Archive for the ‘German’ Category

 

800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

Με τον όρο «μηδενισμό» ο Νίτσε περιέγραφε τον υποβιβασμό των υψηλών αξιών, τις οποίες είχε θέσει με αξιωματικό τρόπο το ασκητικό ιδεώδες. Πίστευε ότι η εποχή που ζούσε ήταν μία εποχή παθητικού μηδενισμού, δηλαδή μία εποχή η οποία δεν είχε αντιληφθεί ότι τα θεωρούμενα από τη θρησκεία και τη φιλοσοφία ως απόλυτα είχαν αποσυντεθεί με την εμφάνιση του θετικισμού του 19ου αιώνα.

Με την κατάρρευση των μεταφυσικών και θεολογικών βάσεων και θέσφατων της παραδοσιακής ηθικής, εκείνο που θα απέμενε ήταν μία διάχυτη αίσθηση έλλειψης σκοπού και νοήματος. Και η επικράτηση της επίγνωσης έλλειψης νοήματος σήμαινε τον θρίαμβο του μηδενισμού: «Ο Θεός είναι νεκρός».

Μιλώντας για την εποχή του, την εποχή της Δύσης του 19ου αιώνα, ο Νίτσε υποστηρίζει πως είναι παρακμιακή, μηδενιστική, εποχή της κυριαρχίας των αδύναμων και της αρνητικής θέλησης για δύναμη. Το κοινωνικό πρόταγμά του είναι να επικρατήσει πάλι, όπως συνέβη πολλές φορές στην ιστορία, η θετική θέληση για δύναμη, η θέληση για δύναμη των δυνατών. (Το «πάλι» διασώζει ώς ένα βαθμό τον Νίτσε από την κατηγορία ότι προσβλέπει κι αυτός σε μια μελλοντική «τέλεια» κοινωνία.) Παρόλο που διατείνεται πως είναι αμοραλιστής και βρίσκεται «πέρα από το καλό και το κακό», θέλει την εγκαθίδρυση μιας καινούργιας ηθικής, που θα στηρίζεται στην επαναξιολόγηση όλων των δεδομένων μέχρι τώρα αξιών. Το ζητούμενο είναι να βρεθούν οι δημιουργοί, εκείνη η ελίτ που θα προωθήσει και θα επιβάλλει μέσα από ένα νικηφόρο αγώνα έναν τέτοιο σκοπό. Είναι ολοφάνερο ότι ο Νίτσε διαφοροποιείται ευθέως από οποιοδήποτε σοσιαλιστικό ή αναρχικό όραμα μιας μελλοντικής κοινωνίας, η οποία θα ερείδεται κυρίως στη συνεργασία και στην αλληλοβοήθεια ίσων ατόμων.

Επιπλέον, ακόμη κι αν νικήσει η θετική θέληση για δύναμη, η κυριαρχία της δεν μπορεί παρά να είναι προσωρινή, όπως διδάσκει η νιτσεϊκή θεωρία της αιώνιας επιστροφής όλων των πραγμάτων –μια δυσνόητη και νεφελώδης θεωρία με την οποία δεν μπορώ να ασχοληθώ εδώ παραπάνω.

Επιγραμματικά, ο μηδενιστικός χαρακτήρας της σύγχρονης εποχής φαίνεται για τον Νίτσε α) από την κυριαρχία του κράτους και των ψεύτικων και παραπλανητικών ιδεωδών της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, καθώς και των γελοίων τυπικών ενσαρκώσεών τους (η ισότητα π.χ. δεν είναι παρά ισότητα έναντι του νόμου και στηρίζεται στην οικονομική και κοινωνική ανισότητα), β) από την κυριαρχία της θρησκείας και των πάσης φύσεως ασφυκτικών και αποστερητικών ιδεολογιών, γ) από την παντοδυναμία του πνεύματος του καπιταλισμού ή του «μικρέμπορου», όπως έλεγε ο ίδιος, με τις αξίες του τού πλουτισμού, της ακατάπαυστης και μηχανικής εργασίας, της επιβεβλημένης σχόλης, του ζωώδους καταναλωτισμού και ηδονισμού.

