Archive for the ‘Star of Lenin Winner’ Category

Ritsos_front large

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ

Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
κ’ η μητέρα
στο χαμηλό σκαμνί καθισμένη
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμένη στη γλαυκή διαφάνεια.

Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
—μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
—ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.

Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.

Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών

OCEAN’S MARCH

We had the garden by the seashore.
The sky slipped through the windows
and mother sitting
on her low stool
embroidered the fields of spring
with the open doorsteps of white houses
with the dreams of storks in the straw roof
sketched on the glaucous diaphaneity.

You hadn’t come yet.
I looked at the west and saw you
—a rosy reflection on your hair
—a shadowy smile deep in the sea.

Mother held my hands.
But I
behind her tender shoulder
behind her pale hair
smoothed by fragrances of patience and kindness
I looked solemnly at the sea.

A seagull was calling me
at the depth of the evening
there in the light blue contour of the mountains.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε τό τζάμι μέ τόνα της δάχτυλο,

τό παράθυρο άνοιξε πρός τά μέσα. Στό βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Τήν άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στά χωράφια, σά μιά κάθοδος

αγροτών μέ δρεπάνια καί δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στό δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς νά ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μιά στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τή φωνή σου

σάν κάτω απ’ τή ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιάς γυναίκας

πού σεργιάνιζε μπρός στό κικλίδωμα τού πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πώς αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τίς ανύποπτες φωνές πού γέμιζαν τόν αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

ritsos front cover

ΙΣΩΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

Θέλω νά σού δείξω αυτά τά ρόδινα σύννεφα μέσα στή νύχτα.

Μά εσύ δέ βλέπεις. Είναι νύχτα—τί νά δείς;

Λοιπόν, μού μένει νά κοιτάξω μέ τά μάτια σου, είπε,

γιά νά μήν είμαι μόνος, νά μήν είσαι μόνος. Κι αλήθεια,

δέν είναι τίποτα πρός τά εκεί όπου σού έδειχνα.

Τ’ αστέρια μόνο στριμωγμένα μές στή νύχτα, κουρασμένα

σάν τούς εκδρομείς πού γυρνάνε μ’ ένα φορτηγό

μετανιωμένοι, νυσταγμένοι, δίχως νά τραγουδάνε,

μέ τ’ αγριολούλουδα μαραμένα στίς ιδρωμένες παλάμες τους.

Μά εγώ θά επιμείνω νά δώ καί νά σού δείξω, είπε,

γιατί άν δέ δείς κ’ εσύ θάναι σά νά μήν είδα—

θά επιμείνω τουλάχιστο νά μή βλέπω μέ τά μάτια σου—

κ’ ίσως μιά μέρα, απ’ άλλο δρόμο, νά συναντηθούμε.

PERHAPS SOMEDAY

I want to show you these rosy clouds in the night.

But you can’t see. It is night – what can you see?

Then, I can see through your eyes, he said,

that I won’t be alone, that you won’t be alone And truly,

there is nothing to the direction I pointed.

Only stars crowded together in the night, tired

like people on a picnic who come back on a truck

regretful, sleepy, nobody singing,

with wilted wildflowers in their sweaty palms.

But I shall insist in seeing and showing you, he said,

because if you don’t see it is as if I didn’t see –

I shall insist at least not seeing with your eyes –

and perhaps someday, from different directions, we shall meet.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selecteeed Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Ritsos_front large

ΕΛΕΝΗ

Δέ θάθελες νά σημάνω τό κουδούνι, νά σού φέρουν κάτι; — λίγο βύσ-

         σινο

ή λίγο νεραντζάκι, —  ίσως νά μένει κάτι στά μεγάλα βάζα

ζαχαρωμένο πιά, πηγμένο — άν βέβαια, κάτι έχουν αφήσει

οι λαίμαργες δούλες. Τά τελευταία χρόνια, καταπιανόμουν μονάχη

μέ τά γλυκίσματα — τί άλλο νά κάνεις;

                            Ύστερα απ’ τήν Τροία, — η ζωή μας στή Σπάρτη

πολύ πληχτική — σωστή επαρχία: Όλη μέρα κλεισμένοι μές στά

          σπίτια,

ανάμεσα στά στριμωγμένα λάφυρα τόσων πολέμων, κι οι μνήμες,

ξέθωρες κ’ ενοχλητικές, νά σέρνονται ξωπίσω σου, μές στόν καθρέ-

          φτη

όταν χτενίζεις τά μαλλιά σου, ή μέσα στήν κουζίνα, νά προβαίνουν

μές απ’ τούς λιπαρούς ατμούς τής χύτρας και ν’ ακούς μέ τό νερό

          πού κοχλάζει

κάτι δακτυλικούς εξάμετρους από κείνη τήν Τρίτη Ραψωδία

ενώ ένα πετεινός φωνάζει παράταιρα, κάπου σιμά, απ’ τό κοττέ-

          τσι τού γειτόνου.

