Archive for the ‘Ελληνικά βραβεία λογοτεχνίας’ Category

ΚΡΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ,  Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, Αθήνα, Σεπτέμβριος 2017

 

Επέλεξα να ομιλήσω και να εστιάσω στην ποιητική συλλογή του Μανώλη Αλυγιζάκη που τιτλοφορείται ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο όρος Υπεράνθρωπος ανήκει στο Νίτσε και στο Ζαρατούστρα του. Και από τη νιτσεϊκή έννοια του υπερανθρώπου έχει εμπνευστεί ο ποιητής Αλυγιζάκης και με τον ευρηματικό αυτό τίτλο δικαιώνει την ποιητική και τη νοηματική απόδοση στον τρόπο που εκείνος κατανοεί τον υπεράνθρωπο.

Ας ομιλήσουμε σχετικά όμως λίγο για το νιτσεϊκό υπεράνθρωπο για να μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ερμηνευτικά την αφόρμηση αυτή του Αλυγιζάκη.

Ο όρος υπεράνθρωπος χαρακτηρίζει έναν τύπο υψηλής νοημοσύνης και ευτυχίας απέναντι στο μοντέρνο άνθρωπο, τον «καλό», το «χριστιανό» που στο στόμα του Ζαρατούστρα, του καταλύτη της τρέχουσας ηθικής, γίνεται μια λέξη δύσκολα νοητή. Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος ως ιδεαλιστικός τύπος μιας υψηλής ποιότητας ανθρώπου είναι κάτι μεταξύ «αγίου» και «μεγαλοφυΐας».

Μέχρι σήμερα οι ερμηνευτές του Νίτσε δεν έχουν καταλήξει και ερίζουν για αυτή του τη σύλληψη του υπεράνθρωπου.

Είναι σαφές ότι ο Νίτσε δύο ρεύματα έχει επεξεργασθεί στον υπεράνθρωπό του. Μια τίμια φιλοσοφική παράδοση από την οποία και σήμερα διδασκόμαστε και ένα κοινωνιολογικό δαρβινικό και ευγονικό ρεύμα. Γεγονός είναι ότι ο Νίτσε χαρακτήρισε τον υπεράνθρωπο ως την υπέρβαση του μηδενισμού. Ο υπεράνθρωπός του διακρίνεται από το φυσιολογικό άνθρωπο όχι γιατί διαθέτει ιδιαίτερο εγκέφαλο ή πλήθος μυώνων ή σύστημα ανοσίας ιδιαίτερο, αλλά γιατί μπορεί να ζήσει τη ζωή με εντεταλμένο σκοπό, δηλαδή ηθική, και αντί να αμφιβάλει, να καταφάσκει αιώνια τη ζωή. Αυτή είναι για το Νίτσε η αποστολή του αληθούς, του έντιμου, του κυρίως μοντέρνου ανθρώπου.

Κατά τα λοιπά ο υπεράνθρωπος δεν είναι το αντίθετο κάποιου υπάνθρωπου, αλλά ο αντίκτυπος του κυρίως ανθρώπινου (allzu menschlichen), που σήμερα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον υπερκαταναλωτικό άνθρωπο. (Ο υπεράνθρωπος βρήκε την ευτυχία και «αστράφτει κεραυνοβολώντας». Ένα όμως είναι σαφές. .Ότι ο υπεράνθρωπος του Νίτσε παραμένει απλά μια επιθυμητή εικόνα, φιγούρα, ή με το στόμα του Νίτσε «η προσευχή εκείνων που ζητούν τη χάρη να γίνουν οι τρελοί του θεού.».

 

Και τώρα στο Μανώλη Αλυγιζάκη.

Η αφόρμησή του είναι το νιτσεϊκό πνεύμα και το κήρυγμα του θανάτου του θεού που κηρύσσει ο «Παράφρονας» του Νίτσε (με τη σύντομη συγκεκριμένη διήγηση σε δική μου μετάφραση θα μου επιτρέψετε να κλείσω στο τέλος τη σημερινή μου παρουσίαση). Το θεό που πέθανε

Και τον «θάψαμε χθες το απόγευμα χωρίς τραγούδια και παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια», όπως χαρακτηριστικά ξεκινάει στο πρώτο του ποίημα ο ποιητής.

Ο νιτσεϊκός θάνατος του θεού και η έλευση του υπεράνθρωπου με ευάρμονα ποιητική έκφραση έχουν ως αφετηρία βιωματικά γεγονότα της ζωής ως ερέθισμα και ο ποιητικός τρόπος του Αλυγιζάκη κάνει παραστατική τη λειτουργία κάθε γεγονότος που υπονοείται πίσω από την έκφραση. Η επιδίωξή του είναι η διείσδυση του αναγνώστη στην ψυχική λειτουργία κάθε ιστορούμενου γεγονότος και κάθε σκηνικής αναπαράστασης, αφού όλα τα ποιήματα είναι γεμάτα με εκφραστικές εικόνες που ο αναγνώστης μπορεί να αναπλάσει τη στιγμή – βίωμα του ποιητή.

Με την ποιητική μορφή του Αλυγιζάκη ο αναγνώστης πορεύεται σε κόσμο συναισθηματικά φορτισμένο σε εκτύλιξη σκέψεων που γίνονται ορόσημα ζωής, είτε πρόκειται για τύψεις για το θάνατο του θεού που μας άφησε «ακόμα πιο φτωχούς» (ποίημα Προδοσία), είτε δίνεται ανάγλυφα ο ξεπεσμός του σύγχρονου ανθρώπου «άνοιξε του Αιόλου τον ασκό και εξαπόλυσε τις αμαρτίες, τη χαζομάρα, την προδοσία, τη χρεοκοπία των ηθών» (ποίημα Θαύμα), είτε προσφέρει την ελπίδα που ένοιωσε ο άνθρωπος ότι «είχε έρθει η ώρα για να φανερωθεί ο υπεράνθρωπος μ΄όλη τη δύναμή του, με την απλότητα των χρυσανθέμων και με του κατωφλιού την ταπεινοφροσύνη» (ποίημα Εμφάνισις), είτε με absurd τρόπο μας μιλάει για «άλογη λογική» στην αναζήτηση του «μυστικού της ανθρωπότητας» (ποίημα Ανακάλυψις), είτε προβάλλεται ο «ξεπεσμένος εγωισμός του ανθρώπου που ξεκίνησε από το ναρκισσισμό του» (ποίημα Χρέος) και τον οδήγησε να «τεμαχίσει το χρόνο με μέτρο δανεικό και έτσι να θανατώσει το θάνατο, ένα απλό της σκέψης δημιούργημα» (ποίημα Παιδεμός), είτε συνυπάρχουν μαζί ο φόβος και ο θαυμασμός για τον υπεράνθρωπο, τύραννο, όπως αποκαλείται (ποίημα Μουσική) που όμως η παντοδύναμη ματιά του αγκαλιάζει ολόκληρη τη γη, και εδώ ο ποιητής κάνει το βήμα κόντρα στην παράδοση, τις φοβίες, προλήψεις και δεισιδαιμονίες  (ποίημα Σκιάχτρο). Θα ισορροπήσει όμως και θα κηρύξει αισιοδοξία που ξεπετάγεται ως «συνωμοσία όλων των ανθρώπων» που στο σκοτάδι ξάφνου διακρίνουν πάνλαμπρο το δικό τους φως και στρέφονται και ευελπιστούν τον ουρανό ν’  αγγίξουν. Αυτή η αισιοδοξία θα εκφραστεί με προσμονή από την παιδική κιόλας ηλικία εκείνων που πιθυμούσαν τη γνώση και ένιωσαν από την πρώτη τους νιότη το ανάβρυσμα που φέρνει ο υπεράνθρωπος (ποίημα Πρώτος Πόνος).

Τα πρότυπα ανθρώπων του Αλυγιζάκη  είναι εκείνοι που ζουν μόνο και μόνο για να χαθούν, προκειμένου να φθάσουν την άλλη όχθη, όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί λατρεύουν το πέρασμα στην άλλη όχθη. Έτσι εκφράζεται η αναζήτηση του κάτι άλλου, του πνευματικού.

Δεν θα παραλείψει ο Αλυγιζάκης, στο πνεύμα της Παρμενίδιας προσωκρατικής φιλοσοφίας (τα άκριτα φύλα του Παρμενίδη, ο ανυποψίαστος όχλος) να αναφερθεί και σε όσους «γεννήθηκαν και η ώρα να πεθάνουν έφθασε και δεν κατάλαβαν ποτέ ποιος ο σκοπός και ποιο το νόημα». Στον Αλυγιζάκη αρέσουν «όσοι βασανίζουν το θεό τους, επειδή τον αγαπούν» (εδώ κάνω σχετική ανάλυση με το δεδομένο ότι γνωρίζαμε μόνο ότι ο θεός παιδεύει εκείνους που αγαπάει) και τον ενδιαφέρει «του κεραυνού ο προάγγελος, η βαριά σταλαματιά από τα μαύρα σύννεφα που είναι ο υπεράνθρωπος». Και εδώ χρησιμοποιεί την περίφημη ποιητική εικόνα από τον Πρόλογο του Ζαρατούστρα «Αγαπώ όλους εκείνους που είναι όπως οι χοντρές σταγόνες, που πέφτουν μοναχικές από τo μαύρo σύννεφο, που κρέμεται πάνω από τον άνθρωπο: προφητεύουν ότι ο κεραυνός έρχεται και ως προφήτες αφανίζονται».

Προς το τέλος των ποιημάτων θα βρούμε πολλές ρήσεις και εικόνες του Νίτσε, όπως για την αιώνια επιστροφή ή την παρομοίωση ότι εμείς είμαστε το τεντωμένο σχοινί που πάνω μας θα περπατούσε ο υπεράνθρωπος: « Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες, οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουιστές, εμείς τα πρόβατα, εμείς και τα λιοντάρια, οι κοινωνικοί και οι ασκητές, εμείς οι μύστες και εμείς οι μυημένοι, εμείς οι σχοινοβάτες και εμείς οι Υπεράνθρωποι».

 

Η μορφή της ροής και της κατάταξης των ποιημάτων είναι αποτρεπτική κάθε στατικής ηρεμίας και οδηγεί σε κράτος εγρήγορσης. Με την καλλιεπή και κομψότεχνη γραφίδα του, με εύροια λόγου ανεκζήτητη και ενάργεια ύφους συναυξάνεται με το δικό του προσωπικό αφηγηματικό πλούτο γνώσης που διεισδύει στη λειτουργία της έκθεσης της σκέψης του για να την αναβιβάσει σε υψηλό επίπεδο.

Με ερέθισμα το βίωμα και όπλα το ποιητικό ύφος, την αναζήτηση των λέξεων και τον πλούτο γνώσης αναπαριστά τον προβληματισμό και αναστοχασμό του για υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου, εύληπτα. Γιατί ο λόγος του είναι δυνητικός υφολογικά με πλαστουργική δύναμη, μεταμορφώνεται με διεργασία εννοιών, διακλαδώνεται σε ατραπούς υπαρξιακής ερμηνευτικής, γνώρισμα του είναι η συναισθηματική αλλά και έλλογη υπαρξιακή ταραχή στη σύνολη ρότα των συσχετισμών και στον αγώνα για ποιητική έκφραση και εκδίπλωση.

 

Τα ποιήματα είναι γεμάτα με εικόνες με ιδιαίτερη περιγραφική έκφραση, που έχεις το αίσθημα ότι τις  βλέπεις μπροστά σου ολοζώντανες και συμμετέχεις στο δρώμενο, αναζητώντας να γνωρίσεις τι είναι αυτός ο υπεράνθρωπος. Η προοπτική της φιλοσοφικής προσέγγισης στο στοχασμό του ποιητή οδηγεί σε μορφή εποπτικής  θέασης του κόσμου με απορίες και αντιπαραθέσεις με τη θρησκευτική-κοινωνική πραγματικότητα και με αναγκαίο υπαρκτικό προσανατολισμό που υπαγορεύει η κοινωνική ευταξία. Κάτι που σίγουρα δεν είναι αποτέλεσμα και θήραμα ευκολίας, αλλά ενεργητική βούληση του δύσβατου. Επί πλέον οι ορφικοί συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται αφυπνίζουν πνευματικά και είναι πρόκληση για περαιτέρω αναστοχασμό.

 

Τα ποιήματα του Αλυγιζάκη είναι γεμάτα λέξεις, λέξεις με ιδιαίτερο νόημα, βάθος και πρωτοτυπία, λέξεις ουσιαστικά , σπάνια χρησιμοποιεί επίθετα, λέξεις ρήματα που κάνουν τη γραφή δυναμική, για τη ματαιότητα, την αποκάλυψη, την ανακάλυψη, την περιπλάνηση, τη μουσική, την ανταμοιβή, την υπόσχεση, την ανεξαρτησία, την αρετή, το πνεύμα, την ανάμνηση, την περιπέτεια, τη δικαιοσύνη, την προσευχή, τη λήθη, την απληστία, λέξεις για το νεκροθάφτη, τον ιερέα, το δάσκαλο, το γιατρό, το φιλόσοφο, τέλος τον ποιητή.

Γραφή με υπαινιγμούς και συμβολισμούς, γραφή με πνεύμα αναζήτησης και ανησυχία για το ποιος είναι ο υπεράνθρωπος και πως θα τον απαντήσουμε και αυτό χωρίς αθώους συναισθηματισμούς. Κάθε ποίημα κρύβει πίσω του και μια ιστορία και στο τέλος κάθε ποιήματος στις δύο πρώτες ενότητες προστίθεται ένα επιμύθιο, όπου ο ποιητής καταγράφει σύντομα το ποιοι άνθρωποι του αρέσουν.

Οι στίχοι του ποιητή ξεχειλίζουν από πόνο, πρόκειται για τον πόνο του κόσμου, όπως λέγει ο Ρίλκε, τον πόνο ενός κόσμου μετέωρου που βρίσκεται σε σύγχυση και δεν έχει όραμα, γι’  αυτό και αδρανοποιείται. Και η φωνή του Αλυγιζάκη εδώ είναι φωνή κόντρα στην αδιαφορία. Η φωνή του ξεπηδάει από την πικρή συνειδητοποίηση της καταδυνάστευσης των αξιών.

 

Και θα μου επιτρέψετε, όπως είπα στην αρχή, να κλείσω με τον ΠΑΡΑΦΡΟΝΑ του Νίτσε που αναγγέλλει το θάνατο του Θεού σε δική μου μετάφραση από τα γερμανικά, δημοσιευμένη στο βιβλίο μου «Ηθική της οικολογικής συνείδησης».

 

~Νικόλ Γεωργοπούλου Λιαντίνη, καθηγήτρια φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήνα, Σεπτέμβριος, 2017

 

ÜBERMENSCH — A REVIEW, by Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens

 

I chose to focus in Manolis Aligizakis’ poetry book ÜBERMENSCH.

 

The term Übermensch belongs to Nietzsche and to his book Thus Spoke Zarathustra. Manolis Aligizakis has been inspired by Nietzsche’s view of the Übermensch and using his soul searching means he justifies his poetic presentation the way he understands the concept of Übermensch. Yet, let us first take a look at Nietzsche’s Übermensch in order to approach Manolis’ work better.

The term Übermensch characterizes a person of high intellect, a person happy in the world we live, opposite the average, modern man, the “good person” the “Christian”, who in the mouth of Zarathustra becomes a very difficult term to understand. Nietzsche’s man as an idealistic type of higher human quality than the everyday men turns out to be something between the “saint” and the “genius”.

To this day the researchers and interpreters of Nietzsche’s works haven’t yet concluded and still debate on the conceptual perception of the term Übermensch. It is clear though that Nietzsche has combined two different trends when it came to his Übermensch. One straight and honest philosophical tradition from which we still learn things today and a sociological Darwinian and eugenic trend; in fact Nietzsche named his Übermensch the man beyond nihilism with his Übermensch differing from the ordinary man not because he has a special brain nor because of his gigantic muscles nor because of his certain biological advantage that defends against all diseases and viruses, but because he can live a life with a delegated goal, and instead of doubting everything he agrees with all forms of life on earth. For Nietzsche all this is the true mission of man, of the honest man, and especially the modern man. Other than that Übermensch isn’t the opposite to the world but a true semblance of the essential man (allzu menschlichen) who we can categorize today with the over consumeristic man. Übermensch discovered happiness in striking like a lightning bolt and at the same time shining in his best. However one thing is clear: Übermensch simply remains a desired image, a shapely figure of man who, in the words of Nietzsche represents the prayer of those who ask for the favor to become the jokers of God.

Now let us look at Manolis’ Übermensch. Manolis’ spurting in Nietzsche’s mind and catechism with the death of God: and we buried him yesterday with no songs, no paeans, nor lamentations, as the poet characteristically starts in his first poem. The death of God, according to Nietzsche, and the appearance of the Übermensch with Manolis’ harmonious poetic expressions have as a base the poet’s own life experiences and as a result his poetic ways function as true expressions of each event of his life that lurks behind each image. Manolis’ goal at this point is to slowly push the reader into the his own psychic mode of each presented event and of each scenic representation since each poem is full of expressive images which the reader can re-experience as momentary life events.

With the poetic style of Manolis Aligizakis the reader is led in a world emotionally charged with the unfolding of ideas that become landmarks such as the regret for the death of god who left us we were still here and we were still poor in the poem TREASON or when the downfall of the modern man is presented as they opened the lid of Aeolus’ bag and let all hell loose: our sins scattered to the four corners of the galaxy, dumbness and treachery and moral bankruptcy in the poem MIRACLE, or when he offers hope to man who felt that deeply we sensed the time had come, that He would appear, Übermensch, with all His power in the chrysanthemums’ simplicity, and in the humility of the house flagstone, in the poem MANIFESTATION, or when in an absurd way he talks to us about illogical logic of one who could still discover the secret of humanity in a word in the poem DISCOVERY, or when it presents their defeated ego which started because of their devout narcissism, in the poem DUTY, which lead the poet to divide time with borrowed measurements and annulled death with his creative thoughts, in the poem ORDEAL, or when the concepts of fear and admiration for Übermensch co-exist as in the poem MUSIC and where His almighty glance encompassed the whole earth. Here the poet makes his move opposite traditions, fears, and superstitions in order to balance his cosmos and declare his optimism that springs up from conspiracy of the people who suddenly see their own bright light and they hope to reach the heavens. This optimism will be expressed in the anticipation of those who since their childhood yearned for knowledge and in their youth felt the renewal that Übermensch brings.

The prototypes of people Manolis creates are those who live only to be destroyed in order to reach the other shore, those who despise everything for they seek to pass over to the other side. This way the poet underscores the need in searching for something else, for something spiritual.

Manolis won’t refrain from underlining the pro-Socratic philosophy (Parmenides’ illogical leaves, the unsuspecting mass of people) and from referring to all those who were born and time comes for them to die and they never understood what was the goal and what the meaning. Aligizakis likes those who torture their god because they love him and he finds interest in the man who resembles a heavy raindrop from the dark cloud that is nothing other than Übermensch. And here the poet uses the poetic image from the prologue of the Thus Spoke Zarathustra I love those who resemble heavy drops of rain that slowly fall from the black clouds that cover men, the forerunners of thunderbolt who vanish like the thunderbolt.

Toward the end of the poems we find a few of Nietzsche’s sayings and images such as the Eternal Recurrence or the image of people being the stretched rope onto which Übermensch will walk and finally we find Manolis’ philosophical declaration at the end of the book in the poem EPODE where he promotes: we the princes and we the beggars, the bigots and the altruists, we the sheep and we the lions, the socialites and the hermits, we the initiates and we the initiated, the ropewalkers and the Übermenschen.

The style of the poet and the flow of his poems work against every static serenity and lead to raptures as the poet’s calligraphic style and rich evocative imagery in addition to the personal narrating style and wide knowledge lead the reader into the liturgical display of the poet’s mind that elevates the poems to unreachable heights.

Manolis uses his personal experiences as a tool that guides his personal writing style to the search for words that represent his wonder and contemplative mind gazing existential issues of today’s society. And this because his images are dynamic, of a certain, personal style and continuously evolve leading the poet to cross roads of explanations, faculty of seasoned poets who reach levels of intellect only some can reach. The poems are full of images with rich descriptive elements that the reader feels as if he sees them alive in front of him, full of expressiveness and dynamism that lead him to his search for Übermensch. The poet’s technique and philosophical approach guide the reader to a view of the world as if from above yet leave him full of questions and debates regarding the today’s sociological-religious reality and his place in society that demands of him a preapproved behaviour, something that undoubtedly leads the citizen to the corner forcing him to consider rebellion. The poet’s use of Orphic symbolism leave the reader with contemplative mood and dare him to further delve into such thoughts.

Manolis’ poems are filled with words, words with idiosyncratic meaning, depth and originality, substantive words, he rarely uses adjectives, words-verbs that turn his writing into a dynamic mix, words that refer to futility, revelation, discovery, wandering, music, reward, promise, independence, virtue, spirit, memory, adventure, justice, prayer, forgetfulness, greediness, words about the undertaker, the priest, the teacher, the doctor, the philosopher, and finally the poet.

Pain overflows in these verses and the pain we mention is none other than Rilke’s pain, the pain of a world that exists in its meteoric position, a world in flux and always confused, a world that lacks vision and henceforth it falls into the trap of indifference.

Manolis’ writing is full of symbolism and hints, it is the writing of the searching mind that wonders who the Übermensch may be and how we may be able to seek and reach Him and all this without any simpleminded sentimentalisms. Each poem hides a story inside it and at the end of each poem the poet adds the flatulence where he recounts who are his favored people.

Übermensch can be termed as an unusual poetry book yet a book with a clear vision and an optimistic point of view of the world and life in general.

 

~Nicol Georgopoulos Liantinis, professor of philosophy, Kapodistrian University of Athens.

Advertisements

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ;

 

Η κάθε λέξη είναι ένα θαύμα — είπε ο Αλέξανδρος. Σηκώνω

μια μικρή πέτρα, βρίσκω δυο μερμήγκια — το `να κουτσαίνει,

στέκομαι στο παράθυρο, ρίχνω τα μύγδαλα στο δρόμο, βλέπω

τον όμορφο δρομέα να χάνεται κάτω απ’ τα δέντρα. Ακούγεται

το κουδούνι της πόρτας. Πριν ανοίξω, μπαίνει η Ουρανία

κρατώντας ένα δίσκο σκεπασμένο με τα χαμένα κλειδιά μου.

 

 

 

CERTAINTY ?

 

Every word is a miracle – Alexander said. I lift

a small stone, I find two ants – one of them limps;

I stand by the window, I throw the almonds down the street; I see

the handsome runner vanishing under the trees. The doorbell

is heard. Before I open, Urania enters

holding a covered platter with my lost keys.

 

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

merging dimensions cover

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ — ΚΡΙΤΙΚΗ

 ~João da Penha

 

ΠΟΙΗΤΗΣ, ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

 

Αν πάρουμε σαν παράδειγμα το τραγούδι του Frank Sinatra που λέει ότι, όλοι τραγουδούν αλλά μόνον δέκα με δώδεκα τραγουδιστές υπάρχουν, μπορούμε να πούμε ότι μόνο τόσοι λίγοι αληθινοί ποιητές υπάρχουν στον κόσμο — εδώ και παντού, ποιητές του χθές ή σημερνοί. Κι υποπτεύομαι ότι δεν θα υπάρξουν ποτέ πολλοί ή τουλάχιστον δεν θα υπάρξουν πολλοί εξαιρετικοί. Κι είμαι σίγουρος πως δεν θα υπάρξουν τόσοι πολλοί όσα τα βιβλία ποίησης που εκδίδονται και προωθούνται από οικονομικά ισχυρούς φορείς και με τίτλους που είναι μόνο για να εντυπωσιάσουν. Συναντούμε πολλές ποιητικές εξαασκήσεις κάνουν ακριβώς αυτό: μιαν εξάσκηση ή φαντάζονται ότι κάνουν. Αλλά εκείνοι που γράφουν εξαιρετική ποίηση είναι λίγοι από λίγους χαρισματικούς που ανήκουν σε μια ξεχωριστή κλάση ανθρώπων.

 

Ο Schiller είπε ότι δεν αρκεί να γράψει κανείς καλούς στίχους για να αυτοονομαστεί ποιητής γιατί ο καθένας κι απανταχού μπορεί να γράψει μερικούς στίχους αλλά αυτοί που γράφουν εξαιρετική ποίηση είναι πολύ λίγοι όπως ανέφερα πιο πάνω. Μόνον η μικρή αυτή κλάση ανθρώπων έχει το χάρτη του μονοπατιού. Κι όσοι το έχουν και γνωρίζουν πώς να το διαβάζουν, και ξέρουν πώς να το εξηγούν, αυτοί μόνο ηγούνται και οδηγούν όλους τους άλλους, όλους μας εννοώ, που αποτελούμε την ομάδα των δημιουργών-ποιητών, προς τον τόπο της ποίησης, κι αν είμαστε ευαίσθητοι στα των Μουσών θα καταλάβουμε. Οι υπόλοιποι θα κάνουν απλά τουρισμό.

 

Ο Eric Ponty, που μετέφρασε το βιβλίο ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη στην Πορτογαλική γλώσσα, έχει το χάρτη του μονοπατιού γιατί είναι ο ίδιος ένας αυθεντικός ποιητής κι η ωριμότητά του είναι ολοφάνερη, όπως μας υπογραμίζει η έκδοση του “Retirement Boy Goes to the Circus in Brodowski” (Εκδόσεις Μούσα, Σάο Πάολο, Βραζιλία, 2003).

 

Στο βιβλίο του Μανώλη Αλυγιζάκη, ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ που μετέφρασε ο Eric Ponty και συγκεκριμένα στο ποίημα, ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ,

 

ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

 

Στον ήλιο του Απόλλωνα μεγάλωσα

 

λεπτά εκφραστικά

μόνος στα σκοτεινά

πρoτού τα μάτια ανοίξω

είχα για συνοδία

το νόμο της αποτυχίας

 

που εγεννήθηκα τυφλός

μ’ είπαν κι αιρετικό

μια επανάσταση στη γέννησή της

πριν καν μια λέξη να ειπώ

κλάμα λυπητερό ή πόνου

 

συγκέντρωσα όλη τη δύναμή μου

το ραντεβού μου με το θάνατο εταχτοποίησα

ώρες πριν γεννηθώ

στα χέρια της μητέρας

νιογένητη γιορτή

λάθος επιτρεπταίο

 

δυο πόδια για να περπατώ

μία καρδιά

για να αισθάνομαι

κι άλλα ανθρώπινα

μεγαλοσύνης σύσσημα

 

Η ανάπτυξη του ποιήματος αυτού αποδεικνύει ότι ο χώρος του ποιητή δεν υποκλείνεται μπροστά σε καθορισμένους λεκτικούς και κανόνες αλληλουχίας που κυβερνούν τον κόσμο της εμπειρίας (τίποτα δεν είναι πιο πραγματικό απ’ το τίποτα, είπε ο Δημόκριτος) κι οι ποιητές το γνωρίζουν αυτό καλά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει και το ειδικό λογικό. Ειδικό αλλά όχι αμφισβηταίο ή αυθαίρετο. Ειδικό γιατί οι ποιητές κατέχουν το “κλειδί του βασιλείου”.

 

Ο Croce και ο Vossler, τώρα που το θυμήθηκα, πολέμισαν ένα γύρω στη φράση Η Στρογγυλή Τράπεζα είναι τετράγωνη και για τον Ιταλό αναλυτή η φράση αυτή δηλώνει ότι δεν υπάρχει καθόλου λογική έννοια, ενώ ο Γερμανός αναλυτής έλαβε τη φράση αυτή σαν αληθινή, από αισθητική και γραμματολογική άποψη αδιαφορώντας για το λογικά αδύνατο. Ο Vossler κι “άλλοι πολλοί πριν και μετά απ’ αυτόν κατάλαβαν ότι οι ποιητές είναι ο μόνοι που δημιουργούν την πραγματικότητα. Στην κυριολεξία οι ποιητές δημιουργούν κόσμους όπως στα ποιήματα του Μανώλη Αλυγιζάκη που μετέφρασε ο Eric Ponty, μουσικός αλλά και ποιητής, που ακολουθούν τη συμβουλή του Wagner ότι ο ποιητής τονώνει το αντιληπτό του ανθρώπου και τον οδηγεί στο να κάνει νέους συνδυασμούς του αντιληπτέου έχοντας σαν οδηγό την αισθητική του αντίληψη.

 

Αν, όπως μας λέει ο Eric Ponty σ’ ένα απ’ τα ποιήματα αυτά,

 

στα χέρια της μητέρας

νιογένητη γιορτή

λάθος επιτρεπταίο

δυο πόδια για να περπατώ

 

είναι εξ ίσου αληθινό και πρέπει πάντα να δίνουμε προσοχή στο τί μας λένε οι ποιητές (λίγοι εξηγούν τις λέξεις καλύτερα απ’ τους ποιητές, γείτονες των φιλοσόφων). Ο Eric Ponty, στο απόγειο της δημιουργικής του καρριέρας, μας λέει και μας υπογραμμίζει πολλά αφού η μετάφραση των ποιημάτων ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ του Κρητικού-Καναδού ποιητή, συγγραφέα και μεταφραστή Μανώλη Αλυγιζάκη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ποιητικό αριστούργημα.

 

“…για τη συνεχή του αντανάκλαση-ενδοσκόπηση και λυρική φωνή και τον τρόπο που βλέπει την ύπαρξη όχι σαν ένα στείρο αντικείμενο, αλλά σαν ένα σύνθετο δυναμικό που έχει τη δική του εξαιρετική και ιδιόμορφη εικόνα του αληθινού…” όπως μας λέει ο ποιητής-κριτικός Ηλίας Τουρτίδης, είναι αναγκαίο να δώσουμε προσοχή στη φωνή του Μανώλη Αλυγιζάκη μέσω της μετάφρασης του Eric Ponty που είναι ένας ταλαντούχος σημερνός ποιητής.

 

 

~ João da Penha, δημοσιογράφος, συνταξιούχος καθηγητής, που έχει συναργαστεί με πάμπολλα λογοτεχνικά περιοδικά κι εφημερίδες. Επίσης συγγραφέας πολλών βιβλίων όπως των What Is Existentialism (Brasiliense, 2011, 17. ed.) And Philosophical Periods (Ática 2000, 4. ed.). Έχει μεταφράσει για λογοτεχνικά περιοδικά κι εφημερίδες ποίηση των Ρώσων  Sierguêi Iessiênin and Alieksandr Blok και διηγήμτα των José María Argüedas, Júlio Cortázar and Gabriel García Márquez, που εκδόθηκανστη λατινική Αμερική.

 

 

 

SECOND ASDVENT OF ZEUS REVIEW

By João da Penha

 

 

POET, OF FACT.

 

 

Singing, everyone sings, but singers only about ten or twelve.

 

The boutade, they say, is by Frank Sinatra, whose remarkable vocal skills – it seems to me – have not been contested to this day.

To paraphrase the song of the great American singer, it can be said that there are not so many poets like this in the world – here and elsewhere, yesterday and today. I suspect that there will never be many poets, or at least many great poets. At least, I am convinced, not as many as the growing number of edited collections suggest, by marketing strategy arts, just under hyperbolic titles. Many poetic exercise exercises it, or imagine exercising it. But to make great poetry is grace granted to a minority; to a caste of elect, therefore.

Schiller, by the way, has already warned that it is not enough to create good verses so that its author considers himself a poet. Now, to do verses, almost everyone, at some point in life, has already done. To make POETRY, however, is the road traveled by the minority referred to above. Only she, this chosen caste, has the map of the trail. Whoever holds it, who knows how to read it, interprets its coordinates, leads the others, that is, all of us, who have formed this majority, as creators, of the poetic territory, only by traveling, if sensitive to the Muses, as travelers. For the senseless, the tour of this territory will be nothing more than mere tourism.

Eric Ponty has the map of the trail. He is an authentic poet. Maturity is everything, the supreme bard in the “King Lear” told us. Poet, owner of his craft, poet who reached the full domain of poetic making.

His poetic virtuosity, Ponty has already shown and demonstrated in the magnificent “Retirement Boy Goes to the Circus in Brodowski” (Musa Publishing House, São Paulo, 2003.) In this book with its translation, our poet only makes it reaffirmed. For example when translating this stanza of Manolis’ poem Apollo, which reminds us of Paul Valéry’s Socratic prose in Eupalinos Lame et la Danse Dialogue De L arbre:

 

APOLLO

 

And I grew under Apollo’s sun

 

minutes of expressiveness

alone in darkness and

before I opened my eyes

I was accompanied

by the law of failure

born blind and

accused of heresy

a revolution in its making

even before I could utter

a groan or a begging cry

 

I gathered all my strength

to pick a date with death

hours before I appeared

in my mother’s arms

newborn festivity

error permitted

two legs just to walk

a heart as if

to feel emotion and

other human traces

of grandeur

 

 

 

APOLO

 

E eu cresci sob o sol de Apolo

 

Minutos de expressividade

Sozinho nas trevas e

Antes de abrir os meus olhos

Eu estava acompanhado

Pela lei da bobagem

 

Nasceu cega e

Acusada de heresia

Uma conflagração na sua fazendo

Mesmo antes que eu pudesse articular

Um suspiro ou um grito a mendigar

 

Eu ajuntei toda minha força

A seleção de uma data com a morte

Horas antes eu semelhava

Nos meus braços da minha mãe

Festa de um recém-nascido

Erro admitido

As duas pernas apenas a pé

Um coração como se

Sentisse à emoção e

Outros traços humanos

Da grandeza

 

This defense can be translated as the recognition that poets inhabit a province where logic does not bow down to the principles that govern the empirical world (nothing is more real than nothing, pre-Socratic Democritus preached). Poets know that. That’s why your particular logic. Particular, but not arbitrary. Particular because only they have the “kingdom key”.

Croce and Vossler, the memory comes to me now, they polemicized around the phrase: “The round table is square”. For the Italian thinker, the phrase would sum up to a total absence of meaning, illogical, while the German critic saw it as true, aesthetically and grammatically valid, caring little that logically impossible. Vossler, like so many others, before and after him, realized that the poet is the one who creates realities. Poets are creators of worlds. Therefore, in the poems translated by Eric Ponty, a musician, as well as a poet, he follows the Wagnerian advice that the poet does nothing but stimulate the understanding, leading the reader to make new combinations on the subject already known by means of sensory perception.

If, as Ponty tells us in one of the translated poems, “In My Mother’s Arms /newborn festivity / error permitted / two legs just to walk” it is equally true that we should listen to what poets have to say (few decipher the world better than poets, neighbors to philosophers). Eric Ponty, at the height of his creative force, has much to tell us through these translations as he did with Manolis-a Canadian Greek poet who’s credit is The Second Advent of Zeus a masterful piece.

 

“…for his sustained reflection, for a lyrical voice, and an invitation to see life not as a barren subject, but as a complex dynamic that has its own extraordinary design and imago of truth” as Ilya Tourtidis tells us, it is urgent that we listen to Manolis’ voice through the translation of the poet-translator Ponty, one of the most talented of his time.

 

 

 

João da Penha, a journalist and retired professor, collaborated in cultural publications such as Encounters with Brazilian Civilization, Cult and Tempo Brasileiro. Author, among other books, of What Is Existentialism (Brasiliense, 2011, 17. ed.) And Philosophical Periods (Ática 2000, 4. ed.), Translated for magazines and newspapers poems by Russians Sierguêi Iessiênin and Alieksandr Blok, and short stories By José María Argüedas, Júlio Cortázar and Gabriel García Márquez, published in The first short stories of ten masters of Latin American narrative (Paz e Terra, 1978). How to read Wittgenstein. São Paulo: Paulus, 2013.

 

 

 

cover

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Τον συναντούσα συνήθως στη σκάλα, καμιά φορά ερχόταν στην

κάμαρά μου και μάζευε τις σκόρπιες καρφίτσες απ’ το πάτωμα, “θα

τις πάω στη Μαρία” έλεγε και σα να ντρεπόταν που η Μαρία είχε

πεθάνει — ύστερα όλα άλλαξαν, το σπίτι σκοτείνιασε, μόλις μπο-

ρούσες να ξεχωρίσεις τ’ αλλοτινά σημάδια, στο δρόμο έφεγγε ένα

κηροπήγιο σα να `ταν κάτι, λέει, κάτω απ’ το χώμα που δεν έπρε-

πε να το ξεχάσουμε, “κι εσύ γιατί σ’ αρέσει να σέρνεσαι σαν το

σκουλήκι” μου λέει, “Κύριε, θέλω να προλάβω” του λέω κι όταν

ακούστηκε το τραίνο που σφύριζε για δεύτερη φορά, «εδώ τελειώ-

νουν τα όνειρα» είπε κι έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα πάνω σ’ όλον

το μάταιο κόσμο.

 

 

 

GOODBYE

 

I would usually meet him by the stairs at times he would come to

my room to pick the thrown pins from the floor, “I’ll give them

to Maria” he would say as if embarrassed that Maria had died —

then everything changed, the house got dark, you could hardly

discern the old wounds; in the street a candle was lit as if

they said, there was something under the soil we shouldn’t forget

“and you, why you like to crawl like a worm?” He said to me “Sir

I try to make it on time” I said to him and when the train was heard

whistling for the second time, “here end the dreams” he said and

it rained an unrelenting rain over the whole futile world.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

nostos and algos cover

ΟΡΚΟΣ

Στάθηκε στο παραπέτο του παλιού κάστρου.
Από κάτω μας η πεινασμένη άβυσσο.
Λίγο βαθύτερα η θάλασσα λαμποκοπούσε
κι ημερωμένα κύματα χαιδεύαν
το κίτρινο αμμουδερό ακρογιάλι.

Τότε σήκωσε το χέρι του οριζόντια
λες κι ορκιζόταν στον ήλιο
σαν να υποσχόταν να ξαναγυρίσει
μιαν άλλη φορά σαν χρειαστούμε
κάποιον που να σταθεί ενάντια
στην απληστία τών μερικών
που βολεμένοι και παχουλοί
στη χαώδη χόρταση κολυμπούν.

Μα το κάστρο τούτο που δεν ανεχόταν
ηγέτες με τις παρωπίδες, έτριξε κι ίσως
γι’ αυτό κι ο ήρωάς μας επέμενε να δείχνει
σαν άπατη άβυσο τη θάλασσα.

Κι αφού σιγοπερπάταγε
στην άκρη του τειχιού
κι αφού έκανε το σταυρό του
αφέθηκε στη λύτρωση του μηδενός.
OATH

He stood at the edge of the old castle’s parapet
below it the hungry abyss and
even lower the gleaming sea
ready to splash its first wave
onto the yellow soft sandy beach

when he raised his arm
as if taking an oath
as if promising to come back
at another time when we’d need
one to stand against
the greed and gluttony of the few
who comfortable and fat
dwelled in their satiation.
Yet the old castle that couldn’t tolerate
leaders with blinkers, it creaked
as our hero insisted pointing
the endless abyss of the sea

and stepping on the parapet’s edge
he crossed himself over
then flew into
the deliverance of emptiness

~NOSTOS AND ALGOS, Ekstasis Editions, Victoria BC, 2012

 

Hear Me Out_cover_Jun9.indd

http://www.spreaker.com/user/6314317/air-play-poetry-corner-hear-me-out

On the Kitchen Counter

Good morning my love,
The day is of course just starting for me, although passed three
in the afternoon, but you see, I dedicate all my night to think of
you as I go to the various bars with my friends.
Yesterday I mused that three months have already gone since we
separated, three months that I haven’t found refuge in that little
dip of your chest. There where I told you it was my secret cave,
where I felt secure.
I mused that lone moment of summer when we lied down on the
beach and the sun burnt us, I dripped a few drops of sea water to
quench the thirst I had for your love.
I get up at noon I return home almost at daybreak.
Empty as always since you left, the house welcomes me with the
radio being on since morning and the lights set on the timer.
Toast and Happy Hippo cheese are my evening meal along with
pills for the hangover.
And tears ready to run down my cheeks.
This will pass, no matter what, it’ll pass.
I remember one time when we returned home after a night
at the bouzoukia, we prepared an omelette and fried bread
because we were hungry.
Then after we ate we left the plates on the table and made love
on the kitchen counter. At daybreak, before we went to bed
hugging each other to go to sleep.
Unique moments! Our love was such, as long as it lasted.
Yet it left a deep scar behind, a scar that refuges to heal and like
a cancer eats me up from within.

Στον πάγκο της κουζίνας

Καλημέρα, αγάπη μου!
Η μέρα βέβαια αρχίζει για μένα τώρα, που είναι πια περασμένες τρεις το μεσημέρι, αλλά βλέπεις, το βράδυ μου το αφιερώνω όλο για να σκέφτομαι εσένα, ενώ τριγυρνάω με αδιάφορες παρέες στα μπαράκια.
Αναλογιζόμουν χτες πως πέρασαν κιόλας τέσσερις μήνες που δεν είμαστε μαζί, που έχω να χωθώ στη λακκουβίτσα του στέρνου σου.
Εκεί που σου ’λεγα πως είναι η μυστική σπηλιά μου, που όταν βρίσκομαι δεν φοβάμαι πια τίποτα και κανέναν.
Θυμήθηκα εκείνη τη μοναδική στιγμή του καλοκαιριού, που όπως ήμασταν ξαπλωμένοι στην παραλία και μας έψηνε ο ήλιος, σου ‘σταξα μέσα της νερό απ’ τη θάλασσα και μετά το ήπια από ’κει, για να ξεδιψάσω τον έρωτά μου για σένα.
Ξυπνάω το μεσημέρι, Γυρίζω σπίτι μου τα ξημερώματα…
Άδειο, όπως πάντα, από τότε που έφυγες, το σπίτι, με καλωσορίζει με το ραδιόφωνο, που παίζει απ’ το πρωί και τα φώτα που ανάβουν με χρονοδιακόπτη, όταν σκοτεινιάζει.
Παξιμάδια, τυρί και Happy Hippo, το βραδινό μου, μαζί με τα χάπια για τον πονοκέφαλο απ’ το αλκοόλ.
Και τα δάκρυα στα μάτια μου, έτοιμα να κυλήσουν στα μάγουλά μου.
Θα περάσει, πού θα πάει! Θα περάσει.
Θυμάμαι μια φορά, που είχαμε γυρίσει ξημερώματα απ’ τα μπουζούκια και πριν κοιμηθούμε, φτιάξαμε ομελέτα και τηγανητό ψωμί, γιατί πεινούσαμε.
Και μετά, αφήσαμε τα πιάτα στο τραπέζι και κάναμε έρωτα στον πάγκο της κουζίνας. Ξημερώματα, πριν πάμε να κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι μας.
Στιγμές μοναδικές! Έτσι ήταν όλη η αγάπη μας, όσο κράτησε.
Η αγάπη, όχι η συμβίωση.
Αυτή τράβηξε πολύ κι άφησε πίσω της μια ύπουλη πληγή, που δε λέει να γιατρευτεί και δουλεύει από μέσα, σαν σαράκι.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca

 

cover

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.
ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca, 2014
http://www.libroslibertad.ca

elyths

ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ // THE LITTLE CYCLADES

ΤΑ ΕΛΛΗΝΑΚΙΑ

Τον Μάρτη περικάλεσα
και τον μικρό Νοέμβρη
τον Αύγουστο τον φεγγερό
κακό να μη μας έβρει

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
είμαστε δυο Ελληνάκια
μες τα γαλάζια πέλαγα
και στ’ άσπρα συννεφάκια

Γιατ’ είμαστε μικρά παιδιά
κι η αγάπη μας μεγάλη
που άν τη χωρέσουμε απ’τη μια
περσεύει από την άλλη

Κύματα σύρετε ζερβά
κι εσείς τα σύννεφα δεξιά
Φάληρο με Πειραιά
μια γαλανή σημαία

 

THE LITTLE GREEKS

March I begged and then
I begged the little November
I begged the moonlit August
that evil never finds us

Because we’re little children
two little Greeks we are
Amid the azure pelagos
and the small white clouds

Because we’re little children
and our love is so great
that if we fit it on one side
it overflows the other

Waves pull to the left
and clouds to the right
Pireus and Phaleron
a banner blue and white.

~Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis

 

 

s

Kostis_Palamas

MOTIONLESS LIFE

And for the temple I struggled to create
a statue on this rock: my body,
to place it naked, and to spend my life
to spend my life and never die

and I created it. And people, latest worshipers
before the wooden statues badly dressed
felt the thrill of anger and fear’s shiver
and saw the statue and I as combatants.

And they thrashed the statue and sent me to exile.
And to the foreign lands I led my steps
yet before it I offered a strange sacrifice
I dug a hole and deep into it I buried my statue.

And I whispered to it: “unseen spend your days
along with the roots and ancient ruins,
until your time comes, invincible flower that you are
even temple longs to dress your godly nakedness!”

And with his wide open mouth and voice of a prophet
the hole spoke: “No temple, nor depth, nor light, alas.
For here, for there, nowhere your flower, oh, master craftsman!
Let it for ever vanish in the un-rummaged hole.

It may never have its time! Yet if it appears
let the temple shine filled by the people’s statues
immaculate the statues and the all-great sculptors
come back, a phantasm, during the night of the tombs!

Today’s day came early, tomorrow’s will be late
the dream won’t rescue you, the dawn you wish will never coma
with the longing of immortality you can’t reach, stay,
a hunter of the cloud, Praxiteles of the shadow.

The present and tomorrow’s things, snares and seas, all
tools of your drowning and tricky visions
farther from your glory, single violet in the garden
and you will wither, you better learn, and you will die.”

And I answered: “Let me wither and let me die!
Creator I also am with my mind and all my heart
let the tomb consume my flesh, perhaps my fast passing
through worthy is more than all the immortal.”
Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ

 

Και τ᾿ άγαλμα αγωνίστηκα για το ναὸ να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ὁλόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.

και το ῾πλασα. Κ᾿ οι ἄνθρωποι, στενοὶ προσκυνητάδες
στα ξόανα τ᾿ ἄπλαστα μπροστὰ και τα κακοντυμένα,
θυμοῦ γρικῆσαν τίναγμα και φόβου ἀνατριχάδες,
κ᾿ είδανε σαν ἀντίμαχους και τ᾿ αγαλμα κ᾿ εμένα.

Και τ᾿ άγαλμα στα κύμβαλα, κ᾿ ἐμὲ στην ἐξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ᾿ έθαψα στὸ λάκκο τ᾿ άγαλμά μου.

Και του ψιθύρησα: «Άφαντο βυθίσου αὐτοῦ και ζῆσε
με τα βαθιὰ ριζώματα και με τ᾿ ἀρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ᾿ η ώρα σου, αθάνατ᾿ άνθος είσαι,
ναὸς να ντύση καρτερεῖ τη θεία δική σου γύμνια!»

Και μ᾿ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνὴ προφήτη,
μίλησ᾿ ο λάκκος: «Ναὸς κανείς, βάθρο ούτε, φώς, του κάκου.
Για δώ, για κει, για πουθενὰ το ἄνθος σου, ώ τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ᾿ στ᾿ άψαχτα ενὸς λάκκου.

Ποτὲ μην έρθ᾿ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστὸς θα λάμπη και ο ναὸς απὸ λαὸ αγαλμάτων,
τ᾿ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ᾿ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

Το σήμερα είτανε νωρίς, τ᾿ αύριο αργὰ θα είναι,
δέ θα σου στρέξη τ᾿ όνειρο, δε θάρθ᾿ η αὐγὴ που θέλεις,
με τον καημὸ τ᾿ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητὴς του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

Τὰ τωρινὰ και τ᾿ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ᾿ τη δόξα σου και μία του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»

Κ᾿ εγὼ ἀποκρίθηκα: «Άς περάσω κι άς πεθάνω!
Πλάστης κ᾿ εγὼ μ᾿ όλο το νου και μ᾿ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι άς φάη το πλάσμα μου, ἀπὸ τ᾿ αθάνατα όλα
μπορεῖ ν᾿ αξίζει πιο πολὺ το γοργοπέρασμά μου».

~Κωστή Παλαμά, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Kostis Palamas
Kostis Palamas (Greek: Κωστής Παλαμάς; 13 January 1859 – 27 February 1943) was a Greek poet who wrote the words to the Olympic Hymn. He was a central figure of the Greek literary generation of the 1880s and one of the cofounders of the so-called New Athenian School (or Palamian School, or Second Athenian School) along with Georgios Drosinis, Nikos Kampas, Ioanis Polemis.
Born in Patras, he received his primary and secondary education in Mesolonghi. In 1880s, he worked as a journalist. He published his first collection of verses, the “Songs of My Fatherland”, in 1886. He held an administrative post at the University of Athens between 1897 and 1926, and died during the German occupation of Greece during World War II. His funeral was a major event of the Greek resistance: the funerary poem composed and recited by fellow poet Angelos Sikelianos roused the mourners and culminated in an angry demonstration of a 100,000 people against Nazi occupation.
Palamas wrote the lyrics to the Olympic Hymn, composed by Spyridon Samaras. It was first performed at the 1896 Summer Olympics, the first modern Olympic Games. The Hymn was then shelved as each host city from then until the 1960 Winter Olympics commissioned an original piece for its edition of the Games, but the version by Samaras and Palamas was declared the official Olympic Anthem in 1958 and has been performed at each edition of the Games since the 1960 Winter Olympics.
The old administration building of the University of Athens, in downtown Athens, where his work office was located, is now dedicated to him as the “Kosti Palamas Building” and houses the “Greek Theater Museum”, as well as many temporary exhibitions.
He has been informally called the “national” poet of Greece and was closely associated with the struggle to rid Modern Greece of the “purist” language and with political liberalism. He dominated literary life for 30 or more years and greatly influenced the entire political-intellectual climate of his time. Romain Rolland considered him the greatest poet of Europe and he was twice nominated for the Nobel Prize for Literature but never received it. His most important poem, “The Twelve Lays of the Gypsy” (1907), is a poetical and philosophical journey. His “Gypsy” is a free-thinking, intellectual rebel, a Greek Gypsy in a post-classical, post-Byzantine Greek world, an explorer of work, love, art, country, history, religion and science, keenly aware of his roots and of the contradictions between his classical and Christian heritages.

Κωστής Παλαμάς

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 – Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής. Επίσης, είχε σπουδάσει και ως θεατρικός παραγωγός της ελληνικής λογοτεχνίας
Γεννήθηκε στην Πάτρα στις 13 Ιανουαρίου 1859 από γονείς που κατάγονταν από το Μεσολόγγι. Η οικογένεια του πατέρα του ήταν οικογένεια λογίων, με αξιόλογη πνευματική δραστηριότητα, και ασχολούμενων με τη θρησκεία. Ο προπάππος του Παναγιώτης Παλαμάς (1722-1803) είχε ιδρύσει στο Μεσολόγγι την περίφημη “Παλαμαία Σχολή” και ο παππούς του Ιωάννης είχε διδάξει στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Ο θείος του Ανδρέας Παλαμάς υπήρξε πρωτοψάλτης και υμνογράφος, τον οποίο ο Κωστής Παλαμάς αναφέρει στα “Διηγήματά” του (Β’ έκδοση, 1929, σελ. 200). Ο Μιχαήλ Ευσταθίου Παλαμάς (αδελφός του Ανδρέα) και ο Πανάρετος Παλαμάς ήταν ασκητές. Ο Δημήτριος Ι. Παλαμάς, επίσης θείος του Κωστή, ήταν ψάλτης και υμνογράφος στο Μεσολόγγι.
Όταν ο ποιητής ήταν 6 χρονών έχασε και τους δύο γονείς του σε διάστημα σαράντα ημερών (Δεκέμβριος 1864-Φεβρουάριος 1865). Στενοί συγγενείς ανέλαβαν τότε τα τρία παιδιά της οικογένειας, το μικρότερο αδερφό του η αδερφή της μητέρας του και εκείνον και το μεγαλύτερο αδερφό του ο θείος τους Δημήτριος Παλαμάς, που κατοικούσε στο Μεσολόγγι. Εκεί έζησε από το 1867 ως το 1875 σε ατμόσφαιρα μάλλον δυσάρεστη και καταθλιπτική, που ήταν φυσικό να επηρεάσει τον ευαίσθητο ψυχισμό του, όπως φαίνεται και από ποιήματα που αναφέρονται στην παιδική του ηλικία.
Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1875, όπου γράφτηκε στην Νομική Σχολή. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις σπουδές του αποφασισμένος να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Το πρώτο του ποίημα το είχε γράψει σε ηλικία 9 ετών, μιμούμενος τα πρότυπα της εποχής του, “ποίημα για γέλια”, όπως το χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος. Η αρχή του ποιήματος εκείνου ήταν: “Σ΄ αγαπώ εφώνησα, / κι εσύ μ΄ αστράπτον βλέμμα /Μη – μ΄ απεκρίθης – μη θνητέ, / τολμήσης να μιάνης / δια της παρουσίας σου / τας ώρας τας ωραίας / που έζησα στον κόσμον /…”.
Από το 1875 δημοσίευε σε εφημερίδες και περιοδικά διάφορα ποιήματα και το 1876 υπέβαλε στον Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό την ποιητική συλλογή Ερώτων Έπη, σε καθαρεύουσα, με σαφείς τις επιρροές της Α’ Αθηναϊκής Σχολής. Η συλλογή απορρίφθηκε με το χαρακτηρισμό “λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα”. Η πρώτη του αυτοτελής έκδοση ήταν το 1878 το ποίημα “Μεσολόγγι”. Από το 1898 εκείνος και οι δύο φίλοι και συμφοιτητές του Νίκος Καμπάς (με τον οποίο μοιραζόταν το ίδιο δωμάτιο) και Γεώργιος Δροσίνης άρχισαν να συνεργάζονται με τις πολιτικές-σατιρικές εφημερίδες “Ραμπαγάς” και “Μη χάνεσαι”. Οι τρεις φίλοι είχαν συνειδητοποιήσει την παρακμή του αθηναϊκού ρομαντισμού και με το έργο τους παρουσίαζαν μια νέα ποιητική πρόταση, η οποία βέβαια ενόχλησε τους παλαιότερους ποιητές, που τους αποκαλούσαν περιφρονητικά “παιδαρέλια” ή ποιητές της “Νέας Σχολής”.
Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου στη δημοτική γλώσσα, η οποία εναρμονίζεται απόλυτα με το κλίμα της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Το 1887 παντρεύτηκε τη συμπατριώτισσά του Μαρία Βάλβη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά, μεταξύ των οποίων και ο Λέανδρος Παλαμάς. το 1889 δημοσιεύτηκε ο Ύμνος εις την Αθηνάν, αφιερωμένος στη γυναίκα του, για τον οποίο βραβεύτηκε στον Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό την ίδια χρονιά. Ένδειξη της καθιέρωσής του ως ποιητή ήταν η ανάθεση της σύνθεσης του Ύμνου των Ολυμπιακών Αγώνων, το 1896. Το 1898, μετά το θάνατο του γιου του Άλκη σε ηλικία τεσσάρων ετών, δημοσίευσε την ποιητική σύνθεση “Ο Τάφος”. Το 1897 διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου αποχώρησε το 1928. Από την ίδια χρονιά (1897) άρχισε να δημοσιεύει τις σημαντικότερες ποιητικές του συλλογές και συνθέσεις, όπως οι “Ίαμβοι και Ανάπαιστοι” (1897), “Ασάλευτη Ζωή” (1904), “ο Δωδεκάλογος του Γύφτου” (1907), “Η Φλογέρα του Βασιλιά” (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, της οποίας έγινε πρόεδρος το 1930.
Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Κωστής Παλαμάς μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους διανοούμενους ολόκληρου του κόσμου, με την οποία αφενός μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, διέγειρε την παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.
Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση). Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.
Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940).[3] Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935).[4]
Σήμερα “τιμής ένεκεν” φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.
Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.

cover

ΓΙΟΡΤΗ

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί τα γράφω όλα αυτά, κι αν θα
παρηγορήσουν ποτέ κανέναν, προτιμούσα, λοιπόν, να μένω γονα-
τιστός (ήταν το δικό μου σπίτι) όμως, γρήγορα έχανα τον ειρμό με
τον ίσκιο εκείνων των μεγάλων φτερών πάνω στον τοίχο, ενώ
ήμουν ολομόναχος στην κάμαρα, έτρεχα τότε στο απάνω πάτωμα,
ψάχνοντας, κι ύστερα πιο πάνω, ως πέρα τους εξώστες. Ώσπου
όταν ξανακατέβαινα είχε τελειώσει η γιορτή.
Άνοιγα τότε την πόρτα και κοίταζα ήρεμος τη νύχτα, επειδή
τίποτα δεν άλλαζε, κι ο καθένας ζει με τον τρόπο του την αιώνια
παραπλάνηση.

CELEBRATION

Sometimes I question myself why do I write all these and if
they’ll ever console someone therefore I preferred to kneel (this
was my own house) however I could lose my composure with
those shadows of feathers on the wall while I was all alone in
the room; then I would run to the upper floor searching, even
higher to the balcony. Until when I would come back down
the celebration was over.
Then I opened the door and I, serene, looked into the night
because nothing had changed and everyone lived the infinite
deception in their own way.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com