Archive for the ‘ποιητική συλλογή’ Category

 

merging dimensions cover

ΔΙΔΑΧΗ

 

Κι έβαλαν σε σκοτεινό κελί τη Θέμιδα

κι εγώ αντιμετώπισα τα ξέφρενα μάτια

της συγγένειάς μου κι είχα πολλά να πω

μα σιώπησα για ένα λεπτό χρόνο να δώσω

στην αφέλειά τους που αργά κυλούσε

σαν το κελαρυστό ριακάκι, αθώο παιδιού

χαμόγελο που πάνω του στήριξα ελπίδα

πως τη δικαιοσύνη ξανά θ’ ανακάλυπτα

 

για να γιατρέψω μ’ ανοιξιάτικα λουλούδια

τις φλέβες τ’ ανεπίληπτου Έρωτα

 

έγκλειστοι κι αλλόφρονες οι φίλοι μου

κι εγώ με κουρέλια τον τόπο γύριζα

μ’ απαλή φωνή και νέα σύμβολα

με νέους εχθρούς και νέα ανέκδοτα

ν’ αλλάξω τα πιστεύω τους πεθύμησα

νέοι Ιούδες που είχαν γεννηθεί με δόντια

σουβλερά ό ένας τον άλλο να ξεσχίσουν

για τους αγέρηδες καθαρούς κληρονόμους

των διδαγμάτων μου τίποτα να μη μείνει

 

 

Lesson

 

And they put Themis in dark dungeon

and I faced my kin’s delirious eyes

yet though I had much to say

I kept silent, momentarily, time

to give to their simple mindedness

bubbling along with the creek’s murmur

innocent smile of child upon which

I entrusted my hope to rediscover justice

 

with spring flowers to rejuvenate

the veins of impeccable Eros

 

imprisoned were my distraught friends

dressed in rags I walked over my lands

so-spoken and with new symbols

with new follies and new anecdotes

I wished to revert their beliefs

new Judases born with sharpened teeth

ready to devour each other nothing to leave

for the winds rightful inheritors of my teachings

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

Advertisements

vortex_cover

ΣΤΕΠΑ

 

Λουλουδιασμένα σινάπια

στ’ απέραντο χωράφι

το μαντρωμένο με πασάλους

στην αδιαφορία ξεγραμμένο

από λόφους αόρατους που κάποτε

θα’ταν σωστοί οροσταθμοί

ξεχασμένοι από νοτιάδες

και παραγωγούς αφιονιού

τρακτέρ αναλογίζεται μέρες σκληρές

όργωμα και πουκάμισα κρεμασμένα

στο έλεος της σκόνης

μουντό ξημέρωμα πηχτό

σαν λαμπυράδα στα παρτέρια

των λουλουδιών κι ο φαρμαδόρος

τη σοκολάτα αργοπίνει πριν στείλει

το σκυλί για να του φέρει τα σαντάλια

 

PRARIE

Mustard fields dressed

in yellow garments

fenced by indifference

forsaken by hills

forgotten by war lords

and poppy growers

tractor reminiscing

days of duty when at

daybreak tilling soil

and pulling dust over hung shirts

over flower beds lonely

farmer drinking his hot

chocolate before sending

a young hound to fetch

his dusty sandals

 

VORTEX, poetry by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

Ritsos_front large

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΦΑΣΗ

 

Πώς μπλέχτηκαν τα πάντα, αυτόχειρες, ήρωες, μετανάστες, λεωφορεία,

καράβια απ’ την ανατολή, τραίνα απ’ τη δύση, λαχειοπώλες, σημαίες,

φοιτητικές εξεγέρσεις, αγάλματα, τεράστιες αφίσες,

πρατήρια βενζίνας, φιλοτελιστές, το ποδόσφαιρο, μπουκωμένοι σωλήνες,

διαρρήξεις Τραπεζών, κοσμηματοπωλείων, παιδεραστές, χαφιέδες—

θήραμα ο άνθρωπος του ανθρώπου, παιδί μου,—έτσι έλεγε—και πού

να κρύψεις

σε μια ρωγμή του θανάτου ένα ποίημα;—γιατί κι ο θάνατος, βλέπεις,

έχει κι αυτός τις ρωγμές του και τις παραλείψεις του, την ώρα

που μια γυναίκα βγαίνει απ’ το λουτρό δροσερή κι αναμμένη

και βάφει με βαθιά προσοχή τα παπούτσια του αντρός της στο μπαλκόνι

έχοντας λησμονήσει στην τσατσάρα της μια τούφα απ’ τα βρεγμένα

μαλλιά της.

 

 

 

FINAL AFFIRMATION

 

How everything got tangled up, suicidal men, heroes, émigrés, buses,

ships from the orient, trains from the west, lottery vendors, flags,

university upheavals, statues, huge billboards

gas stations, stamp collectors, football, the plugged pipes,

burglaries of Banks, of jewelry stores, pedophiles, informers –

man is the prey of another man, my child –this he said – and how

can you hide

the poem in a crack of death? – because, you see, even death

has its cracks and its omissions, at the time

when the woman comes out of the bath fresh and fired up

and with utmost attention she polishes her husband’s shoes

on the balcony, having forgotten her comb with a piece of

her damp hair.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

The Medusa Glance cover

Η συνεχής αναζήτηση του δύστροπου εαυτού μας

 

Το Βλέμμα της Μεδούσας αποτελεί ένα σύγχρονο τρίπτυχο, μια πλούσια και βαθειά εμπεριστατωμένη αφήγηση, ευαίσθητη κι ανταποκρινόμενη σε όλες τις έμφυτες και λεπτομερείς αποχρώσεις της πραγματικότητας που αποπνέουν εναγκαλισμό και σύνθεση όλου του φάσματος της ζωής. Σαν βασικό κίνητρο, ο ποιητής επικαλείται τη Μέδουσα, θυληκό τέρας με δηλητηριώδη φίδια στο κεφάλι της. Κι αυτός ο πέπλος φόβου μας προσελκύει να βυθιστούμε στον ποιητικό κόσμο του Μανώλη Αλυγιζάκη. Το επίγραμμα που ακολουθεί μας παρουσιάζει το τόλμημα του ποιητή που έχει σκοπό να αναλύσει λεπτομερώς την έσω αρχιτεκτονική του δυναμισμού της εμπειρίας με την κάθε νέα μορφή αφήγησης και με την συνεχή επαναδιαπραγμάτευση της ταυτότητάς μας.  Ο αναγνώστης παρασύρεται απ’ τα πολύχρωμα ρήματα σ’ ένα ταξίδι που τον οδηγεί στη διάσταση του λεπτεπίλεπτου και σε ατελεύτητους πολυσχιδείς κυματισμούς της υποσεληνιακής συνείδησης. Τα ποιήματα του πρώτου μέρους αποτελούν μετουσίωση μέσω της οποίας καθενός η ύπαρξη αναγυρίζεται από μέσα προς τα έξω και μεταλλάσεται σε μια αλληλουχία αντιπολεμικών ποιημάτων που αναφέρονται στις πολιτικές εξελίξεις των Ηνωμένων Πολιτειών και σε διεθνή προβλήματα. Ο ποιητής ολοκάθαρα καταδικάζει τον πολιτικό διχασμό την ολοφάνερη ανικανότητα των πολιτικών να πάρουν αποφάσεις, την συνεχή πάχυνση του σώματος και της ψυχής των περισσοτέρων ανθρώπων που έχουν πια χάσει κάθε κίνητρο αντίστασης κάτω απ’την επιρροή των μαζικών μέσων επικοινωνίας, τη χρήση ακλοολικών ποτών που παραλύει την πλειονότητα του πληθυσμού. Η ποίηση του Μανόλη είναι έγκυρη, πειστική και έγκαιρη προτροπή μια συνεχής νουθεσία που προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τις κρυμμένες και μυστηριώδεις δυναμικές της συνείδησης και την υποκείμενη μεταφορική αρχιτεκτονική της ζωής μας σε ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο της ποιητικής αλήθειας. Η ροή των λέξεων υποκινείται απ’ το ακούραστο κριτικό βλάμμα του ποιητή, την καυστική του ειρωνία και τον σαρκασμό.  Ένα απ’ τα άξια επαίνου χαρακτηριστικά της ποίησης του είναι η αναμφισβήτη άποψη που αντιπροσωπεύει την αδιάκοπη ταλάντωση μεταξύ ταύτησης και ετερότητας. Ο ποιητής ασχολείται γενικά με την πραγματικότητα και ειδικώτερα με την διυποκειμενική    μορφή της. Η διαφάνεια και η ευθύτητα είναι διάχυτες στην ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη

και το αμετάβλητο του ορίζοντα αποτελεί μιαν έντονη παρουσία στην εμπειρία και στην βουλητική δραστηριότητα του ποιητή που τονίζονται σαν συστατικά στιγμιαίας ύπαρξης. Η εμπειρία του να είναι κάποιος ενεργό μέλος των καθημερνών συμβάντων κι ακόμα περισσότερο όταν κάποιος ντύνεται το μανδύα του αυστηρού κριτή που πεθυμά να διαπλάσει

τον κόσμο δεν εμπνέουν μόνο σιγουριά αλλά ξεξυπνούν και το συναίσθημα της ευθύνης καθώς σταδιακά γινόμαστε μέλη της ποιητικής οικουμένης του ποιητή που αποδέχεται την διαφορετική σύσταση του άλλου, τους φόβους και τις ελπίδες μας και πώς αντιλαμβανόμαστε

την ανθρώπινη ύπόσταση. Κι αυτό μπορεί να στρώσει το δρόμο για τη διαλογική μας εναλλαγή με τον συνάνθρωπο που θα είναι βασικό στοιχείο κι φήγηση άξονας του εγώκοσμου που ερμηνεύει και συνεχώς αναλύει συμβάντα του εξωτερικού κόσμου, κακουχίες, πείνα, πολέμους, βία, την κατάσταση ζωής των αδύναμων λαϊκών στρωμάτων που βλέπουμε καθημερνά μέσω των μαζικών μέσων επικοινωνίας. Η συνεχής αναφορά σε γεγονότα τρόμου, πόνου, λύπης και αγωνίας που υποφέρει μεγάλος αριθμός του πληθυσμού, η αληθινή ανησυχία κι έγνοια του ποιητή είναι ολοφάνερες. Κάθε ποίημα αποτελεί ένα ευθύ απολογισμό για το τί συμβαίνει κι ακόμα περισσότερο μια χάντρα στο κομπολόϊ που περιγράφει το μαρασμό, την καταπίεση, τη μηδένιση των πολλών προς όφελος των λίγων που τους εκμεταλεύονται. Βόμβες, τηλεκατευθυνόμενα βλήματα, εκρήξεις,Πτώματα, το παιγνίδι των μεγάλων πολυενθικών εταιρειών που ευφημιστικά ονομάζονται, ανάδοχες αμυντικές εταιρείες στο εξωφρενικό κόμσο ου σήμερα ζούμε, είναι εικόνες που παρελαύνουν στα ποιήματα του πρώτου μέρους και υπογραμίζουν την αγωνία του ποιητή να βρει διέξοδο απ’ τη σύγχρονη παγίδα του διεθνισμού και καταναλωτισμού. Όσο ενδοστρεφή και βαθειά ριζωμένα στη γνώση είναι αυτά τα ποιήματα αποτελούν την πραγματικόηττα που ο ποιητής μέσω του λυρισμού προσπαθούν να βρουν καταφύγιο στην ανθρώπινη φύση και τις έμφυτες αξίες. Ένα συνοθύλευμα διαφόρων θεμάτων και εικόνων ακουλουθεί στο δεύτερο μέρος του βιβλίου Το Βλέμμα της Μεδούσας. Αναμνήσεις, ερωτισμός, φιλοσοφία, αφηρημένη τέχνη, αλληλουχία σκέψεων που τριγυρίζει έναν υπαρξιακό διαλογισμό, η απόσταξη ζωής περιγράφονται με λογοτεχνική ουσία: ο ποιητικός κόσμος του Μανώλη Αλυγιζάκη υπάρχει σε συνεχή εξέλιξη και διαπλάσεται κι αποκτά σώμα οστά και σκοπό. Αυτή η συνεχήςεξελικτική υπόσταση του βιβλίου αποτελεί και το νόημά του κι είναι το βασικό στοιχείο της διανοητικής και καλλιτεχνικής του Οικουμένης. Διαβάζουμε τα ποιήματα αυτά και κάνουμε μια προσπάθεια να τα ερμηνεύσουμε μέσω διαλόγου και ειλικρίνιας. Προσπαθούμε να τα εννοήσουμε έχοντας στο νου ότι το λυρικό εγώ αναγεννιέται σε μια σειρά σκέψεων, αντυπώσεων και συναισθημάτων, στην πολύμορφη δημιουργική του ποιητή που χαμηλώνει τα σύνορα του αυτο-εγκλωβισμένου κόσμου στο έδαφος. Το αντικείμενο κάθε ποιήματος αποτελείται από ένα σύνολο αποχρώσεων κληρονομικής εμπειρίας του άλλου καθώς ο φακός μέσω του οποίου εστιαζόμαστε στην εικόνα θρύβει τις υπάρχουσες και καθεστημένες δοξασίες δυναμώνοντας το σκοπό των ετερογενών και πολύχρωμων εννοιών που αναμοχλεύονται από την καθημερνή εμπειρία του ανθρώπου.    Σαν επέκταση των εμπειριών του ποιητή κάποια ετερότητα αναβλύζει απ’ τα ποιήματα καθώς ο ποιητής προσφέρει μέσω του πολύπλευρου κόσμου των εικόνων του πολλαπλές ερμηνείες παράλληλων ζωών, ταυτόχρονα συμβάντα, και συγχονισμένες υπερθέσεις εισχωρώντας στο πνευματικό πεδίο του άλλου και με την προώθηση του αναγνώστη στο χώρο του άλλου. Έτσι ο ποιητής αφού αντιμετωπίσει το εγώ του τοποθετώντας το στη θέση του άλλου σαν κοινωνική και πολιτική αναγκαιότητα μας προσκαλεί να μεταλλάξουμε το εγώ μας όπως τολμά κι ο ίδιος. Η αναμφισβήτη ειλικρίνεια και διαφάνεια του ποιητή εκδηλώνονται σε σειρά συσχετιζομένων ποιημάτων με αλληλοσυνδεόμενες εικόνες σαν να πηγάζουν από μια στέρευτη πηγή αισθήσεων κι εντυπώσεων στενά συσχετισμένων με την πραγματικότητα της καθημερινής ζωής. Οι ολιγόστροφοι επιγραμματικοί διάλογοι του τρίτου μέρους του βιβλίου παρουσιάζουν μια δυναμική και λεπτομερή ρεαλιστική αναφορά στη δυναμική που διενεγείται ανάμεσα σ’ ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Η δυαδικότητα του διαλόγου βασίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές έκφρασης του ηλικιωμένου ζευγαριού καθώς προσπαθούν να αυτοπροσδιοριστούν. Οι ιδιαίτερα ξεχωριστές απόψεις συζούν δίχως να εναλλάσουν κάποιο στοιχείο που να τους ενώνει και να το χρησιμοποιούν με την πρόθεση να επηρρεάσουν ο ένας τον άλλο. Τα ποιήματα του τρίτου μέρους αναπτύσονται μέσω ενός φακού που εκθέτει τις διαφορές και τα κατεστημένα που έχουν ορθωθεί ανάμεσα στα δύο πρόσωπα που ζουν σε διαφορετικά επίπεδα και ιδιωτικούς χώρους. Στην περίπτωση αυτή το να μοιράζεται κάποιος τη ζωή του με κάποιο άλλο πρόσωπο είναι απλό θέμα συνύπαρξης και όχι απαραιτήτως σύνδεσης ή έστω και επικοινωνίας που στην περίπτωσή μας εξελίσεται σε διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικούς ψυχολογικούς κόσμους και συνεπώς ζουν μαζί και χωριστά. Οι χαρακτήρες των ποιημάτων του τρίτου μέρους διενεργούν εκ του εντός διφορετικές εξωτερικές επιδράσεις κι η εναλλαγή τους δεν παρουσιάζει κανένα σημείο επαφής καθώς ντύνονται κι οι δύο την φευτοαμφίεση του έτερου ενός που δεν είναι παρά ένας ρόλος τδια του οποίου δρουν και υπάρχουν. Η έλληψη ανταπόδοσης παρουσιάζεται σε όλους σχεδόν τους διαλόγους, τις μισοκομμένες φράσεις, τα υπονοούμενα, που αποδεικνύουν ολοκάθαρατην απομόνωση στην οποία τα δύο πρόσωπα ζουν: ο τρόπος έκφρασής τους και οι σκέψειςπου ποτέ δεν αναπτύσονται σαν μέσο αληθινής επικοινωνίας υπογραμμίζουν τις διαφορές που υψώνονται ανάμεσά τους και που εμποδίζουν την απλή λογική εναλλαγή μεταξύ των δύο χαρακτήρων. Και όταν πια διαπιστώνουν τις διαφορές τους και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσά τους αποδέχονται τη συμβίωση όπως είναι καταλαβαίνοντας ότι κανένα σημείο επαφής δεν υφίσταται πια. Η επικοινωνία μεταξύ άνδρα και γυναίκας έχει μηδενιστεί κι η ζωή τους συνυπάρχει μόνο στη φαντασία και των δύο.  Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο Μανώλης Αλυγιζάκης αποκαλύπτει πτυχές και επαρσιώσεις της σχέσης δίχως βερμπαλισμούς και με αναμφίβολη ευθύτητα που προβάλει σαν αποτέλεσμα τη συμβατηκότητα των περισσοτέρων σχέσεων ηλικιωμένων ζευγαριών που συνυπάρχουν, συζούν, συμβιώνουν αλλά ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους, μια φρικτή αλλά αληθινή πλευρά της σύγχρονης ζωής. Το Βλέμμα της Μεδούσας είναι ένα ολοζώνταντο, επισκοπόν, κυνικό,ιδιαίτερα κριτικό, σύγχρονο πορτρέτο που μας παρουσιάζει με τον ευθύτατο τρόπο του ποιητή ένα τεράστιο πανόραμα φιλτραρισμένο από την εξεταστική και υποκειμενική ματιά του Μανώλη Αλυγιζάκη και μας προτρέπει να την αποδεχτούμε και να την αγκαλιάσουμε σαν κάτι δεδομένο κι αποδεχόμενο. Η ζωντάνια των εικόνων κι ο πλούτος εμπεριστατωμένων στιγμών και η καθηλωτική αφήγηση του ποιητή μας παίρνουν σ’ ένα ταξίδι του εσωτερικού του κόσμου που διαφαίνεται σαν διαπλοκή και την ίδια στιγμή σαν αξέχαστη κι ευχάριστη εμπειρία. Η ποίηση του Μανώλη Αλυγιζάκη επιβεβαιώνει την αξία της πρωτογενής ύπαρξης αλλά ότι είναι επίσης πράξη και περιπλοκή. Το Βλέμμα της Μεδούσας υφίσταται σαν ένα ερμηνευτικό σημείο του κυκλικού ανωφερικού μονοπατιού που ο ανθρωπος αναμένεται ν’ ακολουθήσει προς την ψυχολογική και φιλοσοφική του εξέλιξη, έννοια που συμβαζίζει με τηγνησιότητα του ποιητή που ερμηνεύει τις διαφορές και τις αντιξοότητες της σύγχρονης ζωής.Οι αντιθέσεις του εγώ με τον άλλο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες μια ταύτιση ίσως ανακαλυφθεί είναι στοιχεία που ο ποιητής, ερευνά, αναφέρει, και μέσω της ευθύτητάς του προσπαθεί να εδραιώσει με την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές ίσως γεφυρωθούν κι ίσως η αναμφίβολη διαφάνειά του χρησιμεύσουν σαν ορόσημα που θα οδηγήσουν στο καλύτερο αύριο. Karoly Sandor Pallai, PhD, researcher, translator, poet.

 

 

 

 

 

 

The ceaseless wanderings of a recalcitrant self

 

 

The Medusa Glance is a present-day triptych, a rich and profoundly nuanced contemporary narrative, sensitive to all the immanent and minute shades of reality, aspiring to embrace and incorporate the whole spectrum of lived experience. As a key motive, the author invokes Medusa, the female monster with venomous snakes on hear head. Stricken with fear, we are nonetheless tempted to be immersed in the poetic universe of Manolis. The epigraph characterizes the bold enterprise of the author aimed at the explicitation of the inner architecture and dynamics of experience, at the renewal of narrative practices and at the constant (re)negotiation of identity. The reader is swept away by a polychromatic tempest of verbs and embarks on a journey guiding him to the dimension of the minute and infinitely multifarious undulations of sublunary consciousness.

 

The poems of the first part mark an act of transubstantiation in which one’s existence is turned inside out, transcending itself and identity is filtered through alterity in a succession of anti-war poems dealing with the politics and elections of the USA and with international affairs. The author passes severe judgement on political disunity, the striking incapacity for decision-making, on our body and soul growing fat, lazy and losing all sense of criticism, on our stupefied, inebriated and paralyzed citizenship. The poetry of Manolis is a valid, cogent and timely exhortation, a perennial admonition endeavoring to disclose the hidden and mysterious dynamics of consciousness and the underlying metaphorical architecture of our lives in a new hermeneutical framework of poetic truth. The flow of words is set into motion by the inexorable criticism of the author, by his scathing irony and withering sarcasm. One of the most laudable characteristics of this poetry is the intermediate view that it represents in the incessant oscillation between identity and alterity.

 

The poet is concerned with reality in general and with intersubjective reality in particular. Openness and straightforwardness are encoded in the essence of this poetry and the immutable horizon of vigorous presence, experience and volitional activity is accentuated as a constitutive moment of existence. The experience of being an active participant of the events unfolding around us, moreover, of being a highly intensive critical presence shaping the world is not only reassuring but it also awakes our feeling of responsibility as we gradually become part of this poetic universe which serves to accommodate our impressions of the radical alterity of the other, our fears and hopes and our understanding of human identity. This can pave the way for our dialogical activity which is essential in the construction of our own narrative of the ego-world axis and of our interpretative matrix in which we constantly try to place and analyze the events of the external world, the famines and wars, the violence, the defenselessness and the privation that we see on a daily basis.

 

The succession of the trenchant images of suffering, pain, sorrow and agony is deeply personal, the genuine concern of the poet is moving: each poem is a state of affairs and what is more, a bead on a rosary told for the victims of violence, exclusion and discrimination. Bombs, missiles, explosions, corpses, great power politics, weapons and defense contractors in a mad world… The poems of the first chapter constitute the etching of the poet’s foregoing investigation into the horrors of modern-day existence. However introversive and rooted in a profound knowledge of the self these texts are, they are far from the common self-absorption of many poetic trends: the interference of the lyrical self is inconsiderable and it is instrumental in giving occasion to an inspection into the realm of human nature and inherent values.

 

A fusion of themes and horizons characterize the poems of the second part of the book. Reminiscence, eroticism, abstraction, philosophy, a chain of thoughts revolving around existential meditation and the distillation of life condensed in literary essence: the poetic world of Manolis is continually in the process of taking shape and being formed. This ceaseless becoming is the very essence of his intellectual and artistic universe. When it comes to these texts, to engage in hermeneutics is to engage in a reflection of openness and dialogue. The fragmented narrative serves the enlargement of the horizon of our experiences by an immersion in the inexhaustibly divergent possibilities of alternative subjectivity. Striving for understanding, the lyrical I is incarnated in a sequence of thoughts, impressions and sensations, in a multiplicity of self-representations, levelling the boundaries of the self-enclosed subject to the ground. The poetic subject appears as the focal point of the diverse shades and nuances of the inherent alterity of all experience, as the convergent lens splitting and shattering fixed categories, activating and mobilizing our most heterogeneous and multi-colored concepts and experiences of life and existence. As an extension of the experience of alterity to textual creation, the poet offers us his many-worlds interpretations of parallel lives, simultaneous events and synchronous superpositions by entering into the spirit and ideas of others and by projecting us into their existence. Thereby, the poet, after addressing the self-other, identity-alterity relationship as a socio-political concern, invites us to transcend the egological dimensions of the self. The poetic efficacy attributing autonomy and postulating self-sufficiency as the normative structure of the subject is replaced by the necessity of the other’s perspective and the engagement in an open dialectic of experience. The relentless candor and openness of the poet manifest themselves in the interlocking patterns of an apparently autofictitious chain of images, of an almost limitless inventory of sensations and impressions closely related to the realms of lived experience of everyday existence and to the phenomenological and ontological readings of feelings, life events and thoughts.

 

The short, epigrammatic dialogues of the third section of the book offer a sternly detailed and coldly realistic portrayal of the dynamics of estrangement and disaffection of the relationship of an elderly couple. The duplicity of the narrative is constituted by the disparate strategies of self-representation: the distinct perspectives coexist without being engaged in interaction, without interpenetrating and influencing each other. The poetic text operates in this part of the book as a divergent lens displaying, exhibiting the major discrepancies and splits in these two radically dissimilar inner structures of experience and existence. Sharing life, in this case, doesn’t mean a dialectical, bilateral relationship: on the contrary, it is only a setting for the plain scheme of communication divested of its essence, of the essential alterity and openness of shared experience. These series of pseudo-encounters deprive the subjects of any vertical dimension, compelling them to float in indeterminacy and to abandon all hope of a communion in which the encounter could transform the innermost realms of their existence. The lack of reciprocity manifests itself in the bifurcate, juxtaposed phrases and paragraphs, in the tessellated fugue-structure of non-alignment, phase-displacement and avoidance. The thoughts disengage and come apart as two people fade into the delusive intimacy of isolation: their means to express and articulate the nuances of their personality and inner self are incompatible, the schemata of their behavior reflect the distance between their authentic selves. By asserting their identities in their monologic and monolithic fragments of the universe, they tacitly accept the increasing alienation and the correlative tensions. The communion of wife and husband has lost even its seeming and fictitious feeling of togetherness, often disguised in an illusory narrative secrecy. In the final sequence of poems, Manolis reveals the cleavages and ruptures of a relationship in all honesty, with unrelenting directness. In fact, the apparent tranquillity and respite dissimulate an alarming defensiveness and a regressive inner fear which make it impossible to recognize and accept the growing gap and anxiety and the reinforcement of incongruence and decomposition of the self.

 

This lively, alert, highly critical, cynical, daring and often intrepid portrait of our age, this unyielding reckoning offers us a large-scale panorama filtered through the subjectivity of the poet which is the strategy of Manolis to embrace, appropriate and refigure reality. The vividness of his imagery and the richness of the moments of lived experience and enacted narratives make our journey into the inextricable intertwining of his inner world not only memorable but pleasurable as well. The poetry of Manolis confirms the postulation not only of the primacy of being, but of being as action and involvement. The Medusa Glance is a hermeneutical sign-post

tracing an ascending curve of psychological and philosophical analysis, congruent with the genuineness of the poet, which gives an account of his interpretations of our confrontations with the incomprehensibility of life, of the unfathomable fullness of experience, of the often controversial and impenetrable complexities and mysteries of ipseity and alterity, of conceptual and carnal intersubjectivity and of the mental space opened up for a critique of our deeply rooted ideological constructions and insincerities by the implacable openness and directness of this poetry.

 

Károly Sándor Pallai, PhD, researcher, translator, poet

 

boats-moored-st-ives

HARBOR

In the harbor salinity smells
of unfinished voyages dreamy seagulls
argue for people’s garbage

silent moment hovers between
excited activity of myriad people

going doing yelling living and
your mind landlocked in ache

for imaginary exotic locales
paradisiacal seabirds

abundance of food
no war over crumbs of life

like in the harbor you always visit
hoping that you may have

an adventure to faraway lands
exquisite female bodies

only in your mind and
salinity graces your dream
with a certain realism

ΛΙΜΑΝΙ

Στο λιμάνι η αλμύρα μυρίζει
ταξίδι που δεν τέλειωσε
ονειροπόλοι γλάροι μαλώνουν
για τα σκουπίδια των ανθρώπων

αμίλητη σιωπή αιωρείται πάνω
απ’ την βαβούρα χιλιάδων ανθρώπων
που περνοδιαβαίνουν, κάνουν, φωνασκούν, ζουν
κι εσύ με τον πόνο κλειδωμένος στη στεριά

φαντάζεσαι εξωτικά νησιά
παραδείσια θαλασσοπούλια
αστέρευτη τροφή
ανύπαρκτος ο πόλεμος για ψίχουλα ζωής

σαν στο λιμάνι που πάντα επισκέπτεσαι
με την ελπίδα κι εσύ ν’ απολάυσεις

μια περιπέτεια σε χώρες μακρινές
εξαίσια γυναίκεια κορμιά

που μόνο στο νου σου υπάρχουν
με την αλμύρα που τα ποτίζει
με κάποια δόση αληθοφάνειας

Collection in progress/Συλλογή εν εξελίξει