Τήν ξέρεις δά τή μονότονη ζωή μας. ΄Ώς κ’ οι εφημερίδες

ίδιες στό σχήμα, στό μέγεθος, στούς τίτλους, — δέν τίς διαβάζω

          πιά. Κάθε τόσο

σημαίες στά μπαλκόνια, εθνικές τελετές, στρατιωτικές παρελάσεις

σαν κουρντισμένες — μόνο τό ιππικό διατηρούσε κάτι το αυτοσχέ-

         διο,

κάτι προσωπικό — εξαιτίας τών αλόγων ίσως. Σηκωνότανε σύννε-

         φο η σκόνη

κλείναμε τα παράθυρα — νά κάθεσαι ύστερα νά ξεσκονίζεις ένα ένα

βάζα, κουτάκια, κορνίζες, πορσελάνινα αγάλμάτια, καθρέφτες,

         μπουφέδες.

HELEN

Wouldn’t you like me to ring the bell to bring you something? – some

         sweet black cherries

or a bit of candied bitter orange peel – perhaps I still have some left

in the big jars turned into congealed sugar by now – if of course the

greedy servants have left some. The last years I’ve been making

sweets – what else could one do?

                                              After Troy – our life in Sparta was

so boring – really isolated. All day long closed inside

          the houses

amid the crowded loot of so many wars and memories

faded and annoying, that crawled behind you in the

          mirror

while you combed your hair or in the kitchen, they rose up

from greasy steam of the pot and you hear from within

         boiling water

some dactylic hexameters from that Third Rhapsody

while a rooster crows discordant nearby from the neighbor’s

          coop.

 

You surely know how monotonous our life is. Even the

          newspapers

have the same shape and size – I don’t read them

          anymore. Every so often

flags on the balconies, national celebrations, army parades of

wound-up soldiers – only the cavalry maintained something

         improvised,

something personal – perhaps because of the horses. Dust would

         rise like a cloud

we closed the windows – what’s the use: after all one had to dust

one by one all the vases, little boxes, porcelain statuettes, mirrors,

         buffets.

 www.libroslibertad.com

 

Ritsos_front large

ΕΛΕΝΗ

Ναί, ναί, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πιά δέν έρχεται. Κον-

            τεύω

νά ξεχάσω τά λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ τό κα-

            λοκαίρι

σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν νά πούν, — ανοησίες.

           Η μιά τους

έχει βγεί κιόλας έξω απ’ τό παράθυρο, τραβιέται, νά σπάσει τούς

           κρίκους,

νά φύγει πάνω απ’ τά δέντρα, — ίσως κιόλας νά ζητάει νά τραβήξει

ολόκληρο τό σπίτι κάπου αλλού — μά τό σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες

          τίς γωνιές του

καί μαζί του κ’ εγώ, παρ’ ότι νιώθω, εδώ καί μήνες, ελευθερωμένη

απ’ τούς νεκρούς μου κι απ’ τόν ίδιο τόν εαυτό μου, κι αυτή μου η

          αντίσταση,

ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι τό μόνο δικό μου — ο δεσμός μου

μέ τούτο τό κρεββάτι, μέ τούτη τήν κουρτίνα — είναι κι ο φόβος

          μου, σά νά κρατιέμαι

ολόσωμη απ’ αυτό τό δαχτυλίδι μέ τή μαύρη πέτρα πού φοράω στό

          δείχτη.

Αυτή τήν πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σέ απέραντες ώρες, μέσα

         στή νύχτα —

μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει

μαύρα νερά, — τά νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν, βουλιάζω,

όχι στόν κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό, από εκεί πάνω

διακρίνω χαμηλά τήν κάμαρά μου, εμένα, τή ντουλάπα, τίς δούλες

νά διαπληκτίζονται άφωνες, βλέπω τή μιά ανεβασμένη

σ’ ένα σκαμνί νά καθαρίζει τό τζάμι απ΄τή φωτογραφία τής Λήδας

μέ ύφος τραχύ, εκδικητικό, βλέπω τό ξεσκονόπανο ν’ αφήνει

μιάν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν καί σπάζουν

μέ σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στούς αστραγάλους μου ή στά γό-

         νατά μου.

HELEN

Yes, yes, – it’s me. Sit down for a while. No one comes around anymore.

          I almost

forget the words. Not that they are needed. I think summer is almost

          here

the curtains stir in a different way – as if to say something – stupidities

         One of them

has already gone out the window pulling as though to break

         the rings

to fly over the trees – perhaps to take the whole house

someplace else – but the house resists with all

         its corners

and me along, although I’ve felt these last few months liberated

from my dead people and from myself and this resistance

        of mine

incomprehensible, unintentional, not mine, the only thing I have –

        my bond

with this bed, with this curtain – and it’s my fear as if

        my whole body

is anchored by this ring with the black stone I wear on my

        pointer finger

 

Now I examine this stone closely in the endless hours

        of the night –

black, without any reflections – it grows, it grows, it fills up

with black waters – the waters overflow, rise; I sink

not to the bottom, but on an upper bottom and from there

I discern down below my room, myself, the closet, servant girls

argue speechless; I see one of them standing

on a stool and with a rough spiteful expression cleans the glass

of Leda’s picture; I see the dusting cloth leaving behind

a trail of dust made of delicate bubbles that rise and burst

with a silent murmur around my ankles or

       knees

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ελένη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Helen/Translated by Manolis Aligizakis