Archive for the ‘Athena’ Category

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-
μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,
μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-
νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που
κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-
ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό
τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,
καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν
που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-
να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι
άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-
θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and
stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was
left but an imperceptible mark that one could take as a drop of
wax while it was, perhaps the unforgivable which no one could see
only the old forgotten organ was heard in the basement, oh God,
I should have long ago buried all the mementos because even
the inescapable commences as simple as that,
yet at night I would sit by the stairs and wait for the one who
would defeat the silent world and would take the big needle of cross
stitching I held like women who while the others were asleep,
lost in their embroidery, have already followed the one who
forever walks ahead of us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

cover
ΤΩΡΑ μαθαίνουμε την υπομονή, πρόσωπα γεμάτα ρήγματα, όπου
χωρούσαν
λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο
και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι
στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,
μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι
μαζεύουνε το χέρι τους
σαν να `ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

NOW we learn of patience, faces full of cracks where
you could fit
various persecutions and at other times old myths stood in the road
and turned us back: lootings, panic, devastation. But there’re
moments that suddenly a fresh scene from old great events goes
through someone’s memory and then the beggars
pull back their hand
as though the profit was enough for today.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com

 

arxaioi2

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι,
σάλταρε στὸ καράβι,
πήδα στὸ ἀμπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια
καὶ κρασοκύλησέ τα.
Τάπα μὴ μείνει! Δὲ μᾶς βλέπω
τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶμε.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο.
Κερδίζω τὸ ψωμί μου,
ἐξασφαλίζω τὸ κρασί μου
(Ἰσμαρικό, ἄς σημειωθεῖ)
καὶ κρατιέμαι ὅταν μεθάω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης
ποὺ ἀναγκάστηκα ν’ ἀφήσω ἀνάμεσα στοὺς θάμνους,
σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαμβάνει.
Δὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα,
μὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ’ ἀσχολοῦμαι;
Ἁρπάζω ἀργότερα μιὰν ἴδια – γιὰ νὰ μὴν πῶ καλύτερη.

Δὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους·
οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει
ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ’ τὴν κορφὴ μέχρι τὰ νύχια,
θὰ ἦταν ὄμορφος νεκρός: φλογόλευκος.

Στιχουργημένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις;
Τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅμως ἄν δὲν κάνω λάθος,
δὲ γλίστρησα μόνος σ’ αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

Στὸ τέλος θὰ μὲ ποῦν καὶ μισθοφόρο σα να ήμουν από την Καρία.

Ὅσο πολεμάει ὁ μισθοφόρος, Γλαῦκε,
καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ’ ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Πέσαμε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαμε:
χίλιοι ἄντρες ὁλομόναχοι
ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια.

Ἕνα πράγμα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς
τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ ἀνοίγουν.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ….

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολμάει μόνο ὅσα τολμᾶς”
μοῦ ἔλεγε. “Ὅμως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται μιὰν εὔκολη νίκη,
κάποια σφαδάζει γάμο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειμένη
σὲ τέλεια ἐμφάνιση· συνθηκολόγησέ την.
Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀμφιμέδουσας
(Τὶ γυναίκα κι αὐτή·
χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!)
στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις.
Ὅλο καὶ κάποιος θ’ ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο.
Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της μὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις.
Ἔχουμε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συμφωνημένος.
Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω.
Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς
καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορημένα χτυπήματα.
Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάμπος ἀνθισμένος.
Κατάλαβέ με, μωρό μου.
Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακμή της.
Μάδησε ἡ παρθενιά της, μαράθηκε ἡ γλύκα της.
Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότομα
καὶ δὲ χόρταινε ν’ ἀνθίζει.
Παράτα την!
Δὲν πρόκειται
νὰ παντρευτῶ τ’ ἀνέκδοτα τῶν φίλων μου.
Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της.
Ἡ ἄλλη μπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση
στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της.
Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος μου τυφλὴ ἀποβολή.”
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ μανδύας μου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο
τὸ πανδαιμόνιο τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν,
ὁ τρυφερὸς λαιμός της σπαρταροῦσε σὰν τρομαγμένο ἐλάφι
στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά μου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της.
Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε μιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη.
Προχώρησα μὲ χάδια μουδιασμένα καὶ ξαφνικά,
ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο;
Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες!
Μιὰ ποὺ τὸ ‘φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσμα ἡ Πασιφίλη.

Φουσκώνει ὁ μανδύας σου τὴν ἱστορία
τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό.
Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ’ ἔξω κι ἀνακατωτά.
Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη!
Δὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωμολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα
ποὺ προσπαθοῦσε ν’ ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη,
σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου
καὶ τέρμα οἱ κουβέντες.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ μαντήλι ἀπ’ τὰ μαλλιὰ της
ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα
κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ μυρτιᾶς
κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο.
Τῆς ἄρεσε: χαμογελοῦσε. Τὰ μαλλιά της
ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

Γάμο ξεκίνησα, μπουρδέλο ἄνοιξα μαζί σου.
Ἔγινα ἡ πιὸ διάσημη νταντὰ
στὴ συντεχνία τῶν παράνομων μαμῶν σου.

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε τὴν μπίρα
μονοκοπανιὰ σὰν Θράκας.
Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας
κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

Ξέρω μιὰν ἄλλη θεραπεία γι’ αὐτὸ τὸ πρήξιμο.

Μύριζες μπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα
ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια μὲ τὴν ἀφοσίωσή μου.
Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.
Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι μπουρδέλο.
Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ
καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει;
Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο
κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαμήσου·
κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαμήσου!

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ
ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν
στῆς πουτάνας τὸ μουνί.
(Πολλά δ’ εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ’ ἔντερον
τὰ χρόνῳ μακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήματα)

http://www.cantfus.blogspot.com

images of absence cover

ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ

Ήξερε είχε ακόμα χρόνο προτού
τον εκτελέσουν. Ξάπλωσε
στο τσιμεντένιο πάτωμα να νιώσει
τη δροσιά του κάτω κόσμου, εκεί
που οι ψυχές παγώνουν μες στη νύχτα
κι η σκληρότητα της πλάκας
πάνω στο κορμί έμοιαζε πόρτα
ολόψυχρη μπροστά στα μάτια του

ξάφνου γύρισε προς το μέρος μου
γέλασε ένα βιαστικό, βραχύ γέλιο
σαν να ζεστανόταν για μια ομιλία
που θ’ αρχινούσε αλλά δίχως να πει
κουβέντα άρπαξε το σακκούλι και
μου το `δωσε σαν να ταχτοποιούσε
τις τελευταίες υποθέσεις του

και σφράγισε τ’ αυτιά με τις παλάμες
μόλις μπήκε ο ιερέας
απ’ την πόρτα ψάλλοντας

 

CONVICT

He knew there was still time
until the execution. He lied
flat on the concrete floor
to feel the freshness
of the underworld where
the souls freeze at night
the hardness of the slab
against his flesh a slap like
a frozen door shut before his eyes

suddenly he turned towards me
laughed a hasten short laughter
as if warming up for
an important speech he had to give
and without any word
he grabbed his bag and
passed it over to me as if
he settled his last affairs

then he sealed his ears with his palms
when the chanting chaplain
came through the door

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

 

autumn leaves cover

ΑΙΜΑ

Πολλοί ποτέ δεν έμαθαν
πως είτε βγει ο ήλιος
πίσω απ’ το βουνό είτε εκτοξευτεί
απ’ την κάννη πιστολιού
είναι γιομάτος φλόγα
και σε καίει. Γι’ αυτό
και τόσα όνειρα μείναν ανεκπλήρωτα
κι η ευτυχία ανεξήγητα καθόταν
στη βιτρίνα εμπορικού καταστήματος
τη μοναξιά στην εκκλησιά δοξολογούσαν
ώσπου τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος
με το ακρωτηριασμένο μπράτσο,
κάτοχος του μεγάλου μυστικού,
με το αριστερό του χέρι αρχίνησε
να γράφει σε ξενους τοίχους ξεβαμένους,
πάντα η αλήθεια το τσιμέντο κοσμεί,
μέ γράμματα ολοκόκκινα: “αίμα-αίμα.”
BLOOD

Most people never understood that
whether the sun rises
from behind the mountain or
is shot out of the pistol’s barrel,
it always burns you.
For this so many of our dreams
remained unrealized,
inexplicably happiness was laid
in the display window
of the department store and
loneliness was again eulogized
in the church and as the years went by
him, the one with the severed arm,
kept on writing on other people’s discolored
walls, truth always decorates the cement,
with fiery red letters: “blood-blood.”

 

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC 2014