Archive for the ‘Έλληνες ποιητές’ Category

cover

 

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

 

Καμιά φορά τα βράδια, ιδιαίτερα όταν βρέχει, ο νους μου τα-

ξιδεύει — πιο συχνά στα παιδικά μου χρόνια. Και τότε ξεπροβάλλει

ο καθηγητής του βιολιού. Φορούσε μια ξεθωριασμένη ρεντικότα και

μια περούκα μαδημένη — γελούσαμε μαζί του. Αλλά όταν μετά το

μάθημα έμπαινε η μητέρα στην κάμαρα (για χάρη της ίσως) έπαι-

ζε κάτι διαφορετικό — μια μελωδία ήρεμη και σοβαρή που μας

έκανε να σοβαρευόμαστε κι εμείς άξαφνα, σα να μαντεύαμε αόριστα

ότι στο βάθος η μουσική δεν είναι πάθος ή όνειρο, νοσταλγία ή

ρεμβασμός

αλλά μια άλλη δικαιοσύνη.

 

 

MUSIC

 

Sometimes at night especially when it rains my mind

travels — quite often to my childhood years. Then the violin

teacher would appear. He wore a faded morning coat and his

disheveled hair piece — we laughed at him. But when after

the lesson my mother would enter the room (for her perhaps)

he would play something different — an harmonious melody

and solemn enough that we suddenly got saddened as if vaguely

guessing that at depth music wasn’t passion or dream, nostalgia

or reverie

but a different kind of justice.

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Ritsos_front large

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

 

Σ’ αυτό το αέτωμα τί ωραία που συμπλέκονται άνθρωποι κι άλογα—

μέλη γυμνά, γωνίες, καμπύλες, οι θεσπέσιες στάσεις των ποδιών

οι χαίτες,

τα μάρμαρα αναπνέουν, αχνίζουνε στον ήλιο. Ένα άλογο αφηνιάζει,

πηδάει το φράχτη, τριποδίζει. Πίσω του τρέχουν νεαροί επαρχιώτες

βγαίνοντας απ’ τα λαϊκά λουτρά. Τ’ άλογο φτάνει στ’ ακρογιάλι,

υψώνει το λαιμό, κοιτάει τη θάλασσα, ο ορίζοντας σπιθίζει,

ένα πλοιάριο μ’ εκδρομείς περνάει άκρη άκρη, παίζουν κιθάρες

ρίχνουν ποτήρια στο νερό, σαλεύουνε μαντίλια. Ο θάνατος

ανύπαρκτος μέσα στη διαφάνειά του, εδώ που βασιλεύει

το απόλυτο λευκό, κι ένα άλογο παρατηρεί την απεραντωσύνη,

ενώ στο πίσω αριστερό του πόδι το κομμένο του σκοινί σα βραχιόλι.

 

~Αθήνα, 30-12-79

 

 

HELLENIC LINE

 

On this pediment how nicely the people entangle with the horses –

naked limbs, corners, contours, the exquisite leg positions,

the manes;

the marbles breathe, steam in the sunshine. One horse bolts,

jumps over the fence, canters. Behind it run young provincial men

coming out of common baths. The horse reaches the shore

raises its neck, looks at the sea; the horizon sparkles;

a small craft with vacationers goes by; edge to edge guitars are played;

they toss glasses in the water, they wave handkerchiefs. Death is

inexistent in its diaphaneity, here, where the absolute white reigns,

and a horse observes the immenseness, while on

its left hind leg the severed rope shines like a bracelet.

 

~Athens, 30-12-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

Η ΤΕΛΕΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ

 

Βαριά, σκοτεινά παραπετάσματα πορφυρά ή λαδοπράσινα. Πίσω τους

μεγάλα τρίποδα πιάνα, μπρούτζινα αγάλματα, χρυσόδετοι καθρέφτες,

το φευγαλέο πέρασμα μιας γυναικείας εσθήτας, κι η γυναίκα να λείπει.

Ύστερα κύλησε μια γυάλινη σφαίρα με παράξενο θόρυβο πανένιο.

Το μυστικό που ζητούσε να εκφραστεί γινόταν μυστικώτερο ακόμα.

Ακούγονταν υπόκωφες οι ομιλίες υπηρετών σ’ έναν βαθύτερο χώρο—

ίσως να γδέρναν λαγούς ή να μαδούσαν πουλιά, γιατί, κάθε τόσο,

έπεφταν λίγα πούπουλα χρυσίζοντας πάνω στο σώμα εκείνου

πού `μενε πλαγιασμένος στον κόκκινο τάπητα, ωραίος, μ’ανοιχτά τα χέρια

σαν σταυρωμένος στο πάτωμα, περιμένοντας πάντοτε ωστόσο

(κι αυτό διακρίνονταν στο πονηρό τρεμούλιασμα των κλεισμένων

βλεφάρων)

ν’ αρχίσει η μουσική στα μέσα δωμάτια, να σηκωθεί και να χορέψει.

 

 

PERFECT STAGING

 

Heavy, dark curtains purple or olive green. Behind them

big three-legged pianos, bronze statues, gold-tiled mirrors,

the quick passing of a woman’s bra and the woman is absent.

Then a glass ball rolled with a strange sound as if made of cloth.

The secret yearning to be expressed remained even more secret.

Subterranean voices of servants in a deeper space were heard –

perhaps they were skinning rabbits or plucking bird feathers, because so often

some feathers fell shining like gold over the body of the one

who stayed lying down on the red carpet, handsome, with open arms

as if crucified on the floor, however always waiting

(and this was discerned in the cunning trembling of his closed

eyelids)

the start of the music in the inside rooms that he could stand up and dance.

 

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

The Medusa Glance cover

ΑΓΙΟΠΟΙΗΣΗ

 

Ατελεύτητη παραγωγή σφαιρών

που προορίζονται να βρουν στόχο

στα στήθεια εχθρών σε μακρινό τόπο

 

ατέλειωτα παραγεμισμένα δοχεία

με διαφόρων λογιών σφαίρες

κατά παραγγελία

για ορισμένα σώματα

 

αριθμημένες στη λίστα προϊόντων

ο υπολογιστής εκτιμά

αξιολογεί την επί τις εκατό ακρίβεια

λεπτομερή στοιχεία κατασκευής,

βάρος, μήκος, αντοχή ενάντια

στον αγέρα, στην αμμοθύελλα

εξαιρετική ποιότητα και κατάσταση

πρωτού τις φορτώσουν για το μέτωπο

 

ατέλειωτη παραγωγή σφαιρών

απ’ την εταιρεία

που αγιοποιήθηκε με τον ευφημισμό

ανάδοχος άμυνας

 

 

SAINTHOOD

 

Incessant production of live

killing ammunition destined

to find targets on the chests

of the enemies in the faraway lands

 

endless containers filled

with various sizes of bullets

custom made for specific bodies

numbered on the list of production

 

computers assess and evaluate

percentage of accuracy, detail

structural elements, weight

length, strength against wind,

sand storm, excellence

in fabrication and condition

before they send them to the front line.

 

Incessant production of live

deadly munitions by company

sanctified under the euphemism:

defense contractor

 

 

THE MEDUSA GLANCE, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2017.