Archive for the ‘analogic form’ Category

5428639632_7a02b23b3e_b

Αυτοκριτική / Self-critisism

Ζούμε με κοινότυπους αφορισμούς / We live with common aphorisms
Τα φαντάσματά μας επανέρχονται απρόσκλητα / Our ghosts come back uninvited
Το σαρκίο μας περιέχει μια περιορισμένη λογική / Our flesh contains a limited logic
Περιφέρει την εκκωφαντική του ασημαντότητα / Our flesh carries around its deafening insignificance
Δεν εξαφανιζόμαστε παρά προσδοκούμε / We don’t disappear we only expect
Οι κοινοί μας φόβοι είναι σαν εχθρικά πεδία / Our common fears are our hostile fields
Το ιδιωτικό μας κουβούκλι μοιάζει απόρθητο / Our private armory looks impregnable
Ποιος θα διακυβεύσει τις πράξεις μας; / Who will jeopardize our actions?
Κανένα κίνητρο δεν θα τις ανατρέψει / No motive will overthrow our actions
Περιφερόμαστε με τον μανδύα της αυτοπραγμάτωσής μας / Wandering around dressed in the cloak of our self-realism
Το είναι μας θρυμματίζεται σε εμπορεύματα / Our being is crumbled in consumerism
Το μέλλον μας είναι η υπεραξία του εγώ μας / Our future is the excess value of ourselves
Εξαπολύουμε πογκρόμ εναντίον μας / We launch the pogrom against us
Υποτίθεται ότι αναστοχαζόμαστε συλλογικά / We supposedly re-consider collectively
Αλλά απαξιούμε το παρόν μας / But we scorn our present
Κάποιες προβολές ανατροπής παραμένουν νόθες / Some projections of inversion remain illegitimate
Γιατί κάθε μας δράμα είναι παρελθοντολογικό / Because our every drama belongs to the past
Αλλά κάποια “ιερή” στιγμή κρίσης θα φτάσει / But some “holy” moment of judgment will come
Ενάντια στους ευτελείς εισαγγελείς / Against the worthless public prosecutors
Ενάντια στους ταξικούς υποτελείς / Against the class subjugators
Ενάντια στους υπηρέτες της γραφίδας / Against the servants of the quill
Ενάντια στο εξουσιαστικό ξίφος / Against the authoritarian sword
Έτσι που η ιστορία κάνει πάντα κύκλους / As the history makes always circles
Και το τραγούδι γίνεται ποταμός / And the song becomes river
Κι ο ποταμός γίνεται τραγούδι / And the river becomes song
Γυμνάσματα προετοιμασίας αδρά / Rough exercises of preparation
Ενέργειες που μετριούνται με ανάστημα ιδεολογίας / Actions measured by an ideology stature
Πασχαλιές βγαλμένες από νεκρές γαίες / Lilacs that have sprung off dead grounds
Ενάντια σε ελιτίστικες πρωτοπορίες στην καταχνιά / Against elitist vanguards in the fog
Ενάντια στην αρχιτεκτονική διάχυση της υποταγής / Against the architectural diffusion of subjugation
Ενάντια σε άκαρπους ηχητικούς πειραματισμούς / Against fruitless experiments in acoustics
Ενάντια σε ασάλευτες ιδιοτυπίες που επανέρχονται / Against unshaken peculiarities which repeat themselves
Όμως οι αισθήσεις κεντρίζονται ξανά / However the feelings are stirred again
Συγχορδίες εξέγερσης σε οικείο φως / Chords of revolt under a familiar light
Διάθεση φυγής από μαρτυρικούς χώρους / Intention for an escape from martyrdoms
Πορεία στα χνάρια της επανάστασης / Following in the footsteps of revolution
Συνειδητή προσπάθεια ανατροπής του παλιού / Conscious effort to overthrow the old
Συνειδητή προσπάθεια να αναδυθεί το νέο / Conscious effort to help the emergence of the new
Σαν να μπολιάζεται ο κορμός του δέντρου / Like grafting the trunk of the tree
Γόνιμο σπέρμα που γεννά νέες μορφές / Fertile sperm that gives birth to new forms

