Archive for the ‘Manolis Aligizakis’ Category

nostos and algos cover

ΚΛΑΔΙΑ

Σπασμένα κλαδια δέντρου
μπλεγμένα σαν τα όνειρα
που κάποτε είχες στου αγέρα
το καλόβολο φύσημα και πώς
να ξεμπερδέψεις με την άγκυρα
που έδεσες στα πόδια σου
και σαν σπασμένο κλαδί κρέμεσαι
απ’ το κενό κι άδοξα
να περιμένεις κάποια λύση
που ξεφεύγει λογικού
και μια παράξενη στατικότητα σε κυβερνά
σαν θάνατος πρίν απ’ το θάνατο

κι είπες—

πιλότος θα γίνω στην επόμενη ζωή
για να πετώ ψηλά στα σύννεφα.
BRANCHES

Broken branches of the tree
entwined like the dreams
you once had
free in the wind’s temper and
how you managed to tie
an anchor on your ankle and now
you hang from a tree branch
as though by a thread
over the void waiting for
a solution to your problem
strange stagnation governing
your thoughts like death
before death

and you said—

in the next life I’ll become a pilot
to fly high in the clouds

Advertisements

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ

Τό συμπαθητικό του πρόσωπο, κομάτι ωχρό
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμο του
—τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου—
ασκόπως περπατεί μες στην οδό
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.
IN THE STREET

His likeable face, kind of pale;
his brown eyes, kind of sleepy;
twenty five years old, but he looks more like twenty;
with something artistic in his clothes,
a bit of color in his tie, the shape of his collar—
aimlessly he walks the streets,
as if still hypnotized by the questionable delight,
the carnal delight he has just enjoyed.

 

cover

Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’
τις πυρκαγιές,
και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών
οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-
σαμε,
καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,
δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι
αθάνατα,
συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.
THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted
by conflagrations
and again the old stories, while the women’s serene spindle
secretly guided the hours. Nobody recognized us when we
returned
so we dwelled in our anonymity like the lumberjack
in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:
we had neither name nor expectation. Like the statues that are
immortal and
they preserve our mortal hour.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

74979_3629791323956_2077615219_n

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΚΔ’

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
άν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
άς μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
άς γυρίσουν προς το έρεβος των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους δείξουμε τη γαλήνη.

 

MYTHISTOREMA XXIV

 

Here end the works of the sea, the works of love.
Those who will live here someday where we die
perhaps the blood will darken in their memory and
overflow
let them not forget us, the weak souls among the asphodels
let them turn the heads of the victims toward Erebus:
We who had nothing will teach them tranquility.

~GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2012

Ritsos_front large

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Ώστε, λοιπόν, δεν είχαν όλα χαθεί. Το παράθυρο
έβλεπε ακόμη ένα κομμάτι πολιτεία, ένα κομμάτι
διαθέσιμο σχεδόν ουρανό. Ο μαραγκός, ο χτίστης,
μετέωροι στη σκαλωσιά, έρχονται πάλι πλησιέστερα.
Τα καρφιά, τα σανίδια έχουν, λοιπόν, κι άλλη χρήση,
και τ’ όνειρο πάλι κι ο τοίχος κ’ η ελάχιστη ανάσταση
κ’ η περίλυπη δόξα, χρήσιμη πάλι, θυμίζοντας
κείνες τις οδοντογλυφίδες στο τσεπάκι του γιλέκου
που, τόσα χρόνια πριν, είχαμε πάρει κρυφά
απ’ το φτηνό εστιατόριο μια χειμωνιάτικη νύχτα.
REFUTATION

So it seems it wasn’t all lost. The window
still looked out at a part of the city, an almost available
part of the sky. The carpenter, the builder,
dangling off the scaffold, they come closer again.
Then the nails, the planks, have another use
and the dream again, the wall and the faint resurrection
and the sorrowful glory, useful again, reminding us
those toothpicks in the small vest pocket
that, so many years ago, we had secretly taken
from the cheap restaurant one winter night.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca