Archive for the ‘aGORA’ Category

 

arxaioi2

Ἄντε λοιπόν! Τράβα τὸ γρήγορο ποτήρι,
σάλταρε στὸ καράβι,
πήδα στὸ ἀμπάρι, πέσε πάνω στὰ βαρέλια
καὶ κρασοκύλησέ τα.
Τάπα μὴ μείνει! Δὲ μᾶς βλέπω
τὴ βάρδια αὐτὴ ξενέρωτοι νὰ τὴν περνᾶμε.

Ἕνα κοντάρι ἔχω ὅλο κι ὅλο.
Κερδίζω τὸ ψωμί μου,
ἐξασφαλίζω τὸ κρασί μου
(Ἰσμαρικό, ἄς σημειωθεῖ)
καὶ κρατιέμαι ὅταν μεθάω.

Ὅσο γιὰ τὴν ἀσπίδα, ἐκεῖνο τὸ ἔργο τέχνης
ποὺ ἀναγκάστηκα ν’ ἀφήσω ἀνάμεσα στοὺς θάμνους,
σίγουρα κάποιος Σάιος θὰ τὴν ἀπολαμβάνει.
Δὲν πάει στὸ διάβολο· ἀφοῦ κατάφερα καὶ γλύτωσα,
μὲ τὴν ἀσπίδα τώρα θ’ ἀσχολοῦμαι;
Ἁρπάζω ἀργότερα μιὰν ἴδια – γιὰ νὰ μὴν πῶ καλύτερη.

Δὲν κλαίω τοὺς Μαγνησίους·
οἱ Θάσιοι νὰ δεῖς τὶ ἔχουν νὰ πάθουν.

Ἄν φρόντιζε ὁ Ἥφαιστος νὰ τοῦ ἐξασφαλίσει
ροῦχα πεντακάθαρα, ἀπ’ τὴν κορφὴ μέχρι τὰ νύχια,
θὰ ἦταν ὄμορφος νεκρός: φλογόλευκος.

Στιχουργημένες ταλαιπωρίες ἤ ἐλεύθερες ἀπολαύσεις;
Τὸ ἴδιο μοῦ κάνει.

Ἔχασα τὸν ἔλεγχο· ὅμως ἄν δὲν κάνω λάθος,
δὲ γλίστρησα μόνος σ’ αὐτὴ τὴν ἐκτροπή.

Στὸ τέλος θὰ μὲ ποῦν καὶ μισθοφόρο σα να ήμουν από την Καρία.

Ὅσο πολεμάει ὁ μισθοφόρος, Γλαῦκε,
καλύτερος φίλος δὲν ὑπάρχει.

Ἄφησε τοὺς θεοὺς νὰ κάνουν τὴ δουλειά τους.
Κάποιοι θὰ πέσουμε καὶ πάνω ποὺ θ’ ἀρχίσουμε
νὰ συνηθίζουμε χῶμα, θὰ μᾶς σηκώσουν.
Ἄλλοι θὰ προσέξουμε ποῦ πατᾶμε
καὶ θὰ βρεθοῦμε νὰ παλεύουμε
γιὰ λίγη σκόνη μὲ τὴν πείνα καὶ τὴν τρέλα.

Πέσαμε πάνω τους καὶ τοὺς λιανίσαμε:
χίλιοι ἄντρες ὁλομόναχοι
ἐνάντια σὲ ἑπτὰ ὁλόκληρα κουφάρια.

Ἕνα πράγμα ξέρω καλά: νὰ ἐπιστρέφω ἀνοιχτὲς
τὶς πληγὲς ποὺ μοῦ ἀνοίγουν.

Καθὼς ξερνοῦσαν πάνω μας τὰ δόρατά τους, ὁ ἀρχηγὸς
ἐρέθιζε τὸ θράσος τους, φτύνοντας προσβολὲς καὶ κομπασμούς·
ὅμως ἡ Ἀθηνᾶ γονάτισε τὴν προστυχιά τους,
σημαίνοντας τὴν ἀντεπίθεσή μας.
Δὲν ἦταν οἱ Αἰολεῖς, λοιπόν, ποὺ ἔχτιζαν στὴν ἄμμο,
ἀλλὰ οἱ Ἴωνες. Συντρίφτηκε ὁ πύργος
ποὺ εἶχαν ἱδρώσει οἱ Κάρες πέτρα-πέτρα.
Ἐμεῖς χορέψαμε, ἄγνωστοι πολεμιστὲς πιασμένοι χέρι-χέρι,
στὸ νικηφόρο σύνθημα Λεσβίων φορμιγκτῶν.
Ὁ Δίας ἄστραψε πάνω τὴν Ὀλύμπια χαρά του,
κι ἐκείνοι ἀπέμειναν ὅ,τι δὲ θὰ κατεῖχαν πιά:
κατάκοποι, ἀπρόσμενα ἀκυρωμένοι, ἀναγκασμένοι
σὲ μιὰν ἀγρύπνια ποὺ ἀποροῦσε λίγο φῶς.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ….

