Posts Tagged ‘ένταση’

Übermensch

The first translation of Thus Spoke Zarathustra into English was by Alexander Tille published in 1896. Tille translated Übermensch as Beyond-Man. But in his translation, published in 1909, Thomas Common rendered Übermensch as “Superman”; Common was anticipated in this by George Bernard Shaw, who had done the same in his 1903 stage play Man and Superman. Walter Kaufmann lambasted this translation in the 1950s for two reasons: first, its near or total failure to capture the nuance of the German word über, (while the Latin prefix super- means above or beyond, the English use of the prefix or its use as an adjective has altered the meaning) and second, a rationale which Fredric Wertham railed against even more vehemently in Seduction of the Innocent, for promoting an eventual identification with the comic-book character Superman. His preference was to translate Übermensch as “overman.” Scholars continue to employ both terms, some simply opting to reproduce the German word.

The German prefix über can have connotations of superiority, transcendence, excessiveness, or intensity, depending on the words to which it is prepended. Mensch refers to a member of the human species, rather than to a male specifically. The adjective übermenschlich means super-human, in the sense of beyond human strength or out of proportion to humanity.

Nietzsche introduces the concept of the Übermensch in contrast to the other-worldliness of Christianity: Zarathustra proclaims the Übermensch to be the meaning of the earth and admonishes his audience to ignore those who promise other-worldly hopes in order to draw them away from the earth. The turn away from the earth is prompted, he says, by a dis-satisfaction with life, a dissatisfaction that causes one to create another world in which those who made one unhappy in this life are tormented. The Übermensch is not driven into other worlds away from this one.

Zarathustra declares that the Christian escape from this world also required the invention of an eternal soul which would be separate from the body and survive the body’s death. Part of other-worldliness, then, was the abnegation and mortification of the body, or asceticism. Zarathustra further links the Übermensch to the body and to interpreting the soul as simply an aspect of the body.

As the drama of Thus Spoke Zarathustra progresses, the turn to metaphysics in philosophy and Platonism in general come to light as manifestations of other-worldliness, as well. Truth and essence are inventions by means of which men escape from this world. The Übermensch is also free from these failings.

Zarathustra ties the Übermensch to the death of God. While this God was the ultimate expression of other-worldly values and the instincts that gave birth to those values, belief in that God nevertheless did give meaning to life for a time. ‘God is dead’ means that the idea of God can no longer provide values. With the sole source of values no longer capable of providing those values, there is a real chance of nihilism prevailing.

Zarathustra presents the Übermensch as the creator of new values. In this way, it appears as a solution to the problem of the death of God and nihilism. If the Übermensch acts to create new values within the moral vacuum of nihilism, there is nothing that this creative act would not justify. Alternatively, in the absence of this creation, there are no grounds upon which to criticize or justify any action, including the particular values created and the means by which they are promulgated.

In order to avoid a relapse into Platonic idealism or asceticism, the creation of these new values cannot be motivated by the same instincts that gave birth to those tables of values. Instead, they must be motivated by a love of this world and of life. Whereas Nietzsche diagnosed the Christian value system as a reaction against life and hence destructive in a sense, the new values which the Übermensch will be responsible for will be life-affirming and creative.

     Zarathustra first announces the Übermensch as the goal humanity can set for itself. All human life would be given meaning by how it advanced a new generation of human beings. The aspiration of a woman would be to give birth to an Übermensch, for example; her relationships with men would be judged by this standard.

Zarathustra contrasts the Übermensch with the last man of egalitarian modernity, an alternative goal which humanity might set for itself. The last man appears only in Thus Spoke Zarathustra, and is presented as a condition that would render the creation of the Übermensch impossible.

Some commentators associate the Übermensch with a program of eugenics. This is most pronounced when considered in the aspect of a goal that humanity sets for itself. The reduction of all psychology to physiology implies, to some, that human beings can be bred for cultural traits. This interpretation of Nietzsche’s doctrine focuses more on the future of humanity than on a single cataclysmic individual. There is no consensus regarding how this aspect of the Übermensch relates to the creation of new values.

(~Wikipedia)

Ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε. ~Βικιπαιδεία

     Ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε (γερμ.FriedrichWilhelmNietzsche) (15 Οκτωβρίου184425 Αυγούστου1900) ήταν σημαντικός Γερμανόςφιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.

     Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού“, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία. Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας. Ωστόσο, η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στον χώρο της φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.

     Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρας είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

     Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων.

     Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: “Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε ‘Κατάρα του Τροβαδούρου’;”

     Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

~Βικιπαιδεία

ubermensch cover

Manolis’ Übermensch

     In his latest book of poems, Manolis celebrates the “imperfect perfection of the imperfect chaos,” energetic and lucid philosophic meditations on the mysteries of being human. Übermensch is derived from one of Nietzsche’s most challenging and frequentlymisunderstood concepts, the Superman or Overman.

     Nietzsche believed that we are capable of being better than we are, possessing more understanding, more compassion, greater wisdom and more awareness which allows humanism to fill the void left by the absence of God. As Virgil led Dante on his midlife journey, the Übermensch is our guide through modernity.

     Manolis has extended his range, celebrating the magnetic possibilities of the self in a narrative that takes us on an intellectual and spiritual journey. The poems possess a vitality of sensuous music in a sea of thought, kinetic and direct, imbued by rational compassion and mystic clarity, in poems that transcend the quotidian to enrapture us by the enigma of an unchained life.

     The voice in the poems awakens us to the next stage of consciousness and moves through impenetrable breath like a river that flows through the spiritual body, mouth to mouth, reviving language from the still bones of silence. Übermensch is a reverie in the best traditions of poetry, a poetic sacrament from which the taste of language rises like honey oozing in the ear.

     With Nietzche’s Zarathustra as an inspiration, every word a music more music than music and after the silence breaks, the voice goes on forever. In Übermensch, with the Greek en face, the taste and texture of the language transforms the empyreal whose accents linger long in the vocabulary of the imagination.

“Ο Υπεράνθρωπος” του Μανώλη Αλυγιζάκη

     Στο τελευταίο βιβλίο ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη, ο ποιητής εξυμνεί “την ατελή τελειότητα του ατελούς χάους” με ενεργειακούς και διάφανους φιλοσοφικούς διαλογιασμούς περι του μυστηρίου που λέγεται άνθρωπος. O τίτλος βασίζεται στην ένοια του Υπερανθρώπου του Φρειδερίκου Νίτσε που είναι η πιο δύσκολη να εξηγηθεί και γι αυτό το λόγο έχει συχνά παρεξηγηθεί.

     Ο Νίτσε πίστευε ότι είμαστε καλύτεροι από όπως εμφανιζόμαστε, ότι έχουμε περισσότερη κατανόηση, αλτρουϊσμό, βαθύτερη γνώση κι επίγνωση που μας επιτρέπουν να συμπληρώσουμε το κενό που δημιουργεί ο θάνατος του Θεού. Όπως ο Βιργίλιος οδήγησε τον Ντάντε στο ταξίδι της μεσαίας ζωής του, ο Υπεράνθρωπος μπορεί  να γίνει οδηγός μας στο μοντέρνο κόσμο που ζούμε.

     Ο Μανώλης έχει επεκτείνει το πεδίο του εξυμνώντας τις μαγικές πιθανότητες του εαυτού σε μια αναζήτηση που μας παίρνει σ’ ένα πνευματικό και ψυχολογικό ταξίδι. Ποιήματα του βιβλίου τούτου έχουν τη ζωντάνια αισθησιακής μουσικής σε μια θάλασσα της σκέψης, κινητικά και άμεσα, γεμάτα από λογική συμπόνιας και μυστικιστική καθαρότητα υπερβαίνουν την καθημερνότητα και μας κρατούν δέσμιους μέσα  στο αίνιγμα μιας πανελεύθερης ζωής.

     Η φωνή των ποιημάτων μας προετοιμάζει για το επόμενο επίπεδο συνείδησης που κινείται μέσα από αδιαπέραστες ανάσες όπως ο ποταμός μέσα από το πνευματικό του σώματος, στόμα με στόμα, ξαναγενώντας τη γλώσα από την ακινησία της σιωπής. Ο “Υπεράνθρωπος” είναι μια ρέμβη βασισμένη στην παραδοσιακή ποίηση, μια ποιητική ματαλάβωση που ρέει σα μέλι στο αυτί του αναγνώστη.

     Με τον “Υπεράνθρωπο” του Νίτσε σαν έμπνευση, κάθε λέξη είναι μουσική πέραν της μουσικής και μετά τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις η φωνή συνεχίζει για πάντα. Στον “Υπεράνθρωπο” με το ελληνικό κείμενο στα αριστερά, η γεύση και η ύφανση της γλώσας μεταλλάσει το εμπειρικό του οποίου τα χαρακτηριστικά παραμένουν για καιρό μέσα στο λεξιλόγιο της φαντασίας.

 

 

Νεκροθάφτης

 

      Ήταν ακόμα νωρίς όταν μας υποδέχτηκε ο νεκροθάφτης

κι επειδή ήμασταν πολλοί υποσχέθηκε να μας βαλσαμώσει

έναν-έναν έστω κι αν αυτό έπαιρνε χρόνια και ξέραμε πως

έπρεπε να ξεκινήσει απ’ την αρχή: απ’ τον Αδάμ και την Εύα

και φυσικά το φίδι δίχως τα φαρμακερά του δόντια.

     Ήταν η ώρα που η ζωή αποκτούσε σπουδαιότητα, λίγο

πριν παρουσιαστεί η ζήλεια και το αλάτι του κορμιού που

έδενε κόμπους στο νήμα της αλληλεγγύης κι ο Υπεράνθρωπος

συμβούλεψε ν’ αρχίσουμε μ’ ένα τραγούδι προς τιμήν των νεκρών

του τρωϊκού πολέμου, αλλά το φως στο δρόμο ήταν τόσο έντονο

που οι φωνές μας παράξενα ακούγονταν όταν άνοιξε

την αγκαλιά Του κι αφού φίλησε το μέτωπο του πρώτου νεκρού,

είπε: ‘Αυτό το κουφάρι είναι ο Υπεράνθρωπος του μέλλοντος’.

Undertaker

 

     It was still early in the day when the undertaker

received us yet since we were a large crowd he promised

to embalm us one by one even if this would take years

and we knew he had to start from the very beginning,

with Adam and Eve and of course the serpent without

his poison fangs.

 

     It was the time just before jealousy appeared when life

regained its importance and the body’s salt

tied knots on the thread of compassion when

Übermensch advised us to start with a song to honour

the dead of the Trojan war but the light in the street

was so bright our voices sounded strange. Then

He opened his arms and after kissing the forehead

of our first dead He said; ‘This corpse will be

the future Übermensch.

 

 

 

 

 

 

Επωδός

 

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

 

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

 

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

 

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

 

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

 

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

 

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

 

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

 

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

 

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

 

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

 

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

 

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

 

 

 

 

 

Epode

 

We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

 

I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

 

We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

 

I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

 

We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

 

I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

 

We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

 

I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

 

We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

 

I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

 

We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

 

I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

 

We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen.