Archive for the ‘Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας’ Category

nostos and algos cover

ΟΡΚΟΣ

Στάθηκε στο παραπέτο του παλιού κάστρου.
Από κάτω μας η πεινασμένη άβυσσο.
Λίγο βαθύτερα η θάλασσα λαμποκοπούσε
κι ημερωμένα κύματα χαιδεύαν
το κίτρινο αμμουδερό ακρογιάλι.

Τότε σήκωσε το χέρι του οριζόντια
λες κι ορκιζόταν στον ήλιο
σαν να υποσχόταν να ξαναγυρίσει
μιαν άλλη φορά σαν χρειαστούμε
κάποιον που να σταθεί ενάντια
στην απληστία τών μερικών
που βολεμένοι και παχουλοί
στη χαώδη χόρταση κολυμπούν.

Μα το κάστρο τούτο που δεν ανεχόταν
ηγέτες με τις παρωπίδες, έτριξε κι ίσως
γι’ αυτό κι ο ήρωάς μας επέμενε να δείχνει
σαν άπατη άβυσο τη θάλασσα.

Κι αφού σιγοπερπάταγε
στην άκρη του τειχιού
κι αφού έκανε το σταυρό του
αφέθηκε στη λύτρωση του μηδενός.
OATH

He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation.
Yet the old castle that couldn’t tolerate
leaders with blinkers, it creaked
as our hero insisted pointing
the endless abyss of the sea

and stepping on the parapet’s edge
he crossed himself over
then flew into
the deliverance of emptiness

~NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria BC, 2012

 

Hear Me Out_cover_Jun9.indd

http://www.spreaker.com/user/6314317/air-play-poetry-corner-hear-me-out

On the Kitchen Counter

Good morning my love,
The day is of course just starting for me, although passed three
in the afternoon, but you see, I dedicate all my night to think of
you as I go to the various bars with my friends.
Yesterday I mused that three months have already gone since we
separated, three months that I haven’t found refuge in that little
dip of your chest. There where I told you it was my secret cave,
where I felt secure.
I mused that lone moment of summer when we lied down on the
beach and the sun burnt us, I dripped a few drops of sea water to
quench the thirst I had for your love.
I get up at noon I return home almost at daybreak.
Empty as always since you left, the house welcomes me with the
radio being on since morning and the lights set on the timer.
Toast and Happy Hippo cheese are my evening meal along with
pills for the hangover.
And tears ready to run down my cheeks.
This will pass, no matter what, it’ll pass.
I remember one time when we returned home after a night
at the bouzoukia, we prepared an omelette and fried bread
because we were hungry.
Then after we ate we left the plates on the table and made love
on the kitchen counter. At daybreak, before we went to bed
hugging each other to go to sleep.
Unique moments! Our love was such, as long as it lasted.
Yet it left a deep scar behind, a scar that refuges to heal and like
a cancer eats me up from within.

Στον πάγκο της κουζίνας

Καλημέρα, αγάπη μου!
Η μέρα βέβαια αρχίζει για μένα τώρα, που είναι πια περασμένες τρεις το μεσημέρι, αλλά βλέπεις, το βράδυ μου το αφιερώνω όλο για να σκέφτομαι εσένα, ενώ τριγυρνάω με αδιάφορες παρέες στα μπαράκια.
Αναλογιζόμουν χτες πως πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες που δεν είμαστε μαζί, που έχω να χωθώ στη λακκουβίτσα του στέρνου σου.
Εκεί που σου ’λεγα πως είναι η μυστική σπηλιά μου, που όταν βρίσκομαι δεν φοβάμαι πια τίποτα και κανέναν.
Θυμήθηκα εκείνη τη μοναδική στιγμή του καλοκαιριού, που όπως ήμασταν ξαπλωμένοι στην παραλία και μας έψηνε ο ήλιος, σου ‘σταξα μέσα της νερό απ’ τη θάλασσα και μετά το ήπια από ’κει, για να ξεδιψάσω τον έρωτά μου για σένα.
Ξυπνάω το μεσημέρι, Γυρίζω σπίτι μου τα ξημερώματα…
Άδειο, όπως πάντα, από τότε που έφυγες, το σπίτι, με καλωσορίζει με το ραδιόφωνο, που παίζει απ’ το πρωί και τα φώτα που ανάβουν με χρονοδιακόπτη, όταν σκοτεινιάζει.
Παξιμάδια, τυρί και Happy Hippo, το βραδινό μου, μαζί με τα χάπια για τον πονοκέφαλο απ’ το αλκοόλ.
Και τα δάκρυα στα μάτια μου, έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Θα περάσει, πού θα πάει! Θα περάσει.
Θυμάμαι μια φορά, που είχαμε γυρίσει ξημερώματα απ’ τα μπουζούκια και πριν κοιμηθούμε, φτιάξαμε ομελέτα και τηγανητό ψωμί, γιατί πεινούσαμε.
Και μετά, αφήσαμε τα πιάτα στο τραπέζι και κάναμε έρωτα στον πάγκο της κουζίνας. Ξημερώματα, πριν πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας.
Στιγμές μοναδικές! Έτσι ήταν όλη η αγάπη μας, όσο κράτησε.
Η αγάπη, όχι η συμβίωση.
Αυτή τράβηξε πολύ κι άφησε πίσω της μια ύπουλη πληγή, που δε λέει να γιατρευτεί και δουλεύει από μέσα, σαν σαράκι.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca

 

cover

ΓΙΟΡΤΗ

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα
παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονα-
τιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με
τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ
ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα,
ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου
όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή.
Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή
τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια
παραπλάνηση.

CELEBRATION

Sometimes I question myself why do I write all these and if
they’ll ever console someone therefore I preferred to kneel (this
was my own house) however I could lose my composure with
those shadows of feathers on the wall while I was all alone in
the room; then I would run to the upper floor searching, even
higher to the balcony. Until when I would come back down
the celebration was over.
Then I opened the door and I, serene, looked into the night
because nothing had changed and everyone lived the infinite
deception in their own way.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Ritsos_front large

ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ

 

Κυριακή. Γυαλίζουν τα κουμπιά στα σακκάκια
σα μικρά γέλια. Το λεωφορείο έφυγε.
Κάτι εύθυμες φωνές—παράξενο
να μπορείς ν’ ακούς και ν’ αποκρίνεσαι. Κάτω απ’ τα πεύκα
ένας εργάτης μαθαίνει φυσαρμόνικα. Μια γυναίκα
είπε σε κάποιον καλημέρα—μια τόσο απλή και φυσική
καλημέρα
που θάθελες κ’ εσύ να μάθεις φυσαρμόνικα κάτω απ’ τα πεύκα.

Όχι διαίρεση ή αφαίρεση. Να μπορείς να κοιτάζεις
έξω από σένα — ζεστασιά και ησυχία. Να μην είσαι
“μονάχα εσύ”, μα “και εσύ”. Μια μικρή πρόσθεση,
μια μικρή πράξη της πρακτικής αριθμητικής, ευκολονόητη,
που κ’ ένα παιδί μπορεί να την πετύχει παίζοντας στο φως
τα δάχτυλά του
ή παίζοντας αυτή τη φυσαρμόνικα για ν’ ακούσει η γυναίκα.

 
UNDERSTANIDNG

 

Sunday. Buttons of coats shine
like small laughter. The bus is gone.
Some cheerful voices – strange
that you can hear and you can answer. Under the pine trees
a worker is trying to learn harmonica. A woman
said good morning to someone – so simple and natural good
morning
that you too would like to learn to play harmonica under the pine trees.

Neither division nor subtraction. To be able to look outside
yourself – warmth and serenity. Not to be
‘just yourself ’ but ‘you too’. A small addition,
a small act of practical arithmetic easily understood
that even a child can successfully do by playing with his fingers
in the light
or playing this harmonica so the woman can hear it.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis_cover

MYTHISTOREMA

VIII

But what are they after, our souls, traveling
on the decks of decayed ships
crowded with pallid women and crying babies
incapable of forgetting themselves neither with the flying fish
nor the stars pointed by the tips of the masts.
Rubbed by gramophone records
unwillingly dedicated to inexistent pilgrimages
murmuring broken thoughts from foreign languages.

But what are they after, our souls, traveling
on rotten ships
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing
the coolness of pine with greater difficulty each day
swimming in the waters of this sea
and that sea
without a sense of touch
without people
in a homeland that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere, perhaps around here where we grope
a bit lower or slightly higher
a very tiny space.

Η’

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλασσιά ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέρουμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βραχείες Λίστες Κρατικών
Βραβείων Λογοτεχνίας, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012
short-listed for the National Literary Awards, 2012