Archive for the ‘Books’ Category

index

ΕΠΑΙΤΗΣ

Κάθεται στο πεζοδρόμιο
το κεφάλι του ανεβοκατεβαίνει
σαν άρρωστο κολίμπριο

κι εσύ θέλεις ν’ αλλάξετε θέσεις

εκείνος να πάρει τη τσάντα σου
με τα μετρητά
το κοστούμι σου
τις μεταξωτές κάλτσες
και να σου δώσει την κίνησή του

σαν άρρωστο κολίμπριο

να βλέπεις τους διαβάτες
να ρίχνουν κάποιο νόμισμα
στο μικρό κουτί σου

ήχος συνείδησης δίχως ενοχή

απόηχος χρημάτων χαμένων
στις λάθος επενδύσεις
της πόλης άδειες καρδιές ηχούν
και πάνε πέρα δώθε χωρίς σκοπό

BEGGAR

Man sits on the sidewalk
drumming his head up and down
like a sick hummingbird

and you want to trade places with him

he’ll take your briefcase
cash in it
your pinstripe
Italian loafers
satin socks and
give you his drumming exultation

performed in unsynchronized echoes

like a sick hummingbird

to see the passersby drop
odd coins in your tin cup

sound of conscience devoid of guilt

timid whispers of moneys lost
in bad investments
city echoes vacant hearts
coming and going to no-where

 

~COLLECTION IN PROGRESS

Advertisements

 

Salvatore_Quasimodo_1959
THE TALL SCHOONER

When birds came to stir the leaves
of the bitter trees beside my house
(blind nocturnal birds
boring their nests in the barks)
I faced the moon
and saw a tall schooner.

At the island’s rim the sea was salt;
the earth extended, ancient conches
glittered thrust into the rocks
on the roadstead of dwarf lemon trees.

And I told my love (my child was stirring in her,
And, for that, she had the sea within her soul continuously):
“I’m tired of all these wings that beat
in time to oars, and of the owls
that howl a dog’s lament
when wind of moon is in the cane brakes.
I want to leave I want to leave this island.”
And she: “O love, it’s late: let’s stay.”

Then slow I set myself to count
the strong surges of sea waterπουλιά,φύλλα,ανακατεύ
the air bore up into my eyes
from the mass of the tall schooner.

Η ΨΗΛΗ ΣΚΟΥΝΑ

Όταν τα πουλιά ήρθαν να ταράξουν τα φύλλα
των πικρών δέντρων δίπλα στο σπίτι μου
(τυφλά νυκτόβια πουλιά που έσκαβαν
τις φωλιές τους στη φλούδα των δέντρων)
αντίκρυσα το φεγγάρι
κι είδα μια ψηλή σκούνα
στην άκρη του νησιού η θάλασσα ήταν αλάτι
η γη προεξείχε, αρχαία κοχύλια
έκαναν τα βράχια να γυαλίζουν
στο αγκυροβόλιο των νάνων λεμονιών
και στην αγαπημένη μου είπα (το παιδί μου κουνιόταν μέσα της
και γι’ αυτό είχε πάντα τη θάλασσα στην ψυχή της):
«με κούρασαν αυτά τα φτερά που ηχούν
στο ρυθμό των κουπιών και των κουκουβαγιών
που αλυχτούν του σκύλου το μοιρολόϊ
καθώς ο αγέρα του φεγγαριού παίζει στα καλάμια.
Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω απ’ το νησί τούτο»
Και μου `πε: «Ω, αγάπη μου, είναι αργά. Ας μείνουμε.»

Τότε αργά αργά έρχισα να μετρώ
την ψηλή παλλίροια της θάλασσας
ο αγέρας έφερε στα μάτια μου
απ’ τη μεριά της ψηλής σκούνας.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

ubermensch_cover

Promise

And we promised never to deny Him not even
for a night or day, nor for a single moment, even
when He spoke to the fallen tree or to those ancient
ghosts that often passed through our minds.

Endless famine of our race, queen of our bellies,
slowly crawled like our childish innocence on wet
cobblestone and we asked Him his teaching
to continue and he liked us because we chose to
be scattered into pieces that the wind may blow us
to the opposite shore. He liked us, because
we disdained everything even the secret for our
sacrifice. Ubermensch smiled and said,
‘it was all good.’

Υπόσχεση

Kι υποσχεθήκαμε ποτέ να μην τον αρνηθούμε
ούτε μια νύχτα, ούτε μια μέρα ή μια στιγμή
μήτε κι ακόμα όταν μιλούσε στο δέντρο που μόλις
είχαν κόψει ή στα πανάρχαια φαντάσματα
που πέταγαν συχνά μέσα στη σκέψη μας.

Αστέρευτη η σιτοδεία βασίλισα της πείνας μας
αργά εκύλησε η παιδική μας αθωότη σαν πάνω
σε υγρό καλντερίμι, το μόνο που του ζητήσαμε
τη διδαχή να συνεχίσει και τ’ αρέσαμε που εδιαλέξαμε
θρύμματα και γίνουμε να μας φυσήξει ο αγέρας Του
στην αντιπέρα όχθη να μας περάσει. Τ’ αρέσαμε που
όλα τα περιφρονήσαμε ακόμα και το μυστήριο
της θυσία μας κι ο Υπεράνθρωπος εγέλασε κι είπε,
‘όλα αυτά είναι καλά.’

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΝ ΤΗ ΟΔΩ

Τό συμπαθητικό του πρόσωπο, κομάτι ωχρό
τα καστανά του μάτια, σαν κομένα
είκοσι πέντ’ ετών, πλην μοιάζει μάλλον είκοσι
με κάτι καλλιτεχνικό στο ντύσιμο του
—τίποτε χρώμα της κραβάτας, σχήμα του κολλάρου—
ασκόπως περπατεί μες στην οδό
ακόμη σαν υπνωτισμένος απ’ την άνομη ηδονή
από την πολύ άνομη ηδονή που απέκτησε.
IN THE STREET

His likeable face, kind of pale;
his brown eyes, kind of sleepy;
twenty five years old, but he looks more like twenty;
with something artistic in his clothes,
a bit of color in his tie, the shape of his collar—
aimlessly he walks the streets,
as if still hypnotized by the questionable delight,
the carnal delight he has just enjoyed.

 

ritsos front cover

ΤΡΙΠΤΥΧΟ

1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;

TRIPTYCH

1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca