Archive for the ‘God’ Category

Aldebaran in God’s Cell

God gives meaning, God gives pain
-Halo, Porcupine Tree
The moon tonight is like a scar on heaven’s dark skin. A star hangs from its edge, one of those left alone to lament every troubadour’s defeat.
And next to the scar I saw God spreading.
Many years ago, when the sun rose from the East and grass was greener, I found myself in Mount Athos.
I was thinking of Kazantzakis and Sikelianos who wandered in Athos in search of God. Both found him, each in his own way.
I went there on my own research. Perhaps I should be doing more important things, being a blossoming youth. Studying in the university, working, seeking out ways to make money. It wasn’t my style, it isn’t now, so there I was, broken and befuddled, searching for God beyond Athos.
I left behind me the markets and the bazaars, took a tattered Bible and entered the sanctum.
Chrysostom put me up in his cell. And I remember a glorious morning, as the sea was silver-plated by the sun, he saw me buried in the Bible.
“What are you doing?” he asked me.
“I try to understand”
“Understand what?” he chuckled. “Just take a look around you. What else do you need?”
I raised my head and saw the World. No apartment buildings, highways and cars. No delusions and substitutes, all these things created by man to invest on their failure. It was the World naked. Original.
I didn’t understand but I felt a shiver down my spine.
I was a young man then, a shade over the twenties. I had to go back. I had a feeling that somewhere a girl awaited for me, a girl with blooming breasts. And all the world fades before a woman’s scent. Otherwise I might had stayed.
I came back, I fell in love and felt loved, and then I attempted to enter the human sanctum.
I haven’t made it, yet. I can’t figure out the way it works.
There are nights, such as this one, when I ask God if he knows, if he has a clue.
I ask him, why should we suffer?
No answer.
I ask him, why should we die?
No answer.
I ask him, why are people drowning?
No answer.
If he could talk, I know what he would say.
“This world is the world of men.
When you were close to me I asked you, what do you prefer? Immortality or freedom?
Angels chose immortality. Humans chose freedom.
Angels can’t choose between Good and Evil. That’s why they are immortal.
Humans can choose. That’s why they die.”
“That’s why they kill” I told him.
No answer.
We walked into the woods with Chrysostom and he showed me wild-boar tracks. Somewhere we spotted a cave in the mountain.
“A hermitage” he told me. “An old man lived there”.
“What did he do?” I asked.
“He died” he answered me.
The Last night before I leave Athos, I remembered the following Buddhist tale.
A youth had become a novice monk. He had passed all the trials but could not forget a girl back in the village.
He went to the master and asked him: “ Master, what should I do? Become a monk or go back to the village and get married?”
The master was chewing pumpkin seeds with his few remaining teeth. He spat the shells and replied:
“Whatever you do, you will regret it”
The moon looks like a pumpkin seed and Aldebaran hangs from its edge.
Perla the dog, chews on a piece of wood, as if she was a wise man.
Somewhere people are drowning, somewhere people get rich and somewhere a child dreams of peace.
The sun keeps rising from the east, in the world of men.
And God lies in his cell, without ever giving an answer.

«Ρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω;
Μιαν ανάσα, γυρεύω για να γιάνω.
Μια νυχιά, έτσι είναι το φεγγάρι απόψε. Απ’ την άκρη του κρέμεται ένα αστέρι, ένα από κεινα που μείναν μόνα τους να κλαίνε τον χαμένο αγώνα του τροβαδούρου.
Και δίπλα απ’ τη νυχιά είδα τον Θεό ν’ απλώνεται.
Πριν πολλά χρόνια, τότε που ο ήλιος έβγαινε απ’ την ανατολή και το γρασίδι φύτρωνε στο χώμα, είχα βρεθεί στο Άγιο Όρος.
Θυμόμουν τον Καζαντζάκη και τον Σικελιανό που τριγυρνούσαν στον Άθω προς αναζήτηση θεού. Τον βρήκαν κι οι δυο, καθένας με τον τρόπο του.
Πήγα να ψάξω κι εγώ. Ίσως θα έπρεπε να κάνω πιο σημαντικά πράγματα, νέο παιδί, παλικάρι, που έπιανα τις πέτρες και τις έστιβα. Να σπουδάζω, να δουλεύω, να ψάχνω τρόπους για να βγάλω λεφτά. Δεν το είχα τότε, δεν το έχω τώρα, κι έτσι άφραγκος κι αλλοπαρμένος γυρεύω τον θεό, μακριά απ’ τον Άθω.
Για δεν υπήρξα κατεργάρης και τη χρειάζομαι τη χάρη σου, μωρέ.
Άφησα πίσω μου τις Αγορές και τα παζάρια, πήρα μια διαλυμένη Βίβλο και παρείσφρυσα στο άβατο.
Με φιλοξένησε στο κελί του ο Χρυσόστομος. Και θυμάμαι ένα ένδοξο πρωινό, με τον ήλιο να επαργυρώνει τη θάλασσα, που με βρήκε χωμένο στη Βίβλο.
«Τι κάνεις εκεί;» με ρώτησε.
«Προσπαθώ να καταλάβω».
«Τι να καταλάβεις;», είπε γελώντας. «Κοίτα μπροστά σου. Τι άλλο θες;»
Σήκωσα το κεφάλι κι είδα τον Κόσμο. Χωρίς πολυκατοικίες, λεωφόρους κι αυτοκίνητα. Δεν υπήρχαν ψευδαισθήσεις κι υποκατάστατα, όλα εκείνα που κατασκευάζουν οι άνθρωποι για να επενδύσουν την αποτυχία τους. Ήταν ο Κόσμος γυμνός. Αληθινός.
Δεν κατάλαβα, αλλά ανατρίχιασα.
Ήμουν μικρός τότε, λίγο παραπάνω απ’ τα είκοσι. Έπρεπε να γυρίσω πίσω. Ένιωθα πως κάπου με περίμενε ένα κορίτσι μ’ ανθισμένα στήθη. Κι όλος ο κόσμος ωχριά μπρος στο άρωμα της γυναίκας. Αλλιώς μπορεί να `μενα εκεί.
Γύρισα, αγάπησα κι αγαπήθηκα, κι έπειτα προσπάθησα να παρεισφρύσω στο άβατο των ανθρώπων.
Ακόμα δεν το `χω καταφέρει. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς λειτουργεί.
Κάποια βράδια, σαν το αποψινό, ρωτάω τον θεό, μήπως ξέρει αυτός, μήπως αυτός έχει καταλάβει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πονάμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πρέπει να πεθαίνουμε.
Δεν απαντάει.
Τον ρωτάω γιατί πνίγονται άνθρωποι.
Δεν απαντάει.
Αν μπορούσε να μιλήσει ξέρω τι θα μου `λεγε.
«Αυτός ο κόσμος είναι ο κόσμος των ανθρώπων.
Όταν όλοι ήσασταν κοντά μου σας ρώτησα τι προτιμάτε; Αθανασία ή ελευθερία;
Οι άγγελοι προτίμησαν την αθανασία. Οι άνθρωποι την ελευθερία.
Οι άγγελοι δεν μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα στο Κακό και στο Καλό. Γι’ αυτό είναι αθάνατοι.
Οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν. Γι’ αυτό πεθαίνουν.»
«Γι αυτό σκοτώνουν», του είπα.
Δεν απάντησε.
Περπατούσαμε στο δάσος με τον Χρυσόστομο και μου `δειχνε τα ίχνη απ’ τα αγριογούρουνα. Κάπου είδαμε μια τρύπα στο βουνό.
«Κελί», μου είπε. «Εμενε ένας γέροντας εδώ.»
«Τι έκανε;» τον ρώτησα.
«Πέθανε», μου είπε.
Το τελευταίο βράδυ, πριν φύγω απ’ τον Άθω, θυμήθηκα εκείνη τη βουδιστική ιστορία.
Ένας νεαρός είναι δόκιμος μοναχός. Περνάει όλες τις δοκιμασίες, αλλά δεν μπορεί να ξεχάσει το κορίτσι στο χωριό.
Πηγαίνει στον δάσκαλο και τον ρωτάει: «Δάσκαλε, τι να κάνω; Να γίνω μοναχός ή να γυρίσω στο χωριό να παντρευτώ;»
Ο δάσκαλος μασουλούσε κολοκυθόσπορους, με τα λίγα δόντια που του `χαν μείνει. Έφτυσε τα τσόφλια κι είπε:
«Ό,τι και να κάνεις, στο τέλος θα το μετανιώσεις.»
Το φεγγάρι μοιάζει με τσόφλι από πασατέμπο κι ο Αλντεμπαράν κρέμεται στην άκρη του.
Η Πέρλα, ο σκύλος, μασουλάει σαν σοφός ένα ξύλο.
Κάπου πνίγονται άνθρωποι, κάπου άνθρωποι πλουτίζουν, κάπου ένα παιδί ονειρεύεται την ειρήνη.
Ο ήλιος συνεχίζει να βγαίνει απ’ την ανατολή στον κόσμο των ανθρώπων.
Κι ο θεός ξαπλώνει στο κελί του, χωρίς ποτέ να απαντάει.



Ο σημερινός άνθρωπος είναι τόσο μπερδεμένος, που στην χοντροκομμένη αυταρέσκεια του συνωμοτικού δικαστηρίου της δειλίας, του περιβόητου κράτους, αναζητεί τη δική του ευτυχία. Έτσι θυσιάζει τον εαυτό του για χάρη ενός ειδώλου, που τον απατά και τον ευτελίζει. Συμβαίνει λοιπόν να βασιλεύει πάνω στη γέρικη γη, σύμφωνα με τον Νίτσε, μια τερατώδης πολιτικο-κρατική οντότητα, της οποίας τα κύρια συστατικά συνυφαίνονται με την σκοτεινή φύση των πάσης φύσεως εθνικισμών, δημοκρατιών, σοσιαλισμών και των αντίστοιχων τύπων κυβερνήσεων και διακυβερνήσεων. Αυτή η οντότητα, το σύγχρονο κράτος, είναι στ’ αλήθεια ο Λεβιάθαν, που παρουσιάζεται ως φύλακας των λαών και έτσι αξιώνει να κηδεμονεύει, με τη διαμεσολάβηση των νόμων, τους πάντες και τα πάντα. Αλλά αυτός ο Λεβιάθαν δεν είναι κάποιος θεός, κάποιος σωτήρας ή λυτρωτής των ανθρώπων, παρά ένα τέρας, ένα ψευδολόγο και αρπακτικό θηρίο. Είναι ακριβώς αυτό που διακηρύσσει. Τι διακηρύσσει; Μια ψυχρή λειτουργία και μια απρόσωπη διαχείριση: δρα ύπουλα και δυναστεύει τυφλά τους λαούς, στο όνομα μάλιστα αυτών λαών. Έτσι όπου είναι παρόν το κράτος, ωσεί παρών είναι και ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Η αγέλη, που οι αισθήσεις της είναι τυλιγμένες με ψέματα/ψευδαισθήσεις και απάτες αίσθησης.


Today’s man is so confused that in his rough-tough self-indulgence of his conspiracy court of cowardice he seeks his happiness. This way he sacrifices himself for an idol that makes a fool of him. Therefore according to Nietzsche an evil monstrous political-state exists that happens to control the good old Earth, an entity with basic characteristics that coincide-identify with the dark side of the concepts ethnicity, democracy, socialism and the parallel types of governments. This entity, the State, is in reality the Leviathan that appears as a protector of peoples and values it subjugates and controls the masses with the help of its laws. But this Leviathan is not some God or a savior or a redeemer of the people but a monster, a lying and rapacious beast. It is exactly what it proclaims. What does it proclaim? A cold functioning society a faceless dictatorship, it functions in secret and subjugates peoples in the name of the same peoples. Thus where ever the State is the people as well. But who are the people? The masses that has its sensibility based on lies, illusions and emotional trickery.