http://www.tokoskino.wordpress.com

Advertisements

Salvatore_Quasimodo_1959

Salvatore Quasimodo

HERMETICISM IN POETRY
Hermeticism in poetry, or hermetic poetry, is a form of obscure and difficult poetry, as of the Symbolist school, wherein the language and imagery are subjective, and where the suggestive power of the sound of words is as important as their meaning. The name alludes to the mythical Hermes Trismegistus, supposed author of mystic doctrines composed in the Neoplatonic tradition.
Hermeticism was influential in the Renaissance, after the translation of these Neoplatonic texts by Marsilio Ficino. Within the Novecento Italiano, Hermetic poetry became an Italian literary movement in the 1920s and 1930s, developing between the two world wars. Major features of this movement were reduction to essentials, abolishment of punctuation, and brief, synthetic compositions, at times resulting in short works of only two or three verses.
The term ermetismo was coined in Italian by literary critic Francesco Flora (although with a very generic and superficial connotation) in 1936 and recalls a mystic conception of the poetic word because it makes reference to the legendary figure of Hermes Trismegistus (Thrice-Great Hermes) going back to hellenistic times, with writings such as Asclepius and the Corpus Hermeticum attributed to him. During the same year (1936), Italian poet Carlo Bo published an essay on the literary magazine Frontespizio, by the title “Letteratura come vita (Literature as a way of life)”, containing the theoretical-methodological fundamentals of hermetic poetry.
On the literary plane, the term Hermeticism thus highlights a type of poetry which has a close (i.e., hermetic, hidden, sealed) character, complex in its construction and usually achieved by a sequence of analogies difficult to interpret.
At the movement’s core—which was modelled after the great French decadentist poets Mallarmé, Rimbaud and Verlaine—was a group of Italian poets, called hermeticists, who followed the style of Giuseppe Ungaretti and Eugenio Montale.
Rejecting any direct social and political involvement, in order to detach themselves from the fascist culture, the hermetic group used a difficult and closed style in the analogic form, with a constant emotional introspection. Among these young intellectuals, some took strong anti-fascist stances, with Romano Bilenchi, Elio Vittorini, Alfonso Gatto and Vasco Pratolini being the main dissidents. “Tradition is Hermeticism’s best ally”.
Hermetic poetry opposes verbal manipulation and the ease of mass communication, which began taking place during Europe’s dictatorial years, with the increasing brain-washing propaganda of the nazi-fascist regimes. Poetry therefore retreats into itself and assumes the task of returning sense to words, giving them back their semantic meaning, using them only when strictly necessary.
The hermetic poets pursue the ideal of a “pure poesy”, an essential composition without educational aims. Their central theme is the desperate sense of loneliness modern man experiences, having lost the ancient values and myths of the romantic and positivistic society, no longer retaining any certitudes to refer to. Man lives in an incomprehensible world, ravaged by wars and enslaved by dictatorships, therefore the poet has a disheartened vision of life, without illusions, and repudiates the word as an act of communication in order to give it an evocative sense only. So, hermetic poetry is poetry of moods, of interior reflection expressed by a subdued and pensive tone, through a refined and evocative language, concealing direct intimations to experience in a play of allusions.
To describe the fleeting course of human life, Quasimodo would compose this famous hermetic poem “Ed è subito sera”:
Ognuno sta solo sul cuor della terra
trafitto da un raggio di sole
ed è subito sera

Everyone stands alone on the heart of the earth
transfixed by a ray of sunlight
and it is suddenly night

Ο καθένας στέκεται μόνος του στη καρδιά της γης
καθηλωμένος από μια ηλιαχτίδα
και ξαφνικά είναι νύχτα
The hermetic poets took their inspiration from Ungaretti’s second book, Sentimento del Tempo (“The Feeling of Time”, 1933), with its complex analogies: one can thus consider Ungaretti as Hermeticism’s first exponent.
In the field of hermetic literary critique, Carlo Bo was its main interpreter, with his discourse La letteratura come vita (“Literature as a way of life”) dated 1938, where he wrote the actual hermetic manifesto by describing poetry as a moment of Absolute. Among the other critics and theoreticians, to be mentioned are Oreste Macrì, Giansiro Ferrata, Luciano Anceschi and Mario Luzi.
During the second half of the 1930s, and important hermetic group arose in Florence, around the Italian magazines Frontespizio and Solaria who were inspired by the works of Giuseppe Ungaretti, Salvatore Quasimodo e Arturo Onofri, and directly referred to European symbolism, also approaching more recent movements such as surrealism and existentialism.
~Wikipedia

ΕΡΜΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Eρμητισμός στην ποίηση σύμφωνα με τον Εουτζένιο Μοντάλε (Hermeticism according to Eugenio Montale)

