Archive for the ‘Έλληνες Καναδοί Ποιητές’ Category

Ritsos_front large

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΗ

 

Σ’ αυτό το αέτωμα τί ωραία που συμπλέκονται άνθρωποι κι άλογα—

μέλη γυμνά, γωνίες, καμπύλες, οι θεσπέσιες στάσεις των ποδιών

οι χαίτες,

τα μάρμαρα αναπνέουν, αχνίζουνε στον ήλιο. Ένα άλογο αφηνιάζει,

πηδάει το φράχτη, τριποδίζει. Πίσω του τρέχουν νεαροί επαρχιώτες

βγαίνοντας απ’ τα λαϊκά λουτρά. Τ’ άλογο φτάνει στ’ ακρογιάλι,

υψώνει το λαιμό, κοιτάει τη θάλασσα, ο ορίζοντας σπιθίζει,

ένα πλοιάριο μ’ εκδρομείς περνάει άκρη άκρη, παίζουν κιθάρες

ρίχνουν ποτήρια στο νερό, σαλεύουνε μαντίλια. Ο θάνατος

ανύπαρκτος μέσα στη διαφάνειά του, εδώ που βασιλεύει

το απόλυτο λευκό, κι ένα άλογο παρατηρεί την απεραντωσύνη,

ενώ στο πίσω αριστερό του πόδι το κομμένο του σκοινί σα βραχιόλι.

 

~Αθήνα, 30-12-79

 

 

HELLENIC LINE

 

On this pediment how nicely the people entangle with the horses –

naked limbs, corners, contours, the exquisite leg positions,

the manes;

the marbles breathe, steam in the sunshine. One horse bolts,

jumps over the fence, canters. Behind it run young provincial men

coming out of common baths. The horse reaches the shore

raises its neck, looks at the sea; the horizon sparkles;

a small craft with vacationers goes by; edge to edge guitars are played;

they toss glasses in the water, they wave handkerchiefs. Death is

inexistent in its diaphaneity, here, where the absolute white reigns,

and a horse observes the immenseness, while on

its left hind leg the severed rope shines like a bracelet.

 

~Athens, 30-12-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2011

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

index

ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ του ΤΟΜΑΣ ΣΤΕΡΝΣ ΕΛΙΟΤ

 

ΙΙ

 

Και τώρα που σνθίζουν οι κρίνοι

έχει ένα βάζο μα κρίνους στο δωμάτιο της

και συστρέφει το δάχτυλο της καθώς μιλεί

Ω, φίλε μου δεν ξέρεις, δεν ξέρεις

τί είναι η ζωή, εσύ που την κρατάς στα χέρια σου

(αργά αργά μετατοπίζοντας τους κρίνους)

Την αφήνεις να κυλήσει μακριά σου

κι η νειότη είναι σκληρή, δεν μετανιώνει

και χαμογελά σε  κάθε τι που δεν μπορεί να δει.

Χαμογελώ φυσικά

και συνεχίζω να πίνω το τσάι μου.

Κι όμως μ’ αυτά τα ηλιοβασιλέματα του Απρίλη,

για κάποιο λόγο ανακαλώ την πεθαμένη μου ζωή

και το Παρίσι την άνοιξη

νιώθω απόλυτη ευφωρία, και βρίσκω τον κόσμο

να `ναι τελικά ωραίος και γεμάτος νειάτα.

 

Η φωνή γίνεται ξαφνικά επίμονη

σαν παράτονο βιολί στο Αυγουστιάτικο απόγευμα.

Είμαι σίγουρος πως πάντα καταλαβαίνεις

τα αισθήματα μου, σίγουρος πως νιώθεις

και πάνω απ’ το μεγάλο κόλπο μου απλώνεις το χέρι.

 

Είσαι αθάνατη, δεν έχεις Αχίλλεια φτέρνα

θα συνεχίσεις για καιρό κι όταν θα έχεις πια επιζήσει

θα πεις: σ’ αυτό το σημείο πολλοί έχουν αποτύχει,

αλλά τί να `χω φίλε μου, τί να `χω να σου δώσω

τί μπορεί να πάρεις από `μένα;

Μόνο τη φιλία μου και την συμπάθεια

κάποιου που έχει σχεδόν φτάσει στο τέλος του δρόμου του.

 

Εδώ θα μείνω και θα σερβίρω τσάι στους φίλους…

 

Παίρνω το καπέλο μου: πώς να προσθέσω κάτι

σ’ αυτά που μου έχει πει;

Το πρωί θα με δείτε στο πάρκο

να διαβάζω τα κόμικς και τη σελίδα των σπορτς.

Ιδιαίτερα θα υπογραμμίσω

ότι μια αγγλίδα κόμησα ανεβαίνει στη σκηνή.

Ένας Έλληνας δολοφονήθηκε στη χοροεσπερίδα των Πολωνών.

άλλος ένας πτωχευμένος τραπεζίτης ομολόγησε.

Διατηρώ τον τρόπο μου

παραμένω αυτοκυρίαρχος

εκτός όταν στο δρόμο, ένα πιάνο κουρασμένο και μηχανικό

ξαναπαίζει ένα παλιό πολυπαιγμένο τραγούδι

και με την ευωδία των υάκυνθων στον κήπο

ανακαλώντας πράγματα που άλλοι έχουν πεθυμήσει.

Είναι λογικές αυτές οι ιδέες ή όχι;

 

 

PORTRAIT OF A LADY by T S ELIOT

II

Now that lilacs are in bloom

She has a bowl of lilacs in her room

And twists one in her fingers while she talks.

“Ah, my friend, you do not know, you do not know

What life is, you who hold it in your hands”;

(Slowly twisting the lilac stalks)

“You let it flow from you, you let it flow,

And youth is cruel, and has no remorse

And smiles at situations which it cannot see.”

I smile, of course,

And go on drinking tea.

“Yet with these April sunsets, that somehow recall

My buried life, and Paris in the Spring,

I feel immeasurably at peace, and find the world

To be wonderful and youthful, after all.”

 

The voice returns like the insistent out-of-tune

Of a broken violin on an August afternoon:

“I am always sure that you understand

My feelings, always sure that you feel,

Sure that across the gulf you reach your hand.

 

You are invulnerable, you have no Achilles’ heel.

You will go on, and when you have prevailed

You can say: at this point many a one has failed.

 

But what have I, but what have I, my friend,

To give you, what can you receive from me?

Only the friendship and the sympathy

Of one about to reach her journey’s end.

 

I shall sit here, serving tea to friends ….”

 

I take my hat: how can I make a cowardly amends

For what she has said to me?

You will see me any morning in the park

Reading the comics and the sporting page.

Particularly I remark.

An English countess goes upon the stage.

A Greek was murdered at a Polish dance,

Another bank defaulter has confessed.

I keep my countenance,

I remain self-possessed

Except when a street-piano, mechanical and tired

Reiterates some worn-out common song

With the smell of hyacinths across the garden

Recalling things that other people have desired.

Are these ideas right or wrong?

 

 

~ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

 

cover

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΘΑΛΠΩΡΗ

 

Ένα βράδυ πήρα απ’ το τραπέζι τα δυο μισοτελειωμένα φορέμα-

τα και τ’ ακούμπησα στον καναπέ, η γυναίκα μου ήταν μια φτωχή

μοδίστρα, το πρωί “γιατί” μου λέει, “έκανες αυτήν την ακαταστα-

σία;” “Λάθος” της λέω “ίσα ίσα που συμμάζεψα λίγο το σπίτι”

“αλλά γιατί;” “μα θα ερχόταν κόσμος” της λέω “ποιος κόσμος;”

μου λέει με παράπονο — αφού δεν έρχεται ποτέ κανείς” “φτωχή

μου κοπέλλα είσαι τρελλή;” της λέω “κάθε βράδυ έρχεται πολύς

κόσμος” “εδώ σ’ εμάς;” έκανε και τα μάτια της έλαμψαν.

Από τότε άρχισε να μιλάει μόνη της τα βράδια, ώσπου τη βά-

λαμε στο άσυλο. Εγώ πήγα στης μητέρας μου, δε θυμάμαι πού —

γριά γυναίκα ήταν βλέπεις

κι είχε πεθάνει.

 

 

FAMILY WARMTH

 

One night I took two unfinished dresses from the table and

put them on the couch my wife was a poor seamstress, in the morning

“why you created that mess?”, “on the contrary” I said to her,

“I tidied up the house”, “but why?” “We expect visitors” I said

“what visitors?”  she said to me with a grumble — “no one ever comes”

“poor girl, you are crazy” I said “every night lots of people come”

“here to visit us?” she said and her eyes gleamed.

Since then she started talking to herself every night until we put

her in the asylum. I went to my mother’s, I don’t remember where —

she was an old woman, you see

and she had died.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ (Απόσπασμα)

V

Κάτσανε κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο
κοσκινίζοντας το σταχτὶ φως με τα χοντρά τους δάχτυλα
βγάλανε τις μπαλάσκες τους και λογαριάζαν πόσος μόχτος χώρεσε στο μονοπάτι της νύχτας
πόση πίκρα στον κόμπο της αγριομολόχας
πόσο κουράγιο μες στα μάτια του ξυπόλυτου παιδιού που κράταε τη σημαία.

Είχε απομείνει πάρωρα στον κάμπο το στερνὸ χελιδόνι
ζυγιαζόταν στον αέρα σα μία μαύρη λουρίδα στο μανίκι του φθινοπώρου.
Τίποτ᾿ άλλο δεν έμενε. Μονάχα κάπνιζαν ακόμα τα καμένα σπίτια.
Οι άλλοι μας άφησαν απὸ καιρὸ κάτου απ᾿ τις πέτρες
με το σκισμένο τους πουκάμισο και με τον όρκο τους γραμμένο στην πεσμένη πόρτα.
Δεν έκλαψε κανείς. Δεν είχαμε καιρό. Μόνο που η σιγαλιὰ μεγάλωνε πολὺ
κ᾿ είταν το φως συγυρισμένο κάτου στο γιαλὸ σαν το νοικοκυριὸ της σκοτωμένης.

Τί θα γίνουν τώρα όταν θα `ρθει η βροχὴ μες στο χώμα με τα σάπια πλατανόφυλλα
τί θα γίνουν όταν ο ήλιος στεγνώσει στο χράμι της συγνεφιάς σαν σπασμένος κοριὸς στο χωριάτικο κρεββάτι
όταν σταθεί στην καμινάδα του απόβραδου μπαλσαμωμένο το λελέκι του χιονιού;
Ρίχνουνε αλάτι οι γριὲς μανάδες στη φωτιά, ρίχνουνε χώμα στα μαλλιά τους
ξερρίζωσαν τ᾿ αμπέλια της Μονοβασιάς μη και γλυκάνει μαύρη ρώγα των εχτρών το στόμα,
βάλαν σ᾿ ένα σακκούλι των παππούδων τους τα κόκκαλα μαζὶ με τα μαχαιροπήρουνα
και ταριγυρνάνε έξω απ᾿ τα τείχη της πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο να ριζώσουνε στη νύχτα.

Θάναι δύσκολο τώρα να βρούμε μία γλώσσα πιο της κερασιάς, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη –
τα χέρια εκείνα που απομείναν στα χωράφια ή απάνου στα βουνὰ ή κάτου απ᾿ τη θάλασσα, δεν ξεχνάνε –
θάναι δύσκολο να ξεχάσουμε τα χέρια τους
θάναι δύσκολο τα χέρια πούβγαλαν κάλους στη σκανδάλη να ρωτήσουν μία μαργαρίτα
να πουν ευχαριστώ πάνου στο γόνατο τους, πάνου στο βιβλίο ή μες στο μπούστο της αστροφεγγιάς.
Θα χρειαστεί καιρός. Και πρέπει να μιλήσουμε. Ώσπου να βρουν το ψωμὶ και το δίκιο τους.

Δυο κουπιὰ καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα. Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα, κι ο αγέρας να φυσάει. Καμένο το χώμα. Πούναι ο ζευγολάτης;
Στάχτη η ελιά, τ᾿ αμπέλι και το σπίτι.
Βραδιὰ σπαγγοραμμένη με τ᾿ αστέρια της μες στο τσουράπι.
Δάφνη ξερὴ και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου. Δεν τ᾿ άγγιξε η φωτιά.
Καπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι – και να κοχλάζει μόνο το νερὸ στο κλειδωμένο σπίτι. Δεν πρόφτασαν να φάνε.

Απάνω στο καμένο τους πορτόφυλλο οι φλέβες του δάσους – τρέχει το αίμα μες στις φλέβες.
Και να το βήμα γνώριμο. Ποιὸς είναι;
Γνώριμο βήμα με τις πρόκες στον ανήφορο.

Το σύρσιμο της ρίζας μες στην πέτρα. Κάποιος έρχεται.
Το σύνθημα, το παρασύνθημα. Αδελφός. Καλησπέρα.
Θα βρει λοιπὸν το φως τα δέντρα του, θα βρει μία μέρα και το δέντρο τον καρπό του.
Του σκοτωμένου το παγούρι έχει νερὸ και φως ακόμα.
Καλησπέρα, αδερφέ μου. Το ξέρεις. Καλησπέρα.

Στην ξύλινη παράγκα της πουλάει μπαχαρικὰ και ντεμισέδες η γριὰ δύση.
Κανεὶς δεν αγοράζει. Τράβηξαν ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουν.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ᾿ αλώνι όπου δειπνήσαν μία νυχτιὰ τα παλληκάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα και το αίμα το ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ᾿ τ᾿ άρματα τους.
Την άλλη μέρα τα σπουργίτια φάγανε τα ψίχουλα της κουραμάνας τους,
τα παιδιὰ φτιάξανε παιχνίδια με τα σπίρτα τους που ανάψαν τα τσιγάρα τους και τ᾿ αγκάθια τῶν άστρων.

Κ᾿ η πέτρα όπου καθήσαν κάτου απ᾿ τις ελιὲς το απομεσήμερο αντικρὺ στη θάλασσα
αύριο θα γίνει ασβέστης στο καμίνι
μεθαύριο θ᾿ ασβεστώσουμε τα σπίτια μας και το πεζούλι της Αγιὰ-Σωτήρας
αντιμεθαύριο θα φυτέψουμε το σπόρο εκεί που αποκοιμήθηκαν
κ᾿ ένα μπουμπούκι της ροδιάς θα σκάσει πρώτο γέλιο του μωρού στον κόρφο της λιακάδας.
Κ᾿ ύστερα πια θα κάτσουμε στην πέτρα να διαβάσουμε όλη την καρδιά τους
σα να διαβάζουμε πρώτη φορὰ την ιστορία του κόσμου.

 

 

ROMIOSINI (Excerpt)

 

V

 

They sat under the olive trees in early afternoon sieving the gray light with their big fingers

they took off their cartridge belts and measured the anguish fitting the path of night

how much bitterness fits in the wild mallow’s knot

how much courage in the eyes of a shoeless child holding up the flag

 

Past its time the last swallow remained in the plains weighed himself in midair like a black band

on the sleeve of autumn

Nothing else remained; only the burnt up houses smoldering.

The others who left us some time ago lay under the rocks

with their ripped shirts and their oaths written on the fallen door

No one cried – we had no time; only silence became deeper

and the light gathered down the shore like the

orderly house of the dead woman.

 

What will become of them when the rain comes amid the rotten plane leaves in the soil?

