Archive for the ‘Libros Libertad’ Category

cover

ΥΠΟΜΝΗΣΗ

Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’
το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-
γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που
το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του
βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω
τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,
ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.
REMINDER

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture
like a Gospel quotation — so everything finished quickly and
Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was
a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the
violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my
tie in such a way that they at least understand
I have been hanging for a long time.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

Ritsos_front large
Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.
Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.
Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.
Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.
Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.
Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;
Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.
Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.
Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.
In the Barracks

The moon entered the barracks.
It rummaged in the soldiers’ blankets.
Touched an undressed arm. Go to sleep.
Someone talks in his sleep. Someone snores.
A shadow gestures on the long wall.
The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?
Can they be dead from right now?

A soldier woke up.
He looks around with glassy eyes.
A thread of blood hangs from the moon’s lips.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large

Ο ΜΕΤΕΩΡΟΣ

Με τον καιρό οι παραστάσεις λιγοστεύουν. Το ίδιο και τα έπιπλα.
Το υπέδαφος, κούφιο, υποχωρεί. Δεν κρατάει
το βάρος της πέτρας ή του βήματος. Ένας άνθρωπος
λίγο-λίγο αφαιρεί τα περιττά και τα αναγκαία
για να σταθεί τουλάχιστον στον αέρα. Βαδίζει
δίπλα στα σύρματα του τηλεγράφου. Κάποτε, τα βράδια,
εγγίζει ψηλά τα λαμπιόνια της λεωφόρου, δοκιμάζοντας
τις αντιδράσεις της αφής του. Ανάμεσα στα δόντια του
κρατάει το ψαλίδι της τελικής συσκότισης, δίχως
ποτέ να το χρησιμοποιεί. Πιθανόν να φοβάται
τη συστροφή των καλωδίων, κ’ ίσως πιότερο ακόμη
αυτόν που κάθεται κει κάτω, στην τελευταία καρέκλα,
στο πεζοδρόμιο του φωταγωγημένου ζαχαροπλαστείου
πίνοντας με μελετημένες, ήσυχες, αργές γουλιές
ένα κίτρινο υγρό απ’ το μεγάλο, αστραφτερό ποτήρι.

~Αθήνα, 18-3-71

 

THE UNDECIDED

With time performances become less and less. Same as the furniture.
The subfloor, hollow, gives way. It cannot hold up
the weight of a stone or a footstep. A man
slowly-slowly removes the excess so
he can at least hover in midair. He walks
next to the telegraph wires. Sometimes, in the evening,
he touches the street lights, up high, trying
to see the reaction of his touch. Between his teeth
he keeps the scissors of total blackout, without
ever using them. Perhaps he’s afraid
the twisting of the wires or even more so
the person sitting down there, on the last chair,
on the sidewalk of the well-lit patisserie
drinking with thoughtful, calm, slow gulps
a yellow drink from the large, shining glass.

~Athens, 18-3-71
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

 

Hear Me Out_cover_Jun9.indd

http://www.spreaker.com/user/6314317/air-play-poetry-corner-hear-me-out

On the Kitchen Counter

Good morning my love,
The day is of course just starting for me, although passed three
in the afternoon, but you see, I dedicate all my night to think of
you as I go to the various bars with my friends.
Yesterday I mused that three months have already gone since we
separated, three months that I haven’t found refuge in that little
dip of your chest. There where I told you it was my secret cave,
where I felt secure.
I mused that lone moment of summer when we lied down on the
beach and the sun burnt us, I dripped a few drops of sea water to
quench the thirst I had for your love.
I get up at noon I return home almost at daybreak.
Empty as always since you left, the house welcomes me with the
radio being on since morning and the lights set on the timer.
Toast and Happy Hippo cheese are my evening meal along with
pills for the hangover.
And tears ready to run down my cheeks.
This will pass, no matter what, it’ll pass.
I remember one time when we returned home after a night
at the bouzoukia, we prepared an omelette and fried bread
because we were hungry.
Then after we ate we left the plates on the table and made love
on the kitchen counter. At daybreak, before we went to bed
hugging each other to go to sleep.
Unique moments! Our love was such, as long as it lasted.
Yet it left a deep scar behind, a scar that refuges to heal and like
a cancer eats me up from within.

Στον πάγκο της κουζίνας

Καλημέρα, αγάπη μου!
Η μέρα βέβαια αρχίζει για μένα τώρα, που είναι πια περασμένες τρεις το μεσημέρι, αλλά βλέπεις, το βράδυ μου το αφιερώνω όλο για να σκέφτομαι εσένα, ενώ τριγυρνάω με αδιάφορες παρέες στα μπαράκια.
Αναλογιζόμουν χτες πως πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες που δεν είμαστε μαζί, που έχω να χωθώ στη λακκουβίτσα του στέρνου σου.
Εκεί που σου ’λεγα πως είναι η μυστική σπηλιά μου, που όταν βρίσκομαι δεν φοβάμαι πια τίποτα και κανέναν.
Θυμήθηκα εκείνη τη μοναδική στιγμή του καλοκαιριού, που όπως ήμασταν ξαπλωμένοι στην παραλία και μας έψηνε ο ήλιος, σου ‘σταξα μέσα της νερό απ’ τη θάλασσα και μετά το ήπια από ’κει, για να ξεδιψάσω τον έρωτά μου για σένα.
Ξυπνάω το μεσημέρι, Γυρίζω σπίτι μου τα ξημερώματα…
Άδειο, όπως πάντα, από τότε που έφυγες, το σπίτι, με καλωσορίζει με το ραδιόφωνο, που παίζει απ’ το πρωί και τα φώτα που ανάβουν με χρονοδιακόπτη, όταν σκοτεινιάζει.
Παξιμάδια, τυρί και Happy Hippo, το βραδινό μου, μαζί με τα χάπια για τον πονοκέφαλο απ’ το αλκοόλ.
Και τα δάκρυα στα μάτια μου, έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Θα περάσει, πού θα πάει! Θα περάσει.
Θυμάμαι μια φορά, που είχαμε γυρίσει ξημερώματα απ’ τα μπουζούκια και πριν κοιμηθούμε, φτιάξαμε ομελέτα και τηγανητό ψωμί, γιατί πεινούσαμε.
Και μετά, αφήσαμε τα πιάτα στο τραπέζι και κάναμε έρωτα στον πάγκο της κουζίνας. Ξημερώματα, πριν πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας.
Στιγμές μοναδικές! Έτσι ήταν όλη η αγάπη μας, όσο κράτησε.
Η αγάπη, όχι η συμβίωση.
Αυτή τράβηξε πολύ κι άφησε πίσω της μια ύπουλη πληγή, που δε λέει να γιατρευτεί και δουλεύει από μέσα, σαν σαράκι.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca

 

Image

 

ΥΣΤΕΡ’ ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Κείνες τις μέρες έβρεχε ασταμάτητα. Κατέβαζε πολύ νερό.
Το ποτάμι πλημμύρισε. Δε φαινόταν η γέφυρα.
Κόσμος καθόταν στις όχτες. Περίμεναν. Η βροχή δε σταμάταγε.
Κάποιοι πετούσαν τα βρακιά τους, τα παπούτσια τους, για να
περάσουν το ποτάμι.
Ύστερα μέναν έτσι. Δέν περνούσαν. Κάθονταν στη βροχή γυμνοί
ώσπου νύχτωνε και δεν ξέραμε πια: έμειναν τάχα εκεί; περάσαν
το ποτάμι; πνίγηκαν;

Την άλλη μέρα είχε λιακάδα. Το ποτάμι χαμήλωνε.
Ο έρωτας περνοδιάβαινε στο γεφύρι παίζοντας με τα φύλλα
και πια κανένας δε θυμόταν τα κατορθώματα κείνων που πά-
λεψαν με το νερό
ούτε τα κλάματα κείνων που τους χώρισε το ποτάμι
ούτε κείνους που πνίγηκαν στη νύχτα.

Ένα παπούτσι αρμένιζε ήσυχα μες στο ποτάμι
σα βάρκα ενός πουλιού μες στα παιχνίδια τού νερού και του ήλιου.

 

AFTER THE FLOOD

Those days it rained unceasingly. Torrential rain.
The river flooded. You couldn’t see the bridge.
People stood by the banks. They waited. The rain wouldn’t stop.
Some did away with their underpants and shoes so they
could cross the river.
Then they stayed like that. They didn’t cross. They stayed in the rain
naked until night came and we didn’t know further: did they stay
there? Did they cross? Did they drown?

The next day it was sunny. The river had receded.
Eros went back and forth on the bridge playing with the leaves
and no one remembered anymore the deeds of the ones who fought
the water
neither the cries of those who the river separated
nor those who drowned during the night.

One shoe sailed calmly on the river
like a boat of a bird amid the games of the water and the sun.

 

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca