Archive for the ‘Awarded’ Category

74979_3629791323956_2077615219_n

 

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ  (απόσπασμα)

 

 

Σκύψε αν μπορείςστη θάλασσα τη σκοτεινή ξεχνώντας

τον ήχο της φλογέρας πάνω σε πόδια γυμνά

που πάτησαν τον ύπνο σου στην άλλη ζωή τη βυθισμένη

 

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο όστρακο

τη μέρα τ’ όνομα τον τόπο

και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει

 

Βρεθήκαμε γυμνοί πάνω στην αλαφρόπετρα

κοιτάζοντας τ’αναδυόμενα νησιά

κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν

στον ύπνο τους, στον ύπνο μας.

Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας

τη ζυγαριά που βάρενε κατά το μέρος

της αδικίας

 

 

SANTORINI (excerpt)

 

 

Bend if you can to the dark sea forgetting

the flute’s sound on naked feet

that stepped on your sleep in the other, the sunken life.

 

Write if you can on your last ostracon

the day the name the place

and throw it in the sea so that is sinks.

 

We were naked on the pumice stone

watching the rising islands

watching the red islands sink

into their sleep into our sleep.

Here we were naked holding

the scale that tilted to the side

of injustice.

 

 

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2012

 

 

Advertisements

cover

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον για να `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόϊ ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μιά μιά, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος

 

AFTERNOON DELIGHTS

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

ritsos_front-large

Η ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΛΟ

 

Μιά λάμψη η θάλασσα, ελαφρά σιδερωμένη απ’ τό χέρι

νεαρής σελήνης. Κι ήταν μιά ωραία αντίθεση μέ τά χέρια

τά τριχωτά καί τεράστια τού παίκτη πού κινούσε τίς κούκλες

στό υπαίθριο θέατρο.

Μοσκοβολούσε η νύχτα

κοριτσίστικο ιδρώτα κι αχινιό. Στή μεγάλη ταράτσα

μάς πρόσφεραν τηγανιτές μελιτζάνες καί μπύρα. Ένας στίχος τού Ντάντε

έλαμψε μιά στιγμή μονάχα, κρατημένος απ’ τούς κρότους

δύο φιλικών ποτηριών πού τσούγκρισαν στόν αέρα.

Τήν ίδια νύχτα

είδαμε στή σφουγγαρισμένη σφαλιστή Ψαραγορά, κάτω απ’ τό φανοστάτη,

τό χαρτονένιο κιβώτιο γεμάτο άδεια μπουκάλια. Δέν τό μαρτυρήσαμε.

Ωστόσο

η μουσική πού `βγαινε απ’ τά παράθυρα τού διανυκτερεύοντος εστιατορίου

τό διαλαλούσε κιόλας μπρός στίς μπαλκονόπορτες τών κοιμισμένων

νεονύμφων.

 

 

FIRST NIGHT IN MODELLO

 

The sea was like a flash, lightly ironed by the hand

of the new moon. And it was a nice antithesis to the hairy

huge arms of the player who moved the puppets

of the outdoor theater.

The night’s fragrance was

of girly sweat and urchin. They offered us fried

eggplant and beer on the large balcony. A verse by Dante

shined for just one moment held by the sound of two

friendly glasses clinking in the air.

The same night

in the mopped, closed fish market under the lamppost we saw

a carton crate filled with empty bottles. We didn’t disclose it.

However

the music coming from the windows of the all-night restaurant

already declared it in front of the balcony doors of the sleeping

newlyweds.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

ritsos front cover

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Κοιτάζει πάλι, παρατηρεί, διακρίνει
μέσα σε μιαν απόσταση χωρίς καθόλου νόημα,
μες στη διάρκεια που πια δεν ταπεινώνει,
τους σβώλους ναφθαλίνης στη χαρτοσακκούλα,
τα ξερά κληματόφυλλα στον τρύπιο κουβά,
το ποδήλατο στ’ αντικρυνό πεζοδρόμιο.
Άξαφνα
ακούει το χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο,
το ίδιο εκείνο, συνθηματικό, καταμόναχο,
το βαθύτερο χτύπημα. Αισθάνεται αθώος
πούχει ξεχάσει τους νεκρούς.
Τις νύχτες, τώρα
δε χρησιμοποιεί ωτασπίδες—τις έχει αφημένες
μες στο συρτάρι του μαζί με τα παράσημά του
και με την πιο αποτυχημένη τελευταία του προσωπίδα.
Μονάχα που δεν ξέρει άν είναι η τελευταία.
RESURRECTION

He looks again, observes, discerns
in a distance that has no meaning at all,
in the continuance that doesn’t humiliate anymore,
the moth balls in the paper bag,
the dry grape leaves in the leaky pail,
the bicycle on the opposite sidewalk.
Suddenly
he hears the knock behind the wall,
that same one, coded, totally alone,
the deepest knock. He feels innocent
that he has forgotten the dead.
At night, now, he doesn’t
use earplugs anymore – he’s left them
in the drawer along with his medals
and with his last most unsuccessful mask.
Only he doesn’t know whether it’s the last one.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

nostos and algos cover

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

Στάθηκε ανάμεσα στους τάφους
με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν
νεκρούς συντρόφους
και το αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε
δόξα παλιάς εποχής.
Ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικα μου,
ένας στεναγμός απαλός
σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε
ν’ αφήνει τα χείλη του, σαν να `λεγε—
μοναχά αυτό το αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει
να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει
τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν
σαν τ’ άρωμα γιακίνθου στον αγέρα,
σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα,
όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα
άμμος στα δάχτυλα σου.

Μα τούτη η στιγμή για πάντα θα κρατήσει
γιατι το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ
να το διαιρέσουν σαν τ’ άλλα,
που γι’ αυτά έχουνε βρει
σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

UNDIVIDED

He stood amid the gravestones
and the statuette resembling
our dead comrades
with his airy smile still reflecting
bygone glorious days.
Suddenly his eyes dived deep in mine
he let a sigh go as silently as
the statuette’s saying: only
this graceful smile will stay forever
remember this at the hour of reckoning.

Only this graceful smile remains
all the rest perish, they vanish
like the hyacinth’s fragrance
in the wind’s teeth
like your love for a woman
all disappear like the sand through a sieve
or the fingers of your hand.

Yet this moment will last forever
because only the now can’t be divided
for everything else they have found
pieces, fractions, and elements.

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012