“Φύγε καλύτερα. Ἡ ἐλευθερία τολμάει μόνο ὅσα τολμᾶς”
μοῦ ἔλεγε. “Ὅμως ἄν ἡ καρδιά σου ἐπείγεται μιὰν εὔκολη νίκη,
κάποια σφαδάζει γάμο: εὐάλωτη παρθένα, ἐκτεθειμένη
σὲ τέλεια ἐμφάνιση· συνθηκολόγησέ την.
Κι ἐγὼ τῆς ἀπαντοῦσα: “Κόρη τῆς Ἀμφιμέδουσας
(Τὶ γυναίκα κι αὐτή·
χάρες ποὺ βλέπει ἡ γῆ κατάτυφλά της!)
στὸ δρόμο γιὰ τὸν ἔρωτα, δὲν εἶναι λίγες οἱ ἀπολαύσεις.
Ὅλο καὶ κάποιος θ’ ἀρκεστεῖ στὸ παραλίγο.
Ἡ νύχτα ἔρχεται βαθιά της μὲ σκοτεινὲς ἀποφάσεις.
Ἔχουμε καιρὸ: ἐσύ, ἐγὼ κι ἕνας θεὸς συμφωνημένος.
Ἔστω, θὰ κάνω ὅ,τι μοῦ πεῖς. Τόσο σὲ θέλω.
Ἄσε τὴ στέγη νὰ ἐπινοεῖ ξαφνικὲς φυγὲς
καὶ τὴν πόρτα νὰ λαχανιάζει ἀργοπορημένα χτυπήματα.
Πάντα ὑπάρχει κάποιος κάμπος ἀνθισμένος.
Κατάλαβέ με, μωρό μου.
Ὅσο γιὰ τὴ Νεοβούλη, ἀνήκει στὴν παρακμή της.
Μάδησε ἡ παρθενιά της, μαράθηκε ἡ γλύκα της.
Ἀκόρεστο θηλυκό: φύτρωσε ἀπότομα
καὶ δὲ χόρταινε ν’ ἀνθίζει.
Παράτα την!
Δὲν πρόκειται
νὰ παντρευτῶ τ’ ἀνέκδοτα τῶν φίλων μου.
Ἐσένα θέλω: γυναίκα λεία στὸν τρόπο της.
Ἡ ἄλλη μπορεῖ νὰ κατεργάζεται ἀφοσίωση
στὰ πλήθη τῶν χειριστῶν της.
Ἔλα λοιπόν, πρὶν καταντήσει τὸ πάθος μου τυφλὴ ἀποβολή.”
Τὴν ὥρα ποὺ ὁ μανδύας μου τὴ βύθιζε σὲ κεῖνο
τὸ πανδαιμόνιο τῶν ἀνθισμένων λουλουδιῶν,
ὁ τρυφερὸς λαιμός της σπαρταροῦσε σὰν τρομαγμένο ἐλάφι
στὴν ἐπικίνδυνη ἀγκαλιά μου. Ἄγγιξα τὰ στήθη της.
Λίγο πιὸ κάτω, θρόιζε μιὰ ἥβη ἀνεξερεύνητη.
Προχώρησα μὲ χάδια μουδιασμένα καὶ ξαφνικά,
ξέσπασα ὁλόλευκος σὲ ξέφωτο ξανθό.

Βλέπεις ἐκείνη τὴ συκιὰ στὸ βράχο;
Μὲ πόση ἄνεση ταΐζει τόσες κουροῦνες!
Μιὰ ποὺ τὸ ‘φερε ὁ λόγος: φιλόξενο πλάσμα ἡ Πασιφίλη.

Φουσκώνει ὁ μανδύας σου τὴν ἱστορία
τῶν συναναστροφῶν σου, ἄθλιο θηλυκό.
Ὁ σκαπανέας Ἱππώνακτας τὴν ξέρει ἀπ’ ἔξω κι ἀνακατωτά.
Τὸ ἴδιο κι ὁ Ἀρίφαντος. Τὶ τύχη!
Δὲν ἔπιασε τὸν κλέφτη νὰ βρωμολογάει κλοπή. Τὴν ὥρα
ποὺ προσπαθοῦσε ν’ ἀποκρούσει τὸν κανατὰ Αἰσχυλίδη,
σὲ ἀπάλλαξε ὁ Ἱππώνακτας ἀπὸ τὴν παρθενιά σου
καὶ τέρμα οἱ κουβέντες.

Ἔβγαλε τὸ ἱερὸ μαντήλι ἀπ’ τὰ μαλλιὰ της
ἡ Ἀλκιβίη, τὸ ἀφιέρωσε στὴν Ἥρα
κι ἔτρεξε ἥσυχη νὰ δαπανήσει τὴν παρθενιά της.

Κρατοῦσε ἕνα τρυφερὸ κλαδὶ μυρτιᾶς
κι ἕνα ὡραῖο τριαντάφυλλο.
Τῆς ἄρεσε: χαμογελοῦσε. Τὰ μαλλιά της
ἔσταζαν νύχτα πίσω της.

Γάμο ξεκίνησα, μπουρδέλο ἄνοιξα μαζί σου.
Ἔγινα ἡ πιὸ διάσημη νταντὰ
στὴ συντεχνία τῶν παράνομων μαμῶν σου.

Ἦρθε στὸ κέφι καὶ κατέβαζε τὴν μπίρα
μονοκοπανιὰ σὰν Θράκας.
Στὸ τέλος, ξεχύλισε σὰν Φρύγας
κι ἔπεσε ξερὴ σὰν θηλυκό.

Ξέρω μιὰν ἄλλη θεραπεία γι’ αὐτὸ τὸ πρήξιμο.

Μύριζες μπαγιάτικο ἐραστὴ καὶ σὲ ἀέρισα
ἑφτὰ ὁλόκληρα χρόνια μὲ τὴν ἀφοσίωσή μου.
Ὕστερα ζωντάνεψες· ἄρχισες νὰ ἔχεις ἄποψη.
Ἔλειψα κι ἔκανες τὸ σπίτι μπουρδέλο.
Τώρα ντύνεσαι τὸν παλιό σου ἑαυτὸ
καὶ χάνεσαι, ὅταν νυχτώνει συνουσία.

Ποιός ἄντρας θὰ σὲ πάρει;
Βρὲς κανένα βάτραχο ἀπὸ τὴ Σέριφο
κι ὅταν χορτάσεις δίψα, γαμήσου·
κι ἄν δὲ χορτάσεις, ἄντε γαμήσου!

Ὁ χρόνος, ἡ σκληρὴ δουλειὰ καὶ ἡ ὑπομονὴ
ὁλόκληρες περιουσίες καταθέτουν
στῆς πουτάνας τὸ μουνί.
(Πολλά δ’ εἰς πόρνης γυναικὸς ἐρρυΐσκετ’ ἔντερον
τὰ χρόνῳ μακρῷ πόνῳ τε συλλεγέντα χρήματα)

http://www.cantfus.blogspot.com

Advertisements

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

596717

ATHENA

Perplexed Athena gazed the sea

as if to say the balance of the world
was based upon it, fresh fountains
liberal and full of spring
like the palms
of the beardless poet
with reverence turned toward his heart

immense sea bearing gifts
in my endless wandering that
I discovered seeded fields
orchards with lemon trees
and grapevines ready
for the harvest

stars gracing rosy-cheeks
blue domes of temples
each in the arms of the other
words and dreamy images
hopeless this beauty
to escape

unless I again evoke Her spirit
logistical algorithm
Her divine intervention
a direction I was meant
to follow to the bitter end

until in the next room
they were already enjoying
the open bottle of champagne

ΑΘΗΝΑ

Η Αθηνά αντίκρυσε τη θάλασσα με απορία

σα να `λεγε εκεί βρισκόταν η ισορροπία
όλου του κόσμου, συντριβάνι
λεύτερο γιομάτο άνοιξη
σαν τις παλάμες
του αγένειου ποιητή στραμμένες
μ’ ευλάβεια στην καρδιά του

θάλασσα δώρα φορτωμένη
όταν μες στην ατέλειωτή μου
περιπλάνηση συνάντησα χωράφια
ολόσπαρτα, περβόλια λεμονιές
κληματαριές έτοιμες
για τον τρύγο

αστέρια στόλιζαν νεανικά μάγουλα
γαλάζιοι τρούλοι ένας
στην αγκαλιά του άλλου
λόγια κι ονειρικές εικόνες
ανέλπιδο απ’ την ομορφιά
ετούτη να ξεφύγω

εκτός κι αν το πνεύμα Της ξανά ανακαλούσα
ανύπαρκτος αλγόριθμος
η θεία Της παρέμβαση
κατεύθυνση που μου μέλλονταν
ν’ ακολουθήσω ώς το τέλος

ώσπου στο διπλανό δωμάτιο
με φυσαλίδες κι ευφροσύνη
οι άλλοι πίναν κιόλας τη σαμπάνια

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

THE SATRAPY

How unfortunate though you are made
for great and beautiful deeds
your unjust fate always denies you
encouragement and success;
worthless habits, pettiness
and indifference distract you.
And what a horrible day when you give in
(the day you let yourself give in)
and you set out on the road to Susa
and you approach the monarch Artaxerxes
who favors you with a place at his court
and offers you satrapies and such.
And you accept them in despair
these things that you don’t want.
Your soul craves other things, yearns for other things:
the praise of the people and the sophists,
that difficult and priceless “Well Done”;
the Agora, the Theater, and the Laurels.
Will Artaxerxes give you these things?
Can your Satrapy provide them?
And what sort of life will you live without them?

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

Τί συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ επιτυχία να σε αρνείται
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τί φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις)
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχη Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία
και τί ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

~Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~C. P. Cavafy-Poems/translated by Manolis Aligizakis