What will happen to them when the sun dries up in a blanket of cloud

like a crushed bug in a villager’s bed?

when the snow stork stands embalmed on the chimney of last night?

Old mothers scatter salt in the fire they scatter soil over their hair

they have uprooted the grapevines of Monemvasia so that not a black grape

will ever sweeten the enemy’s mouth

they placed in a sack the grandfather’s bones along with their knives and forks

and they go around outside the walls of their country looking

where to grow roots in the night.

 

It’ll be hard to find a tongue less powerful less stony than the cherry tree’s –

those hands that were left in the fields or up on the mountains or down under the sea

do not forget they never forget –

it’ll be difficult for us to forget their hands

it’ll be hard for the hands that grew calluses on the trigger to ask a daisy

to say thank you on their knees or on the book or in the bosom of the starlight

it will take time and we need to speak up until they find their bread and their rights.

 

Two oars rooted down in the sand at dawn in rough seas. Where’s the boat?

A plow embedded in the soil and the wind blowing

burnt up earth Where is the plowman?

Ashes the olive tree the grapevine and the house

Night stitched on with her stars inside the sock

Dried laurel leaves and oregano in the middle-self on the wall Fire couldn’t reach it

smoked up cooking pot in the fire – and the water boils by itself in the locked up house.

They had no time to eat

 

The forest’s veins on their burnt door leaf – blood flows in the veins

And here is the familiar footstep. Who’s he?

Familiar footsteps going uphill the nails of their soles.

 

Crawl of root in the rock. Someone’s coming

The password the response a brother, good evening

So then light will find its trees the tree will find its fruit

the flask of the killed still has water and light

Good evening my brother Good evening.

 

The old Lady West sells herbs and embroidery in her wooden shack

no one buys them. They’ve reached up high.

It’s difficult for them to come down anymore.

It’s difficult for them to fit in their own height.

 

On the threshing floor where the braves ate one night

the olive pits and the dry blood of the moon remain

and their fifteen-syllabic armory

the cypresses and laurels remain all around

Next day sparrows ate the crumbs of their army bread

children made toys out of the matches

that lit their cigarettes and the stars’ thorns

 

And the rock where they sat under olive trees in the afternoon opposite the sea

it will become whitewash in the kiln tomorrow

day after we’ll paint our houses and the bench of Saint Savior

the day after that we’ll plant the seed where they fell asleep

and a pomegranate bud will flash its first baby smile on the breast of sunshine

After that we’ll sit on the soil to read all their hearts

as if we read from the world history for the first time.

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ: 1550-2017, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

NEO — HELLENE POETS, An Anthology of Modern Greek Poetry: 1550-2017, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2018

 

 

index!cid_37686FD8483E4EE08140DCAFC02D5FF2@userHP

Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ (ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ)

 
Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά

Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μια χαραυγή
τι κούραση τι κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τι μάτια παθιασμένα τι γυναίκες
τι έρωτες τι φωνές τι έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δωσ’ μου το χέρι σου τι κρύο

Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

 

 

DIFFICULT SUNDAY by MILTOS SACHTOURIS

 

I’ve been looking up at a better bird since morning

I’ve been better enjoying a snake wrapped around my neck since morning

 

broken cups on the carpet

purple flowers on the cheeks of the seer

when she lifts the skirt of Fate

something will sprout out of this joy

a new tree without blossoms

or a pure young eyelid

or a beloved word

that wouldn’t kiss the lips of forgetfulness

 

bells chime out there

my imaginary friends wait for me out there

they’re lifting and circling around a dawn

what tediousness, what tediousness

yellow dress — the embroidered eagle —

the green parrot — I close my eyes — it caws

always always always

the orchestra plays cheap tunes

what passionate eyes, what women

what loves, what cries, what loves

love my friend, blood my friend

give me your hand, my friend, such cold

 

it was freezing

I no longer know the time they all died

and I remained with my amputee friend

and with the bloodied twig as a companion

 

ANTHOLOGY OF NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, Autumn 2017