and doesn’t hate darkness.
It relates to your smell
since you smell a fragrance
from the face you see
a fragrance only you can smell
it only springs out of your breath.
Without this vision
perhaps it may pass before you
a semblance of the ideal passion
though you won’t see it
you won’t see the clear sky
that it carries on its back
the sky where West and East
love each other, smile to each other
and inflame their magical games
of fantasy.
Now in my invisible mind
I recall old dreams
just as if I would see again
the ghost of Eros.

~Katerina Anghelaki-Rooke, translated by Manolis Aligizakis



Τώρα τα χρόνια πέρασαν κι εγώ που αγάπησα όλες τις χαρές του
ήρθε η ώρα να τις απαρνηθώ — οι μέρες φεύγουν γρήγορα
και τις νύχτες εμφανίζεται αυτό το ακαθόριστο πρόσωπο στη σκάλα
“τί θέλεις;” ρωτούσα φοβισμένος “το μερίδιό μου” απαντούσε, Θεέ
και Κύριε, πού να βρω έναν ολόκληρο θησαυρό να του δώσω
γιατί ποιος δεν ξόδεψε έναν θησαυρό στη νεότητά του —
ήμουν τόσο λυπημένος που τα βήματά μου μ’ οδηγούσαν στο παλιό
πατρικό σπίτι ή ερωτευόμουν ένα σταματημένο ρολόι
θυμάσαι τα ειδύλλια με τις ξαδέρφες; τόσα καλοκαίρια και δεν κα-
τορθώσαμε να εξερευνήσουμε τον κήπο
τόσα φθινόπωρα και δε γνωρίσαμε ακόμα την ψυχή μας
κι ώ συντριβή του ονείρου μας: μας έκλεισες όλους τους δρόμους για
να μας ανοίξεις ένα μονοπάτι στο άγνωστο.

Μια μέρα θα βρέχει και θα πεθάνω από νοσταλγία.


Now the years have passed and I who have loved all the joys
of the world
it’s time I deny them — days run by us fast
and at night that unspecified person appears by the stairs
“what do you want?” I’d ask in fear “my share” he’d answer
God my Lord where can I find such a treasure to give him
because who hasn’t spent a whole treasure in his youth? —
I was so sad that my steps guided me to the old family
home or I would fall in love with a stopped clock
do you remember our flirting with our cousins? So many summers
and we never managed to discover the garden
so many autumns and we still haven’t discovered our souls
and oh, shattering of our dream: you shut all our paths just
to open a path to the unknown.

One day it’ll rain and I’ll die of nostalgia.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis



Σαν τους τυφλούς πηγαίναμε μέρες και νύχτες. Στη γη

εψάξαμε να βρούμε σηματωρό και λύπηση. Μια νέα Έξοδο

γράψαμε κάτω απ’την ερημιά του πάνλαμπρου ουρανού

απόντα τα πανάρχαια φώτα που χρόνια αόμματους

ακολουθήσαμε κι άλλους που μισοστραβούς τους λέγαν

εκείνους που θαρρούσαν πως όλα τα `ξεραν.

Τα άκρα βασανίστηκαν, τα χείλια σκάσανε απ’ τη κάψα

του συναισθήματος, το άγγιγμα κούρασε τ’ αρχηγού

τη ράβδο που κυρτώθηκε από καημό κι άνοιξε νέα

σελίδα για τη μάχη ανθρώπου ενάντια του κτήνους, γυναίκες

ενάντια σε θεές. Σαν παρθενιά που θυσιάστηκε τη πρώτη

νύχτα του έρωτα μικρές σελίδες ιστορίας γράψαμε,

και στίγματα που μ’ έμφαση γίναν θαυμαστικά μπροστά

στο πέταγμα πουλιού, τελεία και παύλα σε κάθε μικρή όαση

εκεί που τα κορμιά ξοδεύαν το αλάτι τους και χείλη αποκτούσαν

ξανά την ελαστικότητά τους.

Και μόλις είμαστε στο έβδομο εγκυμοσύνης μήνα κι ήταν

αυτή η λιτανεία το δεύτερό μας θαύμα.



Like blind for endless days and long nights we roamed

the land. We seek a sign for our meaningful penitence.

The new Exodus we commenced under the loneliness

of the lit sky, absent the ancient lights, for years

we followed blind men and the half blind, those others

who thought they knew it all.

Limbs ravaged, blistering heat cracked our lips

fatigued emotional touch. The leader’s staff bent in

its sadness. We opened a new page, battle of man against

animal-man women against goddesses. Like virginity sacrificed

the first night of lust, short pages of history we wrote and

meaningful stigmata, exclamation points at the sight of the bird’s

flight, full stop at the watering hole where our bodies shed

their salt and our cracked lips regained their elasticity.

And this was our seventh month of pregnancy and this litany

was our second miracle.


Pompey—Death and Love

 To call it punishment? To call it repayment?— It was death.

The two charred bodies in their glass boxes,

petrified ash—we didn’t get scared at all. Outside, in the street

a child collected stones from Pompey in his light blue bucket,

the guards—one, an old man, his eyes sparkling under his

blue cap looking toward the pretty tourist girls, the other

young, with a pitch black mustache, touched the mural, with his

pointer, exactly on top of the naked woman’s belly button

as if showing to us the center of earth. (And of course

love more powerful than death).

We came out through

the second archway, inside the glorious gold-purple sundown

holding tight in our fingers the admission ticket, like we held tight

an obscene erotic note  although we wanted to announce it to

the whole world.


Yannis Ritsos ~The World is One”

Translated by Manolis Aligizakis


Πομπηία—Θάνατος κι έρωτας

Νά τό πείς τιμωρία; Νά τό πείς ανταμοιβή; — Θάνατος ήταν.

Τά δυό απανθρακωμένα σώματα μέσα στά γυάλινα κουτιά τους,

μαρμαρωμένη τέφρα, — δέν τρομάξαμε διόλου. Έξω, στό δρόμο,

ένα παιδί μάζευε πέτρες τής Πομπηίας στό γαλάζιο κουβά του,

οι φύλακες — γέροντας ο ένας, σπίθιζε τό μάτι του

κάτω απ’ τό μπλέ κασκέτο του κοιτώντας τίς ωραίες τουρίστριες, ο άλλος,

νέος, μέ κατάμαυρο μουστάκι, ακούμπησε τό δείχτη του

επάνω στήν τοιχογραφία, πάνω ακριβώς στόν αφαλό τής γυμνής γυναίκας

σάν νά μάς έδειχνε τόν ομφαλό τής γής. (Καί βέβαια

πιό δυνατός απ’ τό θάνατο ο έρωτας).


απ’ τή δεύτερη πύλη, μές στό ένδοξο χρυσοπόρφυρο λιόγερμα,

σφίγγοντας μές στά δάχτυλά μας τό εισητήριο εισόδου, σάν νά σφίγγαμε

ένα άσεμνο ερωτικό σημείωμα πού θέλαμε ωστόσο νά τό ανακοινώσουμε σ’

όλο τόν κόσμο.

Γιάννης Ρίτσος~“Ο Κόσμος Είναι Ένας”