Archive for the ‘Greek’ Category

It’s my pleasure to inform you that the International Academy Mihai Eminescou has invited me to their 4th Poetry Festival, in Craiova, Romania to be held in May. Needless to say I’m totally excited; and yes, I’ll attend and after it straight to my motherland!

Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνω ότι η Ακαδημία Μιχαήλ Εμινέσκου με έχει προσκαλέσει στο 4ο Φεστιβάλ Ποίησης που θα διεξαχθεί το Μάϊο στην Κραϊόβα της Ρουμανίας. Περιττό να πω ότι πετώ στα σύννεφα! Και, ναι, θα πάρω μέρος, κι αμέσως μετά μαζί σας εκεί στην πατρίδα!



nostos and algos cover


Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά


He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

cavafy copy.jpg



Καθώς πού θά τό ακούσατε, δέν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τά χέρια μου περνά.
Καί στήν πατρίδα μου, τά Τύανα, καλά
μέ ξέρουνε κ’ εδώ αγάλματα πολλά
μέ παραγγείλανε οι συγκλητικοί.

Καί νά σάς δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν τήν Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τόν Πομπήϊον. Ο Μάριος
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο πού μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θά τόν ξαναγγίξω).
Πλησίον στού μαρμάρου τού κιτρινωπού
εκείνα τά κομάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Καί τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
νά κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως γιά τ’ άλογά του, πώς νά πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι νά γίνουν πού
τά σώματα, τά πόδια των νά δείχνουν φανερά
πού δέν πατούν τήν γή, μόν τρέχουν στά νερά.

Μά νά τό έργον μου τό πιό αγαπητό
πού δούλεψα συγκινημένα καί τό πιό προσεκτικά
αυτόν, μιά μέρα τού καλοκαιριού θερμή
πού ο νούς μου ανέβαινε στά ιδανικά
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τόν νέο Ερμή.


As you may have heard, I am not a beginner.
Some good quantity of stone goes through my hands.
And in my home country, Tyana, they know me
well; and here the senators have ordered
a number of statues from me.

Let me show you
some right now. Have a good look at this Rhea;
venerable, full of forbearance, really ancient.
Look closely at Pompey. Marius,
Aemilius Paulus, the African Scipio.
True resemblances, as true as I could make them,
Patroklos (I’ll have to touch him up a bit).
Close to those pieces
of yellowish marble over there, is Caesarion.

And for a while now I have been busy
creating a Poseidon. I carefully study
his horses in particular, how to shape them.
They have to be so light that their bodies,
their legs, show that they don’t touch
the earth, but run over water.

But here is my most beloved creation,
that I worked with such feeling and great care
on a warm summer day,
when my mind ascended to the ideals,
I had a dream of him, this young Hermes.



When birds came to stir the leaves
of the bitter trees beside my house
(blind nocturnal birds
boring their nests in the barks)
I faced the moon
and saw a tall schooner.

At the island’s rim the sea was salt;
the earth extended, ancient conches
glittered thrust into the rocks
on the roadstead of dwarf lemon trees.

And I told my love (my child was stirring in her,
And, for that, she had the sea within her soul continuously):
“I’m tired of all these wings that beat
in time to oars, and of the owls
that howl a dog’s lament
when wind of moon is in the cane brakes.
I want to leave I want to leave this island.”
And she: “O love, it’s late: let’s stay.”

Then slow I set myself to count
the strong surges of sea waterπουλιά,φύλλα,ανακατεύ
the air bore up into my eyes
from the mass of the tall schooner.


Όταν τα πουλιά ήρθαν να ταράξουν τα φύλλα
των πικρών δέντρων δίπλα στο σπίτι μου
(τυφλά νυκτόβια πουλιά που έσκαβαν
τις φωλιές τους στη φλούδα των δέντρων)
αντίκρυσα το φεγγάρι
κι είδα μια ψηλή σκούνα
στην άκρη του νησιού η θάλασσα ήταν αλάτι
η γη προεξείχε, αρχαία κοχύλια
έκαναν τα βράχια να γυαλίζουν
στο αγκυροβόλιο των νάνων λεμονιών
και στην αγαπημένη μου είπα (το παιδί μου κουνιόταν μέσα της
και γι’ αυτό είχε πάντα τη θάλασσα στην ψυχή της):
«με κούρασαν αυτά τα φτερά που ηχούν
στο ρυθμό των κουπιών και των κουκουβαγιών
που αλυχτούν του σκύλου το μοιρολόϊ
καθώς ο αγέρα του φεγγαριού παίζει στα καλάμια.
Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω απ’ το νησί τούτο»
Και μου `πε: «Ω, αγάπη μου, είναι αργά. Ας μείνουμε.»

Τότε αργά αργά έρχισα να μετρώ
την ψηλή παλλίροια της θάλασσας
ο αγέρας έφερε στα μάτια μου
απ’ τη μεριά της ψηλής σκούνας.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

ritsos front cover


1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;


1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis