Posts Tagged ‘άνοιξη’

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΝΝΕΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ τοῦ παρόντος τόμου ἀποτελοῦν νέα, ἐπαυξημένη καὶ ἀνασυγκροτημένη ἔκδοση τῆς ἑνότητας «Εἰκόνες ἀπὸ μιὰ νέα. Σὰν χάϊκου», τελευταίου μέρους τῆς συλλογῆς Γραφέως Κάτοπτρον (ἐκδ. ὕψιλον/βιβλία, Ἀθήνα 1989). Στὰ σαράντα τρία τρίστιχα ἐκείνης τῆς ἑνότητας προστέθηκαν ἄλλα δεκαέξι τῆς ἴδιας περιόδου, ἀπὸ ὅσα δὲν εἶχαν συμπεριληφθεῖ σ’ ἐκείνη τὴν ἔκδοση. Ὁλόκληρο τὸ ὑλικὸ ἀναδιατάχθηκε σὲ τέσσερις ἑνότητες μὲ σκοπὸ νὰ ἀναδειχτεῖ καλύτερα τὸ ἀφανὲς ἐρωτικὸ ἄνυσμα ποὺ τὸ διέτρεχε.
Ἔτσι στὴν παρούσα ἔκδοση, κάτω ἀπὸ τὸν συμβατικὸ ἐποχικὸ κύκλο Ἄνοιξη – Καλοκαίρι – Φθινόπωρο – Χειμώνας, ἐπιχειρεῖται νὰ ἀποτυπωθοῦν οἱ τέσσερις στιγμὲς τοῦ γήινου ἐρωτικοῦ πάθους: ἡ γέννηση, ἡ κορύφωση, ἡ φθορὰ καὶ ὁ θάνατος. Ἐπειδὴ τὰ τρίστιχα οἰκειοποιοῦνται τὸν τριμερῆ δεκαεπτασύλλαβο ποδισμὸ τῶν χάικου, τὰ ὀνόμασα «Σὰν-Χά¬ϊ-Κου» – μιᾶς καὶ οἱ στίχοι αὐτοὶ πιθανότατα νὰ μὴν ἀνταποκρίνονται στὸ πνεῦμα του, ἐὰν ὑπάρχει κάτι τέτοιο ἐφάπαξ ὁρισμένο.
Διαβάζοντας, ὡστόσο, λίγα χρόνια μετά, στὴν μετάφραση τοῦ Παναγιώτη Εὐαγγελίδη, τὸ βιβλίο Σιγανὴ βροχή (1918) τοῦ Ναγάι Καφού (1879-1959), γραμμένο ἐδῶ καὶ ἕναν αἰώνα, μιὰ στοχαστικὴ ὅσο καὶ συγκινητικὴ ἐλεγεία τῆς ἀπερχόμενης παραδοσιακῆς Ἰαπωνίας, μὲ σταμάτησε τὸ παρακάτω χωρίο, ποὺ σὰν βολικὸ ἄλλοθι τοῦ ἐγχειρήματος μου τὸ προέταξα ὡς ἐπιγραφὴ τοῦ τόμου: Ἂν ἡ σημερινὴ γκέισα παίζει ἀκόμη σαμισὲν εἶναι ἀπὸ παμπάλαιη συνήθεια τοῦ ἐπαγγελματός της. Καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ποιητὲς τῆς νέας σχολῆς χάικου, ποὺ ἀπὸ κεῖνο τὸ ποιητικὸ εἶδος δὲν ἔχουν κρατήσει παρὰ μόνο τὸ ὄνομα.
Ἕνα ὄνομα-δάνειο καὶ γιὰ κάποιο ἄλλο βλέμμα ποὺ τὸ νιώθω νὰ συγγενεύει περισσότερο μὲ τὸν οἰκειότερο σὲ μένα κόσμο τῆς ἀρχαιοελληνικῆς ἐρωτικῆς ἀγγειογραφίας ἢ τῶν ἐρωτικῶν μικρογραφιῶν τῆς παλατινῆς ἀνθολογίας ἀποσταγμένο σ’ ἕνα φιαλίδιο δεκαεπτὰ ὅλων κι ὅλων συλλαβῶν.
http://www.tokoskino.wordpress.com

 

Image

Παραδοχή

Νικημένος απ’ τό γαλάζιο

μέ τό κεφάλι ακουμπισμένο στά γόνατα τής σιωπής

πεθαμένος από ζωή

πεθαμένος από νιότη

βουλιαγμένος κάτου απ’ τή φωτιά του

καί τό φύκι σαλεύοντας στή μασκάλη του—

Τό κύμα τής μέρας δέν έβρισκε αντίσταση

μήτε σ’ ένα χαλίκι τής σκέψης του.

Είταν έτοιμος πιά γιά τόν έρωτα

καίγιάτόθάνατο.

Acceptance

Defeated by the light-blue

with his head leaning on the knees of silence

dead tired of life

dead tired of youth

sunken inside his fire

and the seaweed stirring in his armpit –

The wave of day didn’t find resistance

not even on a pebble of his thought.

Finally, he was ready for love

and for death.

Φεγγάρι

Φεγγάρι, φεγγάρι. Τό φεγγάρι

κίτρινο τζάμι στρογγυλό στή μέση ανοιξιάτικης νύχτας. Πίσω του

συγκεντρωμένα πρόσωπα τής νύχτας, σκιές,

σέ βλέπουν—δέν τά βλέπεις. Σέ ορίζουν.

Εδώ όλα τ’ άγνωστα: άγνωστα, κατευνασμένα

στή σιωπηλή παραδοχή πώς δέν θά γνωριστούν

ήσυχα, αμίλητα κι ωχρά σάν γνωρισμένα κι αφημένα.

 

 

Moon

Moon, moon. The moon

yellow round glass in the middle of a spring night. Behind it

faces of the night, shadows gather

and see you – you don’t see them. They own you.

Here are all the unknowns: unknown, pacified

in the silent admission that they shall not be known

calm, silent and pale as if known and abandoned.

Παιδικό

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει

τά φύλλα καί τά σύγνεφα καί τά πουλιά

ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—

ο αγέρας πού καί πού μέ κάτι γαλανές χοντρές γραμμές

υπογραμμίζει βιαστικά τά λάθη της.

Μά αυτός πού γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τή θάλασσα

δέν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—

κι όλο προσμένει τήν αγάπη αμίλητος

νά υπογραμμίζει τήν καρδιά μου—μόνο λάθος.

Childish

In the little harbor the sea copies

leaves, clouds, birds

beautifully, carefully and calligraphically –

from time to time the wind hastily underlines the sea’s

mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea

makes no mistakes – my embittered serenity –

and speechless he always yearns for love

to underline my heart – the only mistake.

~ΓιάννηςΡίτσος-ΕκλεγμέναΠοιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation by Manolis Aligizakis