Archive for the ‘Crete’ Category

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΗΛΥΣΙΑ

 

(Τόσο πολὺ τα σώματα κουράστηκαν,
που ελύγισαν, εκόπηκαν στα δυο.)
Κι έφυγαν οι ψυχές, πατούνε μόνες των,
αργά, τη χλόη σαν ανοιχτὸ βιβλίο.

(Τα σώματα κυλούν χάμου, συσπείρονται
στρεβλωμένα.) και φαίνονται στο βάθος
τριαντάφυλλα κρατώντας, να πηγαίνουνε
με τ᾿ όνειρο οι ψυχὲς και με το πάθος.

(Χώμα στο χώμα γίνονται τα σώματα.)
Μα κείθε απ᾿ τον ορίζοντα, σαν ‘ηλιοι
δύουν οι ψυχές, τον ουρανὸ που φόρεσαν,
ή σαν απλὰ χαμόγελα σε χείλη

 

 

ELYSIAN FIELDS

 

 

Bodies extremely tired

bent, cut in half

souls deserted them, walk alone

on the grass slowly, open books laid

 

the bodies lied down, crunched

distorted and they appear

at the far end holding roses and with

the dream and passion they go

 

dust to dust the bodies become

yet far in the horizon, like suns

the souls go down dressed in sky

or like simple smiles on lips

 

KARYOTAKIS–POLYDOURI//THE TRAGIC LOVE STORY, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2016

cover

 

ΣΥΝΤΡΟΦΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

 

Έρχομαι από μέρες που πρέπει ν’ αποσιωπηθούν, από νύχτες

που θέλω να τις ξεχάσω, περπάτησα τρέμοντας μέσα στον πυρετό

των μεγαλουπόλεων, είδα τα μεγάλα ρολόγια των εκκλησιών να

συμμαχούν με τον διάβολο, είδα τους φτωχούς να περπατάνε αθόρυ-

βα στο δρόμο όπως ο Χριστός επί των υδάτων, λαϊκές εξεγέρσεις

μου χάρισαν βασιλικά απογέματα, αλλά τη νύχτα κινδύνεψα μπρο-

στά σ’ έναν έρημο κήπο.

Εκείνος που άνοιξε μια πόρτα για να κοιμηθεί, δεν είδε τ’

άστρα ν’ αναιρούν τη ματαιότητα, αυτοί που θάψανε τους νεκρούς

τους δεν ξέρουν τί σημαίνει ανάμνηση —

άνθρωποι ταπεινοί, που ξύπνησαν μ’ ένα άχυρο σκαλωμένο

στα μαλλιά τους, σαν μόλις να δοξάστηκαν κάπου αλλού,

και πήγαινα στη δημοσιά σφυρίζοντας — ώ παλιό, συντροφικό

τραγούδι.

 

 

 

SONG OF THE COMRADES

 

I’ve come from days that have to be silenced, I’ve come from

nights I want to forget; shivering I walked in the fever of the big

cities I saw the big clocks of churches in alliance with the devil,

I saw poor people who walked softly in the streets like Christ

on water, popular uprisings graced me with royal afternoons but

at night I was in fear in front of the deserted garden.

He, who opened a door in order to sleep didn’t see the stars

that refuted futility, those who buried their dead didn’t know

the meaning of memory —

humble people who woke up with a piece of hay in their hair

as if they were glorified somewhere else

and I walked along the public road whistling — oh, old, song of

the comrades.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

74979_3629791323956_2077615219_n

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΚΔ’

Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
άν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
άς μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια,
άς γυρίσουν προς το έρεβος των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους δείξουμε τη γαλήνη.

 

MYTHISTOREMA XXIV

 

Here end the works of the sea, the works of love.
Those who will live here someday where we die
perhaps the blood will darken in their memory and
overflow
let them not forget us, the weak souls among the asphodels
let them turn the heads of the victims toward Erebus:
We who had nothing will teach them tranquility.

~GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2012

Ritsos_front large

Ο ΜΕΤΕΩΡΟΣ

Με τον καιρό οι παραστάσεις λιγοστεύουν. Το ίδιο και τα έπιπλα.
Το υπέδαφος, κούφιο, υποχωρεί. Δεν κρατάει
το βάρος της πέτρας ή του βήματος. Ένας άνθρωπος
λίγο-λίγο αφαιρεί τα περιττά και τα αναγκαία
για να σταθεί τουλάχιστον στον αέρα. Βαδίζει
δίπλα στα σύρματα του τηλεγράφου. Κάποτε, τα βράδια,
εγγίζει ψηλά τα λαμπιόνια της λεωφόρου, δοκιμάζοντας
τις αντιδράσεις της αφής του. Ανάμεσα στα δόντια του
κρατάει το ψαλίδι της τελικής συσκότισης, δίχως
ποτέ να το χρησιμοποιεί. Πιθανόν να φοβάται
τη συστροφή των καλωδίων, κ’ ίσως πιότερο ακόμη
αυτόν που κάθεται κει κάτω, στην τελευταία καρέκλα,
στο πεζοδρόμιο του φωταγωγημένου ζαχαροπλαστείου
πίνοντας με μελετημένες, ήσυχες, αργές γουλιές
ένα κίτρινο υγρό απ’ το μεγάλο, αστραφτερό ποτήρι.

~Αθήνα, 18-3-71

 

THE UNDECIDED

With time performances become less and less. Same as the furniture.
The subfloor, hollow, gives way. It cannot hold up
the weight of a stone or a footstep. A man
slowly-slowly removes the excess so
he can at least hover in midair. He walks
next to the telegraph wires. Sometimes, in the evening,
he touches the street lights, up high, trying
to see the reaction of his touch. Between his teeth
he keeps the scissors of total blackout, without
ever using them. Perhaps he’s afraid
the twisting of the wires or even more so
the person sitting down there, on the last chair,
on the sidewalk of the well-lit patisserie
drinking with thoughtful, calm, slow gulps
a yellow drink from the large, shining glass.

~Athens, 18-3-71
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

cover

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.
ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca, 2014
http://www.libroslibertad.ca