Archive for the ‘Μανώλης Αλυγιζάκης’ Category

35774-tl
ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ
Βράδυ όμοιο σχεδόν με τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φως,
οι χαμένοι δρόμοι
κι άξαφνα κάποιος που σου λέει “είμαι φτωχός”, σαν να
σου δίνει μια μεγάλη υπόσχεση.

SIMPLE WORDS
The night almost same as all others: tediousness,
the faint light, lost paths
and suddenly someone says to you “I’m poor”, as though
giving you a great promise.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Advertisements

elyths

ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ // THE LITTLE CYCLADES

ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
μες τα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
που άν τη χωρέσουμε απ’τη μια
περσεύει από την άλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Πειραιά
μια γαλανή σημαία

 

THE LITTLE GREEKS

March I begged and then
I begged the little November
I begged the moonlit August
that evil never finds us

Because we’re little children
two little Greeks we are
Amid the azure pelagos
and the small white clouds

Because we’re little children
and our love is so great
that if we fit it on one side
it overflows the other

Waves pull to the left
and clouds to the right
Pireus and Phaleron
a banner blue and white.

~Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis

 

 

s

Ritsos_front large

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

 

Κυριακή. Γυαλίζουν τα κουμπιά στα σακκάκια
σα μικρά γέλια. Το λεωφορείο έφυγε.
Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο
να μπορείς ν’ ακούς και ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τα πεύκα
ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μια γυναίκα
είπε σε κάποιον καλημέρα—μια τόσο απλή και φυσική
καλημέρα
που θάθελες κ’ εσύ να μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τα πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Να μπορείς να κοιτάζεις
έξω από σένα — ζεστασιά και ησυχία. Να μην είσαι
“μονάχα εσύ”, μα “και εσύ”. Μια μικρή πρόσθεση,
μια μικρή πράξη της πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,
που κ’ ένα παιδί μπορεί να την πετύχει παίζοντας στο φως
τα δάχτυλά του
ή παίζοντας αυτή τη φυσαρμόνικα για ν’ ακούσει η γυναίκα.

 
UNDERSTANIDNG

 

Sunday. Buttons of coats shine
like small laughter. The bus is gone.
Some cheerful voices – strange
that you can hear and you can answer. Under the pine trees
a worker is trying to learn harmonica. A woman
said good morning to someone – so simple and natural good
morning
that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside
yourself – warmth and serenity. Not to be
‘just yourself ’ but ‘you too’. A small addition,
a small act of practical arithmetic easily understood
that even a child can successfully do by playing with his fingers
in the light
or playing this harmonica so the woman can hear it.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

35774-tl

OLD SONG

The garden railings are wet from the rain like the poor who
are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
universe —
when we were children we would hide under the stairs and when
we would come out we had left behind a royal fate
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
narrated our past to it
joyless days that you’ve passed yet you’ve left behind an emotional
memory
and I who was crazy for the future now in agony I observe the movement
of the clock’s fingers.

Until one night a man goes along the road singing.
Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed off shivers in that song. You
stand by the window
and listen as if enchanted. And suddenly at the turn of the road
the song stops. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

~Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

inukshuks A

ANTIPHONAL

Barefoot I wished to walk
among the rocks and grassy floor
holding your hand, my beloved

our paradise homeland
deliverance of unsung heroes

ascetic loneliness pervading
the lands, sun-rays commandeering

two conifers discoursing
antiphonal anthems of my kin

gleaming shore glaucous sea
this Salish sea forever calm
excited woman before a man
who lays her down on bear skins
to procreate his offing to mould
in the pleats of eternity and

I respectfully succumb to
my ultimate toponymy

ΑΝΤΙΦΩΝΟΣ

Ξυπόλητος ήθελα να βηματίσω
σε βράχια και σε πράσινο γρασίδι
το χέρι σου κρατώντας, αγαπημένη

πατρίδα μου ο παράδεισος
λύτρωση αεικίνητων ηρώων

μοναξιά ασκητική
το πάπλωμα μας πάνω στη γη
οι ηλιαχτίδες που φωτίζουν

δυο κυπαρίσια αναθιβάνουν
ύμνους των συγγενών μου

λιόλουστη η ακρογιαλιά
γαλάζια θάλασσα γαληνεμένη
γυναίκα από άντρα διεγερμένη
και την ξαπλώνει στις αρκουδοπροβιές
απόγονο για να γεννήσει
στην αγκαλιά του αιώνιου

κι εγώ κεφάλι σκύβω
στην τελευταία μου τοπωνυμία

~CHTHONIAN BODIES, paintings and poems, Vancouver, 2015