Δεν επεδίωξα ποτέ να γίνω δυσνόητος και ως εκ τούτου δεν νοιώθω ιδιαίτερα κατάλληλος να σας μιλήσω για τον υποτιθέμενο ιταλικό ερμητισμό, η ύπαρξη του οποίου προϋποθέτει την παρουσία στη χώρα μας – πράγμα για το οποίο πολύ αμφιβάλλω – μιας ομάδας συγγραφέων που συστηματικά θέτουν ως στόχο τους την κατάργηση της επικοινωνίας ανάμεσα στο δημιουργό και το κοινό. Θα προσπαθήσω ωστόσο να δώσω μια σύντομη απάντηση στα ζητήματα που εγείρουν οι ερωτήσεις σας. Αν αφήσουμε κατά μέρος την αξιοπρόσεκτη τάση των κριτικών προς τον δυσνόητο λόγο, πρόκειται στην καλύτερη περίπτωση για εκκολαπτόμενους ποιητές, οι οποίοι συνεργάζονται ή και μετέχουν σε μια ποιητική σχολή που γεννιέται ή θα μπορούσε να γεννηθεί ανεξάρτητα ίσως από τη συνεργασία τούτη. Κι ας παραλείψουμε επίσης τις συμπάθειες προς τον υπερρεαλισμό που εμφανίζονται εδώ κι εκεί στα γραπτά των νέων: καρπό του μιμητισμού είτε μιας εκλεκτικής συγγένειας που πάντως δεν έχει δώσει μέχρι στιγμής τίποτε το αξιόλογο. Αν τούτα καταλήξουν όντως σε κάτι, θα σφάλει όποιος προσπαθήσει να το κατανοήσει συγχέοντας τα πνευματιστικά αυτά δημιουργήματα με τα έργα τέχνης, όπως συνήθως τα εννοούμε. Ας περιοριστούμε λοιπόν στην ποίηση εκείνη που δεν γίνεται μεν κατανοητή κι ωστόσο επιζητά ολοφάνερα να κατανοηθεί, με άλλα λόγια να κριθεί σύμφωνα με τα κριτήρια των έργων τέχνης, των έργων πραγματικής επικοινωνίας. Και μέχρι να μπορέσει αύριο να γίνει κατανοητή, ας φροντίσουμε σήμερα, δίχως να δυσανασχετούμε, να αντιληφθούμε την αιτία του φαινομένου. Φαινόμενο το οποίο σχετίζεται άμεσα με την πορεία εκείνη της απελευθέρωσης, με την κατορθωμένη αυτονομία του καλλιτεχνικού γεγονότος που οι συγγραφείς των πραγματειών περί αισθητικής γνωρίζουν καλά και πρόσφατα μάλιστα υπήρξε το θέμα ενός γερά τεκμηριωμένου βιβλίου του Αντέσκι. Η ποίηση, για να περιοριστούμε σε αυτή, αναζήτησε τον ίδιο της τον εαυτό, τους νόμους της «καθαρότητάς» της, και μερικές φορές έφτασε μέχρι το σημείο να αντλήσει την ίδια την έμπνευσή της από την αυτοσυνειδησία τούτη. Ας ακολουθήσουμε, προκειμένου να διαφωτιστούμε, ένα ορισμένο νήμα σκέψεων μόνο και μόνο για να βρούμε ένα δρόμο (τα νήματα είναι βέβαια πάμπολλα). Είναι γνωστή η αντίληψη – που ο Πόου τη δανείστηκε από τον Κόλεριτζ – σύμφωνα με την οποία αποδεκτό και νόμιμο είναι μόνον το μικρό ποίημα· επειδή ακριβώς δεν γινόταν δεκτή μια αισθητική απόλαυση ή συγκίνηση μεγάλης διάρκειας. Για μια τέτοια θεωρία ένα εκτενές ποίημα δεν είναι παρά μια συγγραφή μικρών ποιημάτων, που η συνοχή τους είναι μάλλον πλαστή κι επιφανειακή. Αντίληψη στην οποία αντιτάχθηκε ( σε πιο πρόσφατη εποχή ) πώς η ηθικο-ψυχολογική ενότητα ενός εκτενούς ποιήματος είναι δυνατόν να δημιουργήσει έναν γενικό τόνο που συνενώνει με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τα σκόρπια μέλη ενός ποιήματος. Η απάντηση δεν είναι αναντίλεκτη ( διαισθάνεται τι θα μπορούσε να αντιτάξει ένας Πόου, ένας Κρότσε, ένας Βαλερύ και μέχρι κι ένας… Λεοπάρντι )· ας αφήσουμε όμως προς το παρόν το ζήτημα αυτό κατά μέρος. Γεγονός πάντως είναι πως η θεωρία είχε απήχηση· όχι η θεωρία αυτή καθαυτή, εννοείται, μα τα έργα για τα οποία και από τα οποία γεννήθηκε μέσα σ’ ένα κλίμα προοδευτικής ευαισθητοποίησης και των άλλων τεχνών. Και το σύντομο ποίημα, το αυτόνομο ποίημα, εμπλουτισμένο ακριβώς με δάνεια κι από τις άλλες τέχνες, που κι αυτές με τη σειρά τους έιχαν αρχίσει να αποζητούν την αυτονομία τους, επικράτησε. Είναι ωστόσο σαφές πως το σύντομο ποίημα όφειλε να κερδίσει σε ένταση αυτό που είχε χάσει σε έκταση. Από το σύντομο όμως ποίημα σ’ έναν ποιητικό λόγο έντασης και πυκνότητας ο δρόμος δεν είναι μεγάλος· κι ακόμη μικρότερος είναι ο δρόμος από την ένταση στο δυσνόητο ποίημα. Και να λοιπόν που φτάσαμε σε μια ικανοποιητική εξήγηση: μια από τις πολλές, εξηγούμαι. Ο υποτιθέμενος δυσνόητος ποιητής έιναι, στην ευνοϊκότερη γι’ αυτόν εκδοχή, εκείνος που δουλεύει το ποίημά του ως αντικείμενο, επισωρεύοντας ενστικτωδώς σ’ αυτό αισθήσεις και υπεραισθήσεις, συμφιλιώνοντας μέσα σε τούτο τα ασυμφιλίωτα, ώστε να το καταστήσει το σταθερό, το ανεπανάληπτο, το οριστικό σύστοιχο της εσωτερικής του εμπειρίας. Ας σημειωθεί πως ο σύγχρονος ποιητής, αυτόνομος ως προς την αυστηρότητα με την οποία εξοβελίζει από το δημιούργημά του κάθε τελεολογικό στοιχείο, εξω-αισθητικό, είναι κάθε άλλο παρά αυτόνομος στο να ορίζει την τέχνη του, και δέχεται σημαντικά δάνεια από τις άλλες τέχνες, οι οποίες με τη σειρά τους δανείζονται εξίσου από τη δική του, την ποίηση. Αυτό περιπλέκει ακόμα περισσότερο τη φύση του ποιητικο-εικαστικο-μουσικού προϊόντος μας και αυξάνει, κατά περισσότερο από μία έννοια, τις πιθανές αιτίες της δυσκατανοησίας. Μία ωστόσο παραμένει η γενικότερη τάση, στις πάμπολλες βέβαια εκδοχές της, και είναι η τάση προς το αντικείμενο, προς την τέχνη που έχει ενδυθεί και σαρκωθεί το ίδιο το εκφραστικό της μέσο, προς το πάθος που μεταμορφώνεται σε πράγμα. Και ας προσέξουμε πως εδώ δεν εννοούμε ως πράγμα την εξωτερική μεταφορά, την περιγραφή, μα μονάχα την αντίσταση της λέξης μέσα στη συντακτική της αλληλουχία, την αντικειμενική περαιωμένη σημασία ( όχι την παρνασσική ) μιας μορφής sui generis, που κρίνεται κατά περίπτωση. Ποίηση που στρέφεται ενάντια στην παράδοση; Όχι βέβαια, ποίηση που ανήκει στη μόνη παράδοση για την οποία η Ιταλία, εδώ και αιώνες, μετράει στον κόσμο. Ποίηση απομακρυσμένη από τη περί φαντασίας αντίληψη που διαμορφώθηκε από τον Βίκο μέχρι και τον Ντε Σάνκτις; Κάθε άλλο, διότι όχι μόνον σχετίζεται με αυτήν αλλά και απορρέει κατά κάποιο τρόπο από την ιδεαλιστική φιλοσοφία, αν πράγματι η φιλοσοφία τούτη, που τώρα έχει αποσυντεθεί σε μια νέα και βαθύτατη εμπειρία, αποτελεί μία από τις αιτίες που οδήγησαν στη σημερινή « ευαισθητοποίηση » των τεχνών. Εδώ όμως αγγίζουμε το πιο δύσκολο σημείο. Η λυρική ποίηση, ως είδος, είναι μια αφαίρεση και μπορεί να γίνει συγκεκριμένη μόνον σε ορισμένες περιπτώσεις· η ποίηση, που εισήλθε πριν από λίγο στον κύκλο των Καλών Τεχνών, τείνει και θα τείνει για πάντα να εξέλθει από αυτόν ( το οποίο σημαίνει ότι τείνει και θα τείνει πάντα πάλι να εισέλθει – καταπώς η κίνηση του εκκρεμούς ). Το αντικειμενικό πρέπει να δικαιολογηθεί από το υποκειμενικό που υποδηλώνει, από την ψυχή· τα εξωποιητικά στοιχεία, που βγάλαμε από την πόρτα, ξαναμπαίνουν από το παράθυρο. Ευτυχώς! Ανοίγεται εδώ ένα ευρύτατο πεδίο στις έρευνες των μελλοντικών οπαδών του ιστορικισμού που οφείλουν να αποσπάσουν τις ψυχές μας από τα έργα μας και να βρουν το νήμα που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον· προς μεγάλη σύγχυση των ακραιφνών αισθητών που δεν καταφέρνουν να αναγάγουν τον Λόγο σε κάποιον γενικό νόμο και προς μεγάλη ανακούφιση όσων επιμένουν πως δεν υπάρχει μεγάλη ποίηση δίχως μεγάλες ψυχές.
https://milwntasgiatoxioni.wordpress.com/…/εουτζένιο…