Όλα τα παραπάνω σε καμιά περίπτωση όμως δεν αυτοαποκαλούνται «μηδενισμός», αλλά αυτοπαρουσιάζονται ως πρόοδος και συνεχής βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για τον Νίτσε αντιπροσωπεύουν τον «κρυφό», αλλά πανίσχυρο, μηδενισμό –αν και ο χαρακτηρισμός αυτός δεν είναι δικός του.

Στον «φανερό», τώρα, μηδενισμό ανήκουν όλες εκείνες οι ιδεολογίες και οι φιλοσοφίες που ισχυρίζονται απερίφραστα ότι τίποτε δεν αξίζει, ότι η ζωή είναι μια σειρά επαναλαμβανόμενων κύκλων δίχως νόημα, ότι όλα κανονίζονται, όπως έλεγε π.χ. ο γερμανός φιλόσοφος Άρτουρ Σοπενάουερ, από μια ανώτερη δύναμη, μια «θέληση», που θα μείνει για πάντα άγνωστη στον άνθρωπο.

Ο Νίτσε ζητά λοιπόν μια πνευματική επανάσταση που θα επιφέρει την κυριαρχία της θετικής θέλησης για δύναμη, την οποία αντιπροσωπεύουν οι «δυνατοί». Ωστόσο, τόσο αυτή η σύλληψη για την επανάσταση όσο και η θέληση για δύναμη και το δυαδικό σχήμα «κατάφαση στη ζωή» και «άρνηση της ζωής» παραμένουν για μένα εξαιρετικά προβληματικά, όπως άλλωστε και το αντιδιαφωτιστικό μένος του Νίτσε –με την παντελή απαξίωση της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Είναι όμως αναπόφευκτο να ισοδυναμεί η δύναμη με την επιβολή της κυριαρχίας, δηλαδή την ανισότητα και την ανελευθερία; Με άλλα λόγια, γιατί να μη συμβαδίζει η διαφορά στη δύναμη με μια θεσμισμένη ισότητα και ελευθερία; (Με τη λέξη δύναμη δεν εννοώ φυσικά καμιά μορφή κοινωνικής, οικονομικής κτλ. δύναμης.)

O Νίτσε πίστευε όμως ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να αποδεχθούν την απώλεια τού  ασκητικού ιδεώδους και την έλλειψη εγγενούς νοήματος στην ύπαρξη, αλλά θα επιδίωκαν να αντικαταστήσουν τις απόλυτες  αξίες, ώστε  να προσδώσουν νόημα στην ζωή. Πίστευε ότι ο εθνικισμός, ο οποίος είχε αρχίσει να αναδύεται στην εποχή του, αποτέλεσε ένα τέτοιο επικίνδυνο υποκατάστατο τού θεού, όπου το έθνος-κράτος θα επενδυόταν με υπερβατική αξία και υπερβατικό σκοπό.

Κατά τον Νίτσε, ακριβώς όπως η φιλοσοφία και η θρησκεία είχαν εκφραστεί μέσω απόλυτων δογμάτων, η απολυτότητα εκφραζόταν   με ιεραποστολική θέρμη και ζήλο  και στο έθνος-κράτος. Θα εξακολουθούσε η αυταπάτη, ο σφαγιασμός των αντιπάλων και η κατάκτηση της γης, κάτω από την σημαία της παγκόσμιας  αδελφοσύνης,  της δημοκρατίας   και  τού   σοσιαλισμού. Στο σημείο αυτό η πρόγνωση τού Νίτσε είναι εξαιρετικά οδυνηρή, γιατί κάνει   ιδιαίτερα   αποκρουστικό   τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε αργότερα η θεωρία του. Λογουχάρη, δύο βιβλία είχαν μόνιμα την θέση τους   στα  σακίδια  των   Γερμανών στρατιωτών κατά τον A’ Παγκόσμιο πόλεμο: το Τάδε έφη Ζαρατούστρα και το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Είναι δύσκολο να πει κανείς  ποιος  από τους δύο συγγραφείς κηλιδώθηκε περισσότερο από αυτή την χρήση.

