Archive for the ‘Philosophy’ Category

Φρήντριχ Νίτσε 1844 – 1900


Friedrich Nietzsche

Friedrich Wilhelm Nietzsche 15 October 1844 – 25 August 1900) was a German philosopher, cultural critic, poet, and Latin and Greek scholar whose work has exerted a profound influence on Western philosophy and modern intellectual history. Beginning his career as a classical philologist before turning to philosophy, he became the youngest-ever occupant of the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869, at age 24. He resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life, and he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and a complete loss of his mental faculties. He lived his remaining years in the care of his mother (until her death in 1897) and then his sister Elisabeth Förster-Nietzsche, and died in 1900.
Nietzsche’s body of writing spanned philosophical polemics, poetry, cultural criticism, aphorism, and fiction while displaying a fondness for metaphor and irony. His thought drew variously on philosophy, art, history, religion, and science, and engaged with a wide range of subjects including morality, metaphysics, language, epistemology, value, aesthetics, and consciousness. Among the chief elements of his philosophy are his radical rejection of the existence and value of objective truth; his atheistic critique of religion and morality, and of Christianity in particular, which he characterized as propagating a slave morality in the service of cultural decline and the denial of life; his characterization of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power; and the aesthetic affirmation of existence in response to the “death of God” and the profound challenge of nihilism. His later work, which saw him develop influential (and frequently misunderstood) concepts such as the Übermensch and the doctrine of eternal recurrence, became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome social, cultural, and moral contexts toward a state of aesthetic health.
After his death, Elizabeth Forster-Nietzsche became the curator and editor of her brother’s manuscripts, reworking Nietzsche’s unpublished writings to fit her own German nationalist ideology while often contradicting or obfuscating his stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through these published editions, Nietzsche’s name became associated with fascism and Nazism, although 20th-century scholars have contested this interpretation of his work. His thought enjoyed renewed popularity in the 1960s, and his ideas have since had a profound impact on twentieth and early-twenty-first century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, psychology, politics, and popular culture.
Φρίντριχ Νίτσε
Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844[1] – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.
Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού”, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Η ριζική αμφισβήτηση από μέρους του της αξίας και της αντικειμενικότητας της αλήθειας έχει οδηγήσει σε αμέτρητες διαμάχες και η επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του υπαρξισμού, του μεταμοντερνισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.
Ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει στην φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών, διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1879 εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που τον ταλάνιζαν σχεδόν όλη του την ζωή. Σε ηλικία 44 ετών, το 1889, υπέστη νευρική κατάρρευση, η οποία αργότερα διεγνώσθη ως συφιλιδική «παραλυτική ψυχική διαταραχή», διάγνωση η οποία αμφισβητείται. Η επανεξέταση των ιατρικών φακέλων του Φρειδερίκου Νίτσε δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο, ενώ η μετά θάνατον σπίλωση του ονόματός του οφείλεται κυρίως στο αντι-ναζιστικό μέτωπο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε την φροντίδα του η μητέρα του, μέχρι τον θάνατό της το 1897, και έπειτα η αδελφή του, Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε, μέχρι τον θάνατό του, το 1900.
Εκτός από την φροντίδα του, η Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε ανέλαβε χρέη εκδότριας και επιμελήτριας των χειρογράφων του. Ήταν παντρεμένη με τον Μπέρναρντ Φούρστερ, εξέχουσα μορφή του γερμανικού εθνικιστικού και αντισημιτικού μετώπου, για χάρη του οποίου ξαναδούλεψε αρκετά από τα ανέκδοτα χειρόγραφα του Νίτσε, στην προσπάθειά της να τα «μπολιάσει» με τις ιδέες του, αντιβαίνοντας ριζικά με τις απόψεις του φιλόσοφου, οι οποίες ήταν ξεκάθαρα εναντίον του αντισημιτισμού και του εθνικισμού (βλ. Η κριτική του Νίτσε στον Αντισημιτισμό και τον Εθνικισμό). Με την βοήθεια των εκδόσεων της Φούρστερ-Νίτσε, ο Νίτσε έγινε συνώνυμο του Γερμανικού μιλιταρισμού και του Ναζισμού, αν και αρκετοί μελετητές του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την παρερμήνευση των ιδεών του.
~Wikipedia in both English and Greek



At the edge of the village we arrived at the half lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and messages joyous that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape. His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of miracles.


Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,
οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και
θαύματα. Ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος
στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή Του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο θαύματα.

UBERMENSCH—ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013


Quotes by Albert Camus//Γνωμικά του Αλμπέρτου Καμύ

“But in the end one needs more courage to live than to kill oneself.”

“The only way to deal with an unfree world is to become so absolutely free that your very existence is an act of rebellion.”

“When I look at my life and its secret colours, I feel like bursting into tears.”

“Real generosity towards the future lies in giving all to the present.”

“Blessed are the hearts that can bend; they shall never be broken.”

“An intellectual? Yes. And never deny it. An intellectual is someone whose mind watches itself. I like this, because I am happy to be both halves, the watcher and the watched. “Can they be brought together?” This is a practical question. We must get down to it. “I despise intelligence” really means: “I cannot bear my doubts.”

“Autumn is a second spring when every leaf is a flower.”

“To be happy, we must not be too concerned with others.”
~Τελικά χρειάζεσαι πιο πολύ θάρρος να ζήσεις παρά ν’ αυτοκτονήσεις

~Ο μόνος τρόπος ν’ αντιμετωπίσεις έναν ανελεύθερο κόσμο είναι να νιώσεις τόσο ελεύθερος που η κάθε σου πράξη να `ναι μια πράξη εξέγερσης

~Όταν παρατηρώ τη ζωή μου και τα κρυφά της χρώματα, νιώθω την ανάγκη να κλάψω

~Πραγματική μελλοντική γεναιοδωρία είναι να τα δίνεις όλα στο παρόν

~Ευλογημένες οι καρδιές που λυγίζουν γιατί ποτέ δεν θα σπάσουν

~Διανοούμενος; Ναι και μην το αρνηθείς ποτέ. Διανοούμενος είναι αυτός που το μυαλό του προσέχει τον εαυτό του. Κι αυτό μ’ αρέσει γιατί προτιμώ να `μαι δύο μισά, ο παρατηρηρτής κι ο παρατηρούμενος. ‘Μπορούν άραγε να ταυτιστούν;’ Αυτή είναι πρακτική ερώτηση. Ας την εξετάσουμε. ‘Απεχθάνομαι την ευφυία’ στην πραγματικότητα σημαίνει ‘δεν μπορώ να υπομένω τις αμφιβολίες μου’

~Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη όταν το κάθε φύλλο είναι κι ένα λουλούδι

~Να νιώσεις ευτυχής σημαίνει ν’ αδιαφορείς για τους άλλους
~ Μετάφραση στα ελληνικά ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ / translation by MANOLIS ALIGIZAKIS

Albert Camus (1913—1960)

Albert Camus was a French-Algerian journalist, playwright, novelist, writer of philosophical essays, and Nobel laureate. Though neither by advanced training nor profession a philosopher, Camus nevertheless through his literary works and in numerous reviews, articles, essays, and speeches made important, forceful contributions to a wide range of issues in moral philosophy – from terrorism and political violence to suicide and the death penalty. In awarding him its prize for literature in 1957, the Nobel committee cited the author’s persistent efforts to “illuminate the problem of the human conscience in our time,” and it is pre-eminently as a writer of conscience and as a champion of imaginative literature as a vehicle of philosophical insight and moral truth that Camus was honored by his own generation and is still admired today. He was at the height of his career, at work on an autobiographical novel, planning new projects for theatre, film, and television, and still seeking a solution to the lacerating political turmoil in his native Algeria, when he died tragically in an automobile accident in January, 1960.

Stephen Hawking

Stephen Hawking – Ο κόσμος μιας ιδιοφυΐας

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ κοντά στο κέντρο του Καίμπριτζ, δώδεκα νέοι, άντρες και γυναίκες, κάθονται γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι στρωμένο με λινό τραπεζομάντιλο, πιάτα, ποτήρια και μαχαιροπίρουνα.
Στη μία πλευρά του τραπεζιού κάθεται ένας άντρας σε αναπηρική καρέκλα. Είναι μεγαλύτερος σε ηλικία από τους υπόλοιπους. Τρομερά ασθενικός, σχεδόν μαραμένος, έχει σωριαστεί ακίνητος και φαινομενικά άψυχος πάνω στο μαύρο μαξιλάρι της αναπηρικής του καρέκλας. Τα χέρια του, αδύνατα και χλομά με λεπτά δάχτυλα, ακουμπούν στα γόνατά του. Στο κέντρο του λαιμού του, κάτω από τον ανοικτό γιακά του πουκάμισού του, βρίσκεται μια πλαστική αναπνευστική συσκευή με διάμετρο περίπου πέντε εκατοστά. Παρά την αναπηρία του, το πρόσωπό του είναι ζωντανό και παιδικό, με τα καστανά μαλλιά του καλοχτενισμένα πάνω από τα φρύδια του.
Μόνο οι γραμμές κάτω από τα μάτια του προδίδουν ότι είναι συνομήλικος του Κηθ Ρίτσαρντς και του Ντόναλντ Τραμπ. Το κεφάλι του γέρνει νωχελικά προς τα εμπρός. Πίσω από τα γυαλιά με τον μεταλλικό σκελετό, όμως, δυο γαλανά πεντακάθαρα μάτια, ελαφρά ανασηκωμένα, παρακολουθούν άγρυπνα τους συνδαιτυμόνες. Δίπλα του κάθεται μια νοσοκόμα. Με την καρέκλα της γερμένη προς το μέρος του, ακουμπά ένα κουτάλι στα χείλη του και τον ταΐζει. Πού και πού του σκουπίζει το στόμα.
Στο εστιατόριο επικρατεί ατμόσφαιρα ενθουσιασμού. Οι νέοι που κάθονται γύρω απ’ αυτόν τον άντρα γελούν και αστειεύονται. Κάπου κάπου του απευθύνουν το λόγο ή κάνουν κάποιο χαριτωμένο σχόλιο προς το μέρος του. Ένα λεπτό αργότερα τα μουρμουρητά κόβονται στη μέση από ένα οξύ, ερεθιστικό ήχο, μια μεταλλική φωνή που θα μπορούσε να προέρχεται από τον Πόλεμο των Άστρων: ο άντρας στην αναπηρική καρέκλα δίνει μια απάντηση που ξεσηκώνει δυνατά γέλια από ολόκληρο το τραπέζι. Τα μάτια του φωτίζονται και αυτό που πολλοί περιέγραψαν σαν “το μεγαλύτερο χαμόγελο στον κόσμο” γεμίζει το πρόσωπό του. Ξαφνικά όλοι νιώθουν ότι ο άντρας αυτός είναι γεμάτος ζωή.
Καθώς το γεύμα αρχίζει, ακούγεται φασαρία στην είσοδο του εστιατορίου. Λίγα λεπτά αργότερα, ο αρχισερβιτόρος πλησιάζει το τραπέζι συνοδεύοντας μια γελαστή κοκκινομάλλα με γούνινο παλτό. Όλα τα μέλη της συντροφιάς στρέφονται προς το μέρος της∙ ένας αέρας σιωπηλής αναμονής τους κυριεύει ώσπου να ‘ρθεί κοντά τους και να τους χαιρετήσει. Δείχνει πολύ νεότερη από την πραγματική της ηλικία. Η τρομερή της λάμψη πολλαπλασιάζεται ανάμεσα στους ατημέλητους νέους του τραπεζιού. Μόνο ο μεγαλύτερος άντρας στην αναπηρική καρέκλα είναι τακτικά ντυμένος, μ’ ένα απλό σακάκι και καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Η νοσοκόμα δίπλα του είναι άψογα κομψή. «Λυπάμαι τόσο πολύ που άργησα», λέει στη συντροφιά. «Το αυτοκίνητό μου ακινητοποιήθηκε από τις δαγκάνες της τροχαίας στο Λονδίνο». Κι ύστερα προσθέτει, γελώντας: «Πρέπει να έχει κάποια κοσμική σημασία το γεγονός.»
Οι συνδαιτυμόνες την κοιτούν χαμογελώντας. Ο άντρας στην αναπηρική καρέκλα ακτινοβολεί. Η γυναίκα κάνει το γύρο του τραπεζιού προς το μέρος του, καθώς η νοσοκόμα στέκεται δίπλα του. Σταματά δύο βήματα πριν από την αναπηρική καρέκλα, μαζεύεται κάπως συνεσταλμένα και λέει:
«Καθηγητά Hawking, χαίρομαι πάρα πολύ που σας γνωρίζω. Είμαι η Σίρλεϋ ΜακΛέιν.»
Ο άντρας τής χαμογελά και η μεταλλική φωνή λέει απλά: «Γεια σας.»
Σε όλη τη διάρκεια του γεύματος η Σίρλεϋ ΜακΛέιν κάθεται δίπλα στον οικοδεσπότη της, βομβαρδίζοντάς τον με ερωτήσεις, προσπαθώντας να ανακαλύψει τις απόψεις του για ζητήματα που την απασχολούν βαθιά. Την ενδιαφέρουν η μεταφυσική και τα πνευματικά θέματα. Έχοντας μιλήσει μέχρι τώρα με “ιερά πρόσωπα” και “δασκάλους” σε ολόκληρο τον κόσμο, έχει διαμορφώσει τις δικές της θεωρίες για το νόημα της ύπαρξης. Έχει ισχυρές πεποιθήσεις για το νόημα της ζωής, το λόγο της ύπαρξής μας, τη δημιουργία του Σύμπαντος και την ύπαρξη του Θεού. Αυτά όμως δεν αποτελούν παρά πεποιθήσεις. Ο άντρας που κάθεται δίπλα της είναι ίσως ο μεγαλύτερος φυσικός της εποχής μας, και στις επιστημονικές θεωρίες του καταπιάνεται με την αρχή του Σύμπαντος και τους νόμους που διέπουν την ύπαρξή του και καθορίζουν τη μοίρα όλων των όντων —συμπεριλαμβανομένης της Σίρλεϋ ΜακΛέιν. Η φήμη του έχει απλωθεί παντού. Το όνομά του το γνωρίζουν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.
Η ΜακΛέιν ρωτά τον καθηγητή αν πιστεύει στην ύπαρξη ενός Θεού που δημιούργησε το Σύμπαν και καθοδήγησε και τη δική Του δημιουργία.
Αυτός χαμογελά για μια στιγμή, και η μηχανική φωνή απαντά «Όχι.»
Ο καθηγητής δεν είναι αγενής ούτε ακατάδεκτος, αλλά απλώς λακωνικός. Κάθε λέξη του παράγεται από έναν υπολογιστή προσαρμοσμένο στην αναπηρική του καρέκλα, ύστερα από τον επίπονο χειρισμό του με δύο μόνο δάχτυλα του ενός χεριού. Κι αυτή είναι η μοναδική ίσως ελευθερία κινήσεων που του έχει απομείνει. Η καλεσμένη του δέχεται τα λόγια του και γνέφει καταφατικά. Ό,τι της λέει δεν είναι αυτό που θέλει να ακούσει. Δεν διαφωνεί όμως. Απλώς ακούει προσεκτικά και σημειώνει, γιατί οι απόψεις του καθηγητή πρέπει να είναι, αν μη τι άλλο, σεβαστές.
Αργότερα, όταν τέλειωσε το γεύμα, η συντροφιά φεύγει από το εστιατόριο και επιστρέφει στο Τμήμα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών και Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο. Οι δύο διασημότητες μένουν μόνες στο γραφείο του καθηγητή Hawking με τη μόνιμη παρουσία της νοσοκόμας του. Τις δύο επόμενες ώρες, μέχρι να σερβιριστεί το τσάι στον ανάλογο χώρο του Πανεπιστημίου, η ηθοποιός του Χόλλυγουντ υποβάλλει στον καθηγητή του Καίμπριτζ τη μία ερώτηση μετά την άλλη.
Ώς την ημέρα της συνάντησής τους, το Δεκέμβριο του 1988, η Σίρλεϋ Μακλέιν είχε συναντήσει πολλούς ανθρώπους, διάσημους και μη. Έχοντας προταθεί πολλές φορές για Όσκαρ και κερδίζοντάς το μια φορά για το ρόλο της στην ταινία Σχέσεις Στοργής ήταν ίσως πολύ πιο διάσημη από τον οικοδεσπότη της. Χωρίς αμφιβολία όμως, η συνάντησή της με τον Stephen Hawking θα παραμείνει βαθιά στη μνήμη της για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Γιατί αυτός ο άντρας, που δεν ζυγίζει περισσότερο από σαράντα πέντε κιλά και είναι εντελώς παράλυτος, άφωνος και ανίκανος να σηκώσει το κεφάλι του αν πέσει μπροστά, έχει ανακηρυχθεί “ο διάδοχος του Αϊνστάιν”, “η μεγαλύτερη διάνοια του τέλους του 20ού αιώνα”, “το οξυδερκέστερο πνεύμα”, και ακόμα, από κάποιον δημοσιογράφο, “ο Κυρίαρχος του Σύμπαντος”. Έχει πραγματοποιήσει αποφασιστικά βήματα στην κοσμολογία, και έχει διευρύνει τις γνώσεις μας για το Σύμπαν περισσότερο ίσως από οποιονδήποτε άλλον. Κι αν όλα αυτά δεν είναι αρκετά, έχει τιμηθεί με δεκάδες επιστημονικά βραβεία. Έχει ανακηρυχθεί “Επιτελάρχης της Βρετανικής Αυτοκρατορίας” και “Συνοδός επί τιμή” από τη βασίλισσα Ελισάβετ. Και ακόμη, έχει γράψει ένα δημοφιλέστατο βιβλίο εκλαϊκευμένης επιστήμης, το Χρονικό του Χρόνου, το οποίο παραμένει ακόμα στους βρετανικούς καταλόγους των μπεστ σέλλερ από την έκδοσή του το 1988, ενώ έχει πουλήσει μέχρι σήμερα περισσότερα από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο.
Πώς έγιναν όμως όλα αυτά; Πώς ένας άνθρωπος με μια ασθένεια που εξελίσσεται διαρκώς, φθείροντάς τον, πάλεψε τις καταστροφικές επιπτώσεις της, ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο στο δρόμο του και φτάνοντας νικητής στο τέρμα; Πώς κατάφερε να επιτύχει πολύ περισσότερα απ’ όσα ονειρεύτηκε ποτέ η συντριπτική πλειονότητα των σωματικά ικανών συνανθρώπων του;



From the moment absurdity is recognized, it becomes a passion, the most harmonious of all. It is not the world that is absurd, nor human thought but when then human need to understand meets the unreasonableness of the world, like when my appetite for the absolute and for unity meets the impossibility of redusing this world to a rational and reasonable principle.

Απ’ τη στιγμή που η έννοια του παράλογου αναγνωρίζεται, μετατρέπεται σε πάθος και μάλιστα το πιο οδυνηρό. Δεν είναι ο κόσμος που είναι παράλογος, ούτε η ανθρώπινη σκέψη, αλλά όταν η ανάγκη να καταλάβουμε συγκρούεται με τον αλόγιστο κόσμο, όπως όταν η επιθυμία μου για το απόλυτο και για το ενιαίο συναντά την αδυναμία μου να μειώσω τον κόσμο τούτο σε μια λογική και αποδεκτέα αρχή.

~ Αλμπέρτος Καμύ, Ο Μύθος του Σίσυφου
~ Albert Camus, The Myth of Sysiphus