«Υπάρχουν ακόμα κάπου λαοί και αγέλες, όχι όμως σε μας, αδελφοί μου: εδώ υπάρχουν κράτη. Κράτος; Τι είναι αυτό; Λοιπόν! Ανοίξτε τώρα τα αφτιά σας, γιατί θα σας μιλήσω για το θάνατο των λαών. Κράτος λέγεται το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά τέρατα. Ψυχρά επίσης ψεύδεται και τούτο το ψέμα σέρνεται από το στόμα του: «Εγώ, το κράτος, είμαι ο λαός». Αυτό κι αν είναι Ψέμα! Δημιουργοί ήταν εκείνοι που δημιούργησαν τους λαούς και που κρέμασαν μια πίστη και μια αγάπη από πάνω τους: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή. Εξολοθρευτές είναι εκείνοι που στήνουν παγίδες για τους πολλούς και αποκαλούνται κράτος: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατό επιθυμίες από πάνω τους. Όπου υπάρχει ακόμη λαός, δεν καταλαβαίνει το κράτος και το μισεί σαν κακό μάτι και σαν αμαρτία έναντι των ηθών και των δικαιωμάτων».


Somewhere there are still peoples and herds, but not with us, my brethren: here there are states. A state? What is that? Well! Open your ears to me, for now I shall say to you about the death of peoples! A state, is called the coldest of all monsters. It also lies coldly and this lie creeps out of its mouth. “I, the state, am the people.” It is a lie! Creators were they who created peoples, and hung a faith and a love over them: thus they served life. Destroyers are they who lay snares for many and call it the state: they hang a sword and a hundred cravings over them. Where there is still a people, there the state is not understood, but hated as the evil eye, and as sin against laws and customs.

Τι μας λέει εδώ ο Νίτσε; Πως το κράτος, ως το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα, υπονομεύει την αληθινή ύπαρξη των λαών, ταυτίζοντας τον εαυτό του με την έννοια του λαού. Ετούτη η ταύτιση είναι μια παγίδα για τους λαούς, καθώς το κράτος-καταστροφέας εξολοθρεύει τη δημιουργική τους πνοή και τους μετατρέπει σε μια θλιβερή, αυτο-προδομένη μάζα καταπιεσμένων όντων που «εργάζονται» με όλη τους τη «λαϊκουριά» και με περισσό ζήλο για την ευτυχία των καταστροφέων τους. Ό,τι ακριβώς συμβαίνει και στη σημερινή ελλαδική πραγματικότητα: τα πιο αδηφάγα τέρατα της κρατικής μηχανής, όσο πιο αδηφάγα είναι –και μάλιστα με «σοσιαλ-αριστερό» μανδύα– τόσο πιο φιλολαϊκά εμφανίζονται. Έτσι αποκοιμίζουν τον λαό με ψευδαισθήσεις παραμυθίας, οι οποίες τελικά αποβαίνουν ολέθριες για την ίδια την ύπαρξή του, βιοτική και πολιτισμική. Και είναι τότε που από δημιουργικός λαός γίνεται ένας ξέπνοος στυλοβάτης των πιο αντιδραστικών-σκοταδιστικών δυνάμεων: γίνεται ένα άβουλο κυβερνώμενο res, που γελοιοποιεί με την ίδια του τη συμπεριφορά τα πιο ευγενικά του συναισθήματα.

What is Nietzsche saying here? That the State, as the coldest of all the cold beasts, undermines the true existence of people by pretending it is as the people. This equation is the trap of nations, as the State destroyer wipes out its creative essence and becomes the solemn self-betrayed mass of subjugated peoples who “work” with all, their commonality and with zeal form the happiness of their oppressors. Exactly what happens to today’s Greece: the more insatiable the beasts of the State mechanism become in fact with more and more leftist elements included in the process the more they look as favouring the peoples. This way they fool the masses with the illusions that prove to have negative effect even to itself. That way the most creating people become an exhausted supporter of the most reactionary-dark elements: it becomes a weakling controllable mass that makes a fool of its most civil feelings.