O Νίτσε θεωρούσε τα γραπτά του ως μάχες με τον μηδενισμό. Εκτός από την κριτική που ασκούσε στη θρησκεία, την φιλοσοφία και την ηθική, ανέπτυξε πρωτότυπες θέσεις, οι οποίες μελετήθηκαν με μεγάλο ενδιαφέρον, όπως ο προοπτισμός, η βούληση για δύναμη, η αιώνια επιστροφή και ο υπεράνθρωπος.

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

 

Advertisements

 800px-Nietzsche187a

FRIEDRICH NIETZSCHE’S

 

Pluralism

We have seen that Nietzsche promotes a number of different values. In some cases, these values reinforce one another. For example, Nietzsche’s emphasis on affirming life could be taken to enhance or to confirm the value of life itself, qua successful expression of will to power, or conversely, one might trace the value of affirmation to its acknowledgment of our inescapable condition as living, power-seeking creatures. Similarly, we saw that both the virtue of honesty and the value of art and artistry play essential roles in support of the person’s ability to affirm life (Anderson 2005: 203–11). Nietzsche appeals to the metaphor of a tree’s growth to capture this sort of organic interconnection among his commitments:

For this alone is fitting for a philosopher. We have no right to be single in anything: we may neither err nor hit upon the truth singly. Rather, with the necessity with which a tree bears its fruit our thoughts grow out of us, our values, our yes’s and no’s and if’s and whether’s—the whole lot related and connected among themselves, witnesses to one will, one health, one earthly kingdom, one sun. (GM Pref., 2)

However interrelated Nietzsche’s values, though, they appear to remain irreducible to a single common value or principle that explains them all. For example, the account of honesty and artistry explored in sections 3.2.3 and 3.2.4 revealed that the support they provide to the value of affirmation depends on their opposition to one another, as “counterforces” (GS 107): if this is right, then Nietzsche’s various values may interact within an organic whole, but some of the interactions are oppositional, so they cannot all arise from a monistic philosophical system.

That very fact, however, fits nicely with another of Nietzsche’s core values, the value of pluralism itself. For Nietzsche, a person’s ability to deploy and be responsive to a multiplicity of values, of virtues, of outlooks and “perspectives”, is a positive good in its own right. Nietzsche’s defense of this idea is perhaps clearest in the epistemic case, where he insists on the value of bringing multiple perspectives to bear on any question: the thinker must “know how to make precisely the difference in perspectives and affective interpretations useful for knowledge”, because

There is only a perspectival seeing, only a perspectival “knowing”; and the more affects we allow to speak about a matter, the more eyes, different eyes, we know how to bring to bear on one and the same matter, that much more complete will our “concept” of this matter, our “objectivity”, be. (GM III, 12)

As the passage makes clear, however, Nietzschean perspectives are themselves rooted in affects (and the valuations to which affects give rise), and in his mind, the ability to deploy a variety of perspectives is just as important for our practical and evaluative lives as it is for cognitive life. In GM I, 16, for example, he wraps up a discussion of the sharp opposition between the good/bad and good/evil value schemes with a surprising acknowledgment that the best of his contemporaries will need both, despite the opposition:

today there is perhaps no more decisive mark of the “higher nature”, of the more spiritual nature, than to be conflicted in this sense and to be still a real battleground for these opposites. (GM I, 16; see also BGE 212; TI V, 3; and EH I)

While efforts to provide a systematic reconstruction unifying Nietzsche’s philosophy around one fundamental thought or basic value retain their attraction for many commentators, it is fair to say that all such efforts have remained controversial. Meanwhile, Nietzschean pluralism has been a major theme of several landmark Nietzsche studies (e.g., Nehamas 1985, Schacht 1983, Poellner 1995, Richardson 2004), and some of the most sophisticated recent treatments of his value theory have returned evaluative pluralism to the center of attention (Railton 2012; Huddleston, forthcoming, b). Huddleston’s view is particularly noteworthy, since he argues that Nietzsche’s conceptions of strength and health—which, as we saw, are connected to the allegedly foundational value of power—are themselves disunified “cluster concepts” involving an internal plurality of separate and irreducible commitments. In fact, Nietzsche’s commitment to pluralism helps us understand how his diverse positive values fit together. From his pluralistic point of view, it is a selling point, not a drawback, that he has many other value commitments, and that they interact in complex patterns to support, inform, and sometimes to oppose or limit one another, rather than being parts of a single, hierarchically ordered, systematic axiology.

 

https://plato.stanford.edu/entries/nietzsche/

ubermensch_cover800px-Nietzsche187a

Nietzsche’s Übermensch: A Hero of Our Time?

Eva Cybulska dispells popular misconceptions about this controversial figure.

“Man is a rope, fastened between animal and Übermensch – a rope over an abyss.”

~Thus Spoke Zarathustra, Prologue

The term Übermensch, often translated as Superman or Overman, was not invented by Nietzsche. The concept of hyperanthropos can be found in the ancient writings of Lucian. In German, the word had already been used by Müller, Herder, Novalis, Heine, and most importantly by Goethe in relation to Faust (in Faust, Part I, line 490). In America Ralph Waldo Emerson wrote of the Over-soul, and, perhaps with the exception of Goethe’s Faust, his aristocratic, self-reliant ‘Beyond-man’ was probably the greatest contributor to Nietzsche’s idea of the Übermensch. Nietzsche was, however, well familiar with all the above sources.
The first public appearance of Nietzsche’s Übermensch was in his book Thus Spoke Zarathustra (1883-5). As a teenager Nietzsche had already applied the word Übermensch to Manfred, the lonely Faustian figure in Byron’s poem of the same name who wanders in the Alps tortured by some unspoken guilt. Having challenged all authoritative powers, he dies defying the religious path to redemption. Nietzsche’s affinity with Manfred culminated in him composing a piano duet called Manfred Meditation, which he sent to his musical hero, the conductor Hans von Bülow. The maestro’s verdict on this ‘masterpiece’ as “the most irritating musical extravagance” put a decisive end to Nietzsche’s career as a music composer.
For Nietzsche, the idea of Übermensch was more like a vision than a theory. It suddenly surfaced in his consciousness during the memorable summer of 1881 in Sils-Maria (Swiss Alps), born out of that epiphanic experience that also gave rise to Eternal Return, Zarathustra and God is Dead. It was a timeless moment of ecstasy at the boundary between the conscious and the unconscious, of past and present, of pain and elation. Nietzsche entered his own inferno in “the middle of life, so surrounded by death”, haunted by memories of his father’s death, and also of his shattered friendship with Wagner, the most significant relationship in his life. He never explained what he meant by Übermensch, only intimated:
“The Übermensch shall be the meaning of the earth!
I entreat you my brethren, remain true to the earth, and do not believe those who speak to you of supra-terrestrial hopes! …
Behold, I teach you the Übermensch: he is this lightning, he is this madness! …
Behold, I am a prophet of the lightning and a heavy drop from the cloud: but this lightning is called Übermensch.”
Thus Spoke Zarathustra, Prologue
Nietzsche’s reluctance to spell out exactly what he meant has provoked numerous interpretations in the secondary literature. Hollingdale (in Nietzsche) saw in Übermensch a man who had organised the chaos within; Kaufmann (Nietzsche) a symbol of a man that created his own values, and Carl Jung (Zarathustra’s Seminars) a new ‘God’. For Heidegger it represented humanity that surpassed itself, whilst for the Nazis it became an emblem of the master race.
There have been problems with translating Übermensch. It has been rendered as a ‘Beyond-man’ (Tille, 1896), ‘Superman’ (G.B. Shaw, 1903) and ‘Overman’ (Kaufmann, 1954). The difficulty hinges on the prefix über (over, above, beyond) and ultimately the word proves untranslatable. Although it is gender-indifferent, for the sake of simplicity I shall be using a masculine pronoun in its stead.
What the Übermensch is Not
“Above all do not confuse me with what I am not!”
Ecce Homo
The Übermensch is not a Nazi. Nietzsche’s anti-semitic sister Elisabeth invited Hitler to her brother’s shrine in Weimar in 1934 and essentially made an offering of his philosophy. The Führer, who never read the philosopher’s works, took to the selected snippets that Elisabeth provided like a proverbial fish to water and adopted the Übermensch as a symbol of a master-race. Little did he know that Nietzsche had written that he “would have all anti-Semites shot”, not to mention his strong anti-nationalistic and pan-European tendencies. Provocatively, he also talked of himself as “the last anti-political German” (Ecce Homo, Why I am so Wise).
Some anarchists appropriated Übermensch to their cause, latching onto its aspects of strength and individualism. But Nietzsche never advocated abolishment of the state or legislation in pursuit of selfish aims. Quite the opposite: he argued for a well-ordered soul and a well-ordered society.
Übermensch is not a tyrant. If anything, he is someone capable of tyranny who manages to overcome and sublimate this urge. His magnanimity stems not from weakness and servitude, but from the strength of his passions. He is rather like “the Roman Caesar with Christ’s soul” (Will to Power; 983), a value-creating and value-destroying free spirit who disciplines himself to wholeness. It’s important to stress that there has never yet been an Übermensch; it remains an ideal.

Ο Νίτσε και η θεωρία του υπεράνθρωπου
Πίστευε ότι η γερμανική κουλτούρα είναι ό,τι ανώτερο είχε να παρουσιάσει το ανθρώπινο πνεύμα του καιρού του. Και θεωρούσε τον εαυτό του ως τον πιο επιφανή εκπρόσωπο της γερμανικής σκέψης. Δε φαντάστηκε ποτέ του ότι μπορεί και να τον αφορούσαν τα λόγια του Σοπενχάουερ, που τόσο θαύμαζε και τόσο είχε επηρεαστεί από τη φιλοσοφία του:
«Η ζωή είναι μια αστείρευτη πηγή ηλιθιότητας».
Η υπέροχη λογική του Φρειδερίκου Νίτσε κονταροχτυπιόταν συνεχώς με τον άνθρωπο Νίτσε, τις φοβίες, τις αδυναμίες και τα πάθη του. Παρ’ όλο που είχε την ίδια με τους αναρχικούς προγονική φιλοσοφική αφετηρία, κατάφερε να γίνει το ιδεολογικό άλλοθι πρώτα των εκπροσώπων του ανερχόμενου καπιταλισμού και των στυγνών εκμεταλλευτών κι έπειτα του ναζισμού. Δεν έζησε να δει την πραγματικότητα. Πέθανε παράφρονας σε μια ψυχιατρική κλινική, στα 56 του χρόνια. Οπαδοί και πολέμιοι, υποκλίθηκαν στην πνευματική του δύναμη.
Γεννήθηκε στη Γερμανία, στις 15 Οκτωβρίου του 1844. Ήταν μόλις πέντε χρόνων, όταν έχασε τον πάστορα πατέρα του. Για να τα βγάλει πέρα, η μητέρα του τον πήρε μαζί με την αδερφή του και μετακόμισαν στης γιαγιάς του, όπου έμενε και κάποια θεία του. Ο μικρός Φρειδερίκος μεγάλωνε όντας το μοναδικό αρσενικό ανάμεσα σε τέσσερις γυναίκες που τον έπνιγαν με την αγάπη και τις φροντίδες τους. Από τότε, αντιπάθησε τις γυναίκες κι αισθανόταν μίσος για την κηδεμονία τους, την οποία όμως θεωρούσε αναγκαία.
Ξέφυγε προσωρινά στα 14, το 1858, όταν γράφτηκε στην ανθρωπιστική σχολή Πφόρτα, όπου βυθίστηκε στη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Συνέχισε με θεολογικές κι έπειτα φιλολογικές σπουδές, πέρασε ένα χρόνο στο πανεπιστήμιο της Βόννης και κατέληξε φοιτητής φιλοσοφίας στο αρχαίο πανεπιστήμιο της Λειψίας. Ήταν 25 χρόνων, στα 1869, όταν ανέλαβε καθηγητής της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας στη Βασιλεία της Ελβετίας.
Στην ελβετική μεγαλούπολη έμεινε έντεκα χρόνια, γνωρίστηκε και συνδέθηκε με τον επαναστάτη μουσουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ και τον ιστορικό της Αναγέννησης Ιακώβ Μπόχαρντ, τσακώθηκε με τον πρώτο, συνέχισε να θαυμάζει τον δεύτερο και διεύρυνε τον κύκλο των γνωριμιών του, ενώ παράλληλα ξεκίνησε την τεράστια συγγραφική και φιλοσοφική παραγωγή του.
Οι αντιλήψεις του διατυπώνονταν κυρίως με αφορισμούς και με έντονη ποιητική πνοή. Τάραζαν τα νερά και προκαλούσαν οξύτατες συζητήσεις και κριτικές. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι υπήρχαν άλλοι που είχαν κύρος κι απολάμβαναν δημοτικότητα, ενώ αυτός όχι. Απομονώθηκε. Κάποιοι έντονοι πονοκέφαλοι του κατέτρωγαν τον χρόνο, ενώ η όρασή του άρχισε προοδευτικά να μειώνεται. Κατάντησε σχεδόν τυφλός.
Στα 1879, εγκατέλειψε την έδρα της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, προσπάθησε να ανοιχτεί στην κοινωνία, γρήγορα απογοητεύτηκε από τους ανθρώπους και ξαναγύρισε στη μοναξιά του μη βρίσκοντας κανέναν άξιο να τον συναναστραφεί. Η υγεία του κάπως καλυτέρευσε την περίοδο 1882 – 1884, αλλ’ ο ίδιος θύμωνε με τον εαυτό του, που ήταν υποχρεωμένος να παίρνει μύριες προφυλάξεις και να μετακινείται κάθε χειμώνα στην παραλία της Νίκαιας και κάθε καλοκαίρι στα ελβετικά υψίπεδα.
Η διετία 1887 – 1888 τον βρήκε να συγγράφει με μανία, αλλά στο τέλος της δεύτερης χρονιάς μια κρίση τον έριξε στο κρεβάτι. Συνήλθε. Το χτύπημα ήρθε το 1889 με μιαν οξύτατη κρίση παραφροσύνης. Μάνα κι αδερφή έσπευσαν να τον μαζέψουν και να τον περιθάλψουν. Για λίγα χρόνια. Μετά, κατέληξε σε μια ψυχιατρική κλινική της Βαϊμάρης, όπου και πέθανε στις 25 Αυγούστου του 1900.

800px-Nietzsche187a

Nietzsche: Beyond Morality

German philosopher Friedrich Nietzsche shared Kierkegaard’s conviction that philosophy should deeply reflect the personal concerns of individual human beings. But for Nietzsche, this entailed rejection of traditional values, including the Christian religion. Nietzche’s declaration of “the death of god” draws attention to our culture’s general abandonment of any genuine commitment to the Christian faith.
According to Nietzsche’s Die Götzendämmerung (Twilight of the Idols) (1889), Western philosophers since Socrates represent a degeneration of the natural strengths of humanity. A noble taste for heroic styles of life can only be corrupted and undermined by the interminable debates of dialectical reason. Traditional Western morality philosophy—and the Christian religion in particular—therefore opposes a healthy life, trying vainly to escape unfortunate circumstances by destroying native human desires.
Only perverse tenacity and cowardice, he believed, encourages us to cling to this servile morality, It would be more brave, more honest, and much more noble to cut ourselves loose and dare to live in a world without God. In such a world, death is not to be feared, since it represents nothing more significant than the fitting conclusion of a life devoted to personal gain.
All of this is, of course, a variety of nihilism. Nietzsche insists that there are no rules for human life, no absolute values, no certainties on which to rely. If truth can be achieved at all, it can come only from an individual who purposefully disregards everything that is traditionally taken to be “important.” Such a super-human person {Ger. Übermensch}, Nietzsche supposed, can live an authentic and successful human life.
Beyond Good and Evil
Nietzsche offered a quasi-historical account of the harmful consequences of traditional ethics in Zur Geneologie der Moral (On the Genealogy of Morals) (1887). “Good” initially and properly designated only the right of those individuals with social and political power to live their lives by sheer force of will. But a “priestly” caste, motivated by their resentment of their natural superiors, generated a corrupt alternative that would appeal to “the herd” of less capable persons, turning values inside-out. In the “slave morality” endorsed by religious establishments, Nietzsche argued, forceful action which should be admired gets labelled as “evil,” while the cowardly tendency to think through everything in advance is transformed into the supposed virtue of prudence.
Genuine autonomy, Nietzsche maintained, could only mean freedom from all external constraints on one’s behavior. In this (natural and admirable) state of existence, each individual human being would live a life without the artificial limits of moral obligation. No other sanction on conduct would be necessary than the natural punishment involved in the victory of a superior person over a vanquished enemy.
But the wish of lesser people to secure themselves against interference from those who are better gives rise to a false sense of moral responsibility. The natural fear of being overwhelmed by a superior foe becomes internalized as the self-generated sense of guilt, and individual conscience places severe limits on the normal exercise of human desire. Thus, on Nietzsche’s view, the fundamental self-betrayal of the human race is to submit its freedom to the ficticious demands of an imaginary god. Afraid to live by the strength of our own wills, we invent religion as a way of generating and then explaining our perpetual sense of being downtrodden and defeated in life.
http://www.philosophypages.com/hy/5v.htm

ubermensch_cover

Potter

At the edge of the village we arrived at the half lit
house with the small yard and the bloomed jasmine.
The air smelled of love undone, as though all evil was
forgiven. Before we entered we heard the potter’s wheel
singing circular notes and messages joyous that with
intensity reflected on our wild youth.
Methodically the wheel transcended mud into exquisite
vessels. Palms pressed, fingers morphed birds and
miracles; suddenly the world gained its meaning like
the sun in the thought of a cloudy day.
An amphora, a cylix, and Ubermensch closed
the curtains that creation wouldn’t escape. His movement
as easy as the potter’s. Two Ubermenschen and a hovel
full of miracles.

Αγγειοπλάστης

Στην άκρη του χωριού φτάσαμε στο μισοφωτισμένο
σπίτι με τη μικρή αυλή κι ένα μοναχικό ανθισμένο γιασεμί.
Αγέρας μύριζε ατημέλητη αγάπη σαν να `χε όλο το κακό
συγχωρεθεί. Πριν μπούμε ακούστηκε του αγγειοπλάστη
ο τροχός που τραγουδούσε στρογγυλές νότες, μηνύματα
χαρούμενα που πυρπολούσαν την ασυμβίβαση νιότη μας.
Μεθοδικά ο τροχός μετάλλαζε το χώμα σε υπέροχα δοχεία,
οι παλάμες πίεζαν, τα δάχτυλα ζωγράφιζαν πουλιά και
θαύματα. Ξαφνικά ο κόσμος έπαιρνε σημασία όπως κι ο ήλιος
στη σκέψη της συννεφιασμένης μέρας.
Ένας αμφορέας, ένας κύλικας κι ο Υπεράνθρωπος
έκλεισε τις κουρτίνες η δημιουργία να μη δραπετεύσει,
η κίνησή Του εύκολη σαν του αγγειοπλάστη: Δυο
Υπεράνθρωποι, ένα χαμόσπιτο γιομάτο θαύματα.

UBERMENSCH—ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013
http://www.ekstasiseditions.com