Archive for the ‘Yannis Ritsos’ Category

Ritsos_front large
DEATHS

They also died naturally and unexpectedly. And they had left
some little bags with stale legumes and some others
with lead balls or with seeds of flowers and vegetables.
No one has opened them since. No one learned what they thought
about the duration in general or their personal duration.
To me – said Maria – it’s impressive that each little bag
is tied with a string of different color – yellow, purple,
olive green, silver. There is no red. Maria said this
and all of a sudden her face quite inexplicably turned red. We
bowed our heads as though being sorrowful; we agreed. Later on
the strings discolored – it wouldn’t show that the red was missing.

ΘΑΝΑΤΟΙ

Πέθαναν κι αυτοί το ίδιο φυσικά κι απροσδόκητα. Κι είχαν αφήσει
κάτι μικρά σακούλια με μπαγιάτικα όσπρια και κάτι άλλα
με μολυβένιους βώλους ή σπόρους φυτών και λουλουδιών. Κανένας
δεν τ’ άνοιξε έκτοτε. Κανένας δεν έμαθε τί σκέφτονταν
για τη διάρκεια γενικώς ή την προσωπική τους διάρκεια. Εμένα
—είπε η Μαρία—μου κάνει εντύπωση που το κάθε σακούλι
είναι δεμένο με σπάγκο σε άλλο χρώμα,—λεμονί, μενεξεδένιο,
λαδί, ασημί. Κόκκινο δεν υπάρχει. Έτσι είπε η Μαρία
και μονομιάς κοκκίνησε ανεξήγητα το πρόσωπό της. Εμείς
γείραμε το κεφάλι, σαν θλιμμένοι, συμφωνήσαμε. Αργότερα
ξεθώριασαν κι οι σπάγκοι—δε φαινότανε πια που το κόκκινο λείπει.

Yannis Ritsos-Selected Poems, Ekstasis Editions, summer 2013, translated by Manolis Aligizakis

ritsos front cover

THE SIN

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.
They exist.
Gullible days, wasted. And there were a few trees.
The roofs leaned their shoulders more impressively. George,
on top of the ladder, was fixing the plaster festoon
of the neoclassical house. Further down in the harbor
the longshoremen were creating a havoc. They carried
large wooden boxes tied with ropes. Two dogs
walked edge to edge in the street. Those days
we enclosed in parentheses the most important things. Him
with the black patch over his right eye, gaping at the shabby
display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,
match boxes, words, images and some other nameless and
invisible things –
always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.
The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights
were turned on
on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σέ λίγο. Έμειναν.
Είναι.
Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν καί λίγα δέντρα.
Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τούς ώμους τους. Ο Γιώργης
πάνω στή σκάλα διόρθωνε τή γύψινη γιρλάντα
νεοκλασικού σπιτιού. Πιό κάτω, στό λιμάνι
πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν
μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα μέ σκοινιά. Δυό σκύλοι
πήγαιναν άκρη άκρη στό δρόμο. Κείνες τίς μέρες
τό κυριώτερο τό κλείναμε σέ παρενθέσεις. Αυτός
μέ τόν επίδεσμο στό δεξί μάτι χάζευε τίς φτωχές βιτρίνες
μάζευε (πιθανόν καί για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,
σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες καί κάτι άλλα ανώνυμα καί αόρατα—
αδέξιος πάντα, μέ τά λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.
Τό απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα
φώτα
στά πλοία, στά μπάρ, στά ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

SKIRMISH

You know the great loneliness of exile
these infuriated seashores that could be ours though
they are foreign
this air that harasses the window shutters
these window shutters that we have never opened
or closed
though they still trust us with all afternoons
ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Την ξέρεις τη μεγάλη ερημιά της εξορίας
αυτές τις θυμωμένες ακρογιαλιές που μπορεί νάταν δικές μας
κι είναι ξένες
αυτόν τον αγέρα που βασανίζει τα παραθυρόφυλλα
αυτά τα παραθυρόφυλλα που δεν τ’ ανοίξαμε και δεν τα κλείσαμε
ποτέ
και που ωστόσο μας εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα

Yannis Ritsos-Poems-translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca