Archive for the ‘Lenin Poetry Prize’ Category

ritsos_front-large

ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

 

Αστραπιαία μοτοσικλέτα. Πέρασε. Ο έρωτας ήταν.

Ανέμισμα μαλλιών. Φέγγος τής θάλασσας. Στήν αγορά

πλήθος φραγκόσυκα σέ καλαμένια κοφίνια

λιάζονται μέ ιταμότητα—αρχέγονοι όρχεις,

τό φώς σπιθίζει στό ξανθό τρίχωμά τους.

Τά κορίτσια γελάνε

μπροστά στίς πόρτες. Μέ μικρούς σουγιάδες σκίζουν

τήν παχιά φλούδα τών φραγκόσυκων. Τό γέλιο τους

αποσκεπάζει ένα κρυφό ερωτικό φονικό. Κι ίσως γι αυτό

στό βάθος τού ορίζοντα ένα ελάχιστο πάλλευκο σύννεφο σκιάζει

μιά σπιθαμή στό απέναντι γαλάζιο βουνό.

Τί όμορφη μέρα,

όμορφη, πιό όμορφη, προστατεύοντας πάλι,

μέ καθυστέρηση, κάποιο δικό μας δικαίωμα στό θαυμασμό

κάποιο δικό μας δικαίωμα στήν αιώνια νεότητα τού κόσμου.

 

 

REPOSSESSION OF RIGHTS

 

The motorcycle in lightning speed. It passed by. It was love.

Fluttering of hair. Radiance of the sea. In the agora

loads of cactus pears sunbathed in insolence

in baskets made of cane – primeval testicles,

light strikes like a spark in their blond hairs.

The girls laugh

in front of doors. They slice open the thick rind of

the cactus pears with small knives. Their laughter

conceals a secret erotic murder. Perhaps for this reason

the slightest snow-white cloud shadows one yard on the opposite

blue mountain, at the far end of the horizon.

What a beautiful day,

beautiful, more beautiful, protecting again,

somewhat late, our certain right in admiration,

our certain right in the eternal youth of the world.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

ritsos front cover

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κοιτάζει πάλι, παρατηρεί, διακρίνει
μέσα σε μιαν απόσταση χωρίς καθόλου νόημα,
μες στη διάρκεια που πια δεν ταπεινώνει,
τους σβώλους ναφθαλίνης στη χαρτοσακκούλα,
τα ξερά κληματόφυλλα στον τρύπιο κουβά,
το ποδήλατο στ’ αντικρυνό πεζοδρόμιο.
Άξαφνα
ακούει το χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο,
το ίδιο εκείνο, συνθηματικό, καταμόναχο,
το βαθύτερο χτύπημα. Αισθάνεται αθώος
πούχει ξεχάσει τους νεκρούς.
Τις νύχτες, τώρα
δε χρησιμοποιεί ωτασπίδες—τις έχει αφημένες
μες στο συρτάρι του μαζί με τα παράσημά του
και με την πιο αποτυχημένη τελευταία του προσωπίδα.
Μονάχα που δεν ξέρει άν είναι η τελευταία.
RESURRECTION

He looks again, observes, discerns
in a distance that has no meaning at all,
in the continuance that doesn’t humiliate anymore,
the moth balls in the paper bag,
the dry grape leaves in the leaky pail,
the bicycle on the opposite sidewalk.
Suddenly
he hears the knock behind the wall,
that same one, coded, totally alone,
the deepest knock. He feels innocent
that he has forgotten the dead.
At night, now, he doesn’t
use earplugs anymore – he’s left them
in the drawer along with his medals
and with his last most unsuccessful mask.
Only he doesn’t know whether it’s the last one.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large
Στό στρατώνα

Τό φεγγάρι μπήκε στό στρατώνα.
Ψαχούλεψε τίς κουβέρτες τών φαντάρων.
Έπιασε ένα γυμνό χέρι. Κοιμήσου.
Κάποιος παραμιλάει. Κάποιος ροχαλίζει.
Μιά σκιά χειρονομεί στό μακρύ τοίχο.
Πέρασε τό τελευταίο τράμ. Ησυχία.

Μπορεί όλοι αυτοί νάναι αύριο πεθαμένοι;
Μπορεί από τώρα κιόλας νάναι πεθαμένοι;

Ένας φαντάρος ξύπνησε.
Κοιτάζει γύρω μέ γυάλινα μάτια.
Μιά κλωστή αίμα κρέμεται απ’ τά χείλη τού φεγγαριού.
In the Barracks

The moon entered the barracks.
It rummaged in the soldiers’ blankets.
Touched an undressed arm. Go to sleep.
Someone talks in his sleep. Someone snores.
A shadow gestures on the long wall.
The last trolley bus went by. Quietness.

Can all these be dead tomorrow?
Can they be dead from right now?

A soldier woke up.
He looks around with glassy eyes.
A thread of blood hangs from the moon’s lips.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Ritsos_front large

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Ώστε, λοιπόν, δεν είχαν όλα χαθεί. Το παράθυρο
έβλεπε ακόμη ένα κομμάτι πολιτεία, ένα κομμάτι
διαθέσιμο σχεδόν ουρανό. Ο μαραγκός, ο χτίστης,
μετέωροι στη σκαλωσιά, έρχονται πάλι πλησιέστερα.
Τα καρφιά, τα σανίδια έχουν, λοιπόν, κι άλλη χρήση,
και τ’ όνειρο πάλι κι ο τοίχος κ’ η ελάχιστη ανάσταση
κ’ η περίλυπη δόξα, χρήσιμη πάλι, θυμίζοντας
κείνες τις οδοντογλυφίδες στο τσεπάκι του γιλέκου
που, τόσα χρόνια πριν, είχαμε πάρει κρυφά
απ’ το φτηνό εστιατόριο μια χειμωνιάτικη νύχτα.
REFUTATION

So it seems it wasn’t all lost. The window
still looked out at a part of the city, an almost available
part of the sky. The carpenter, the builder,
dangling off the scaffold, they come closer again.
Then the nails, the planks, have another use
and the dream again, the wall and the faint resurrection
and the sorrowful glory, useful again, reminding us
those toothpicks in the small vest pocket
that, so many years ago, we had secretly taken
from the cheap restaurant one winter night.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

ritsos front cover

ΤΡΙΠΤΥΧΟ

1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;

TRIPTYCH

1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca