Archive for the ‘Έλληνες Καναδοί Ποιητές’ Category

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ;

 

Η κάθε λέξη είναι ένα θαύμα — είπε ο Αλέξανδρος. Σηκώνω

μια μικρή πέτρα, βρίσκω δυο μερμήγκια — το `να κουτσαίνει,

στέκομαι στο παράθυρο, ρίχνω τα μύγδαλα στο δρόμο, βλέπω

τον όμορφο δρομέα να χάνεται κάτω απ’ τα δέντρα. Ακούγεται

το κουδούνι της πόρτας. Πριν ανοίξω, μπαίνει η Ουρανία

κρατώντας ένα δίσκο σκεπασμένο με τα χαμένα κλειδιά μου.

 

 

 

CERTAINTY ?

 

Every word is a miracle – Alexander said. I lift

a small stone, I find two ants – one of them limps;

I stand by the window, I throw the almonds down the street; I see

the handsome runner vanishing under the trees. The doorbell

is heard. Before I open, Urania enters

holding a covered platter with my lost keys.

 

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

 

Τον ενδιέφερε — έλεγε — η ψυχολογία των ψαριών, όταν

οι σκιές τους περνούν στο κατάστρωμα του βυθισμένου πλοίου

κι έξω στο λιμενοβραχίονα μικρά κορίτσια με ναύτες

ανάβουν μεγάλες φωτιές κι ύστερα κάθονται στις άγκυρες και κλαίνε.

 

 

 

BY THE SEA

 

He was interested – he said – in the psychology of fish, when

their shadows are displayed on the deck of a sunken ship

and on the pier young girls with sailors

start big fires and then sit on anchors and cry.

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

 

cover

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

 

Τον συναντούσα συνήθως στη σκάλα, καμιά φορά ερχόταν στην

κάμαρά μου και μάζευε τις σκόρπιες καρφίτσες απ’ το πάτωμα, “θα

τις πάω στη Μαρία” έλεγε και σα να ντρεπόταν που η Μαρία είχε

πεθάνει — ύστερα όλα άλλαξαν, το σπίτι σκοτείνιασε, μόλις μπο-

ρούσες να ξεχωρίσεις τ’ αλλοτινά σημάδια, στο δρόμο έφεγγε ένα

κηροπήγιο σα να `ταν κάτι, λέει, κάτω απ’ το χώμα που δεν έπρε-

πε να το ξεχάσουμε, “κι εσύ γιατί σ’ αρέσει να σέρνεσαι σαν το

σκουλήκι” μου λέει, “Κύριε, θέλω να προλάβω” του λέω κι όταν

ακούστηκε το τραίνο που σφύριζε για δεύτερη φορά, «εδώ τελειώ-

νουν τα όνειρα» είπε κι έβρεχε, έβρεχε ασταμάτητα πάνω σ’ όλον

το μάταιο κόσμο.

 

 

 

GOODBYE

 

I would usually meet him by the stairs at times he would come to

my room to pick the thrown pins from the floor, “I’ll give them

to Maria” he would say as if embarrassed that Maria had died —

then everything changed, the house got dark, you could hardly

discern the old wounds; in the street a candle was lit as if

they said, there was something under the soil we shouldn’t forget

“and you, why you like to crawl like a worm?” He said to me “Sir

I try to make it on time” I said to him and when the train was heard

whistling for the second time, “here end the dreams” he said and

it rained an unrelenting rain over the whole futile world.

 

 

 

TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

 

ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ

 

Ήρθαν μαντατοφόροι, φέραν μηνύματα,

κάνιστρα, γλάστρες, ανθοδέσμες, κιβώτια,

ένα τεράστιο ασημένιο κηροπήγιο. Ο άνεμος

έριχνε κάτω τα δέντρα της αυλής. Ο υπηρέτης

ψυχρός, παρελάμβανε τα δώρα, υποκλινόταν.

Η αίθουσα της υποδοχής ήταν κλειστή. Τίποτα

δεν ακουγόταν μες στο σπίτι — βήματα, τρίξιμο, ομιλία

ή χτύπος μαχαιριών και ποτηριών. Ωστόσο

είδα απ’ την τζαμαρία ξαπλωμένο τον Οικοδεσπότη

επάνω στο μαρμάρινο τραπέζι, κι ένα αγόρι

του χτένιζε ήσυχα τη μακριά, μαύρη γενειάδα.

 

 

 

UNANSWERED

 

Messengers came, they brought news,

baskets, flowerpots, bouquets, boxes,

a huge silver candle holder. The wind

pushed down the trees of the yard. The cool

servant accepted the gifts; he bowed.

The receiving hall was closed. Nothing

was heard inside the house – footsteps, creaking, talk

nor clink of knives and glasses. However

I saw through the glass the Host lying down

on the marble table and a boy was slowly

combing his long, black beard.

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

cover

ΥΠΟΜΝΗΣΗ

Το δωμάτιο συνοικιακό, με λιγοστά έπιπλα, σαν περικοπή απ’
το Ευαγγέλιο — έτσι τέλειωσαν όλα γρήγορα κι η Ιωάννα κλαί-
γοντας πίσω απ’ το σταθμό, εξάλλου ήταν ένα μυστικό υπέροχο που
το ξεχνούσα μόλις πήγαινα να το πω, άνοιξα τότε τη θήκη του
βιολιού — και μόνο, καμιά φορά, με πιάνει το παράπονο και φοράω
τη γραβάτα μου μ’ έναν τέτοιο τρόπο, που να καταλάβουν, επιτέλους,
ότι είμαι από καιρό κρεμασμένος.
REMINDER

The room was in the suburbs, with a few pieces of furniture
like a Gospel quotation — so everything finished quickly and
Joanna cried and run back to the station; on the other hand it was
a secret that I’d forget it as I tried to mention it; then I opened the
violin case — and only, at sometimes when I grieve, I put on my
tie in such a way that they at least understand
I have been hanging for a long time.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

35774-tl
ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ
Βράδυ όμοιο σχεδόν με τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φως,
οι χαμένοι δρόμοι
κι άξαφνα κάποιος που σου λέει “είμαι φτωχός”, σαν να
σου δίνει μια μεγάλη υπόσχεση.

SIMPLE WORDS
The night almost same as all others: tediousness,
the faint light, lost paths
and suddenly someone says to you “I’m poor”, as though
giving you a great promise.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Ritsos_front large

ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Ώστε, λοιπόν, δεν είχαν όλα χαθεί. Το παράθυρο
έβλεπε ακόμη ένα κομμάτι πολιτεία, ένα κομμάτι
διαθέσιμο σχεδόν ουρανό. Ο μαραγκός, ο χτίστης,
μετέωροι στη σκαλωσιά, έρχονται πάλι πλησιέστερα.
Τα καρφιά, τα σανίδια έχουν, λοιπόν, κι άλλη χρήση,
και τ’ όνειρο πάλι κι ο τοίχος κ’ η ελάχιστη ανάσταση
κ’ η περίλυπη δόξα, χρήσιμη πάλι, θυμίζοντας
κείνες τις οδοντογλυφίδες στο τσεπάκι του γιλέκου
που, τόσα χρόνια πριν, είχαμε πάρει κρυφά
απ’ το φτηνό εστιατόριο μια χειμωνιάτικη νύχτα.
REFUTATION

So it seems it wasn’t all lost. The window
still looked out at a part of the city, an almost available
part of the sky. The carpenter, the builder,
dangling off the scaffold, they come closer again.
Then the nails, the planks, have another use
and the dream again, the wall and the faint resurrection
and the sorrowful glory, useful again, reminding us
those toothpicks in the small vest pocket
that, so many years ago, we had secretly taken
from the cheap restaurant one winter night.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

ritsos front cover

ΤΡΙΠΤΥΧΟ

1. Ώσπου βράδιασε

Κρατούσε στο χέρι του το χέρι της. Δε μιλούσε.
Άκουγε πέρα, ίσως και μέσα του,
τον άφθονο σφυγμό της θάλασσας.
Η θάλασσα, τα πεύκα, οι λόφοι, είταν το χέρι της.
Άν δεν της τόλεγε, πως θα κρατούσε το χέρι της;

Σώπασαν, ώσπου βράδιασε. Κάτω απ’ τα δέντρα,
είταν μονάχα ένα άγαλμα με τα δυο χέρια του κομμένα.

2. Μια γυναίκα

Η νύχτα αυτή, απροσπέλαστη, κανέναν δε φιλάει—
μόνη μέσα στο φόβο της μη δε βρεθεί κανείς να τη φιλήσει.

Με πέντε αστέρια-δάχτυλα κρύβει μια τούφα άσπρα μαλλιά
κ’ είναι έτσι ωραία σαν άρνηση του πιο ωραίου εαυτού της.

3. Τί φταίμε;

Κάτω απ’ τη γλώσσα σου είναι τα λεπτά κλωνάκια του άνηθου,
οι σπόροι των σταφυλιών και οι ίνες των ροδάκινων.
Μέσα στη σκιά που ρίχνουν τα ματόκλαδά σου
είναι μια γη ζεστή. Μπορώ να ξαπλώσω
και να ξεκουραστώ ανερώτητα, είπε.

Τί θέλει λοιπόν αυτό το “πιο πέρα”;
Καα συ τί φταίς, ανυποψίαστη, να μένεις με τα φύλλα;
Ωραία κι απλή μες στο χρυσό σχήμα της ζέστας σου;
Κ’ εγώ τί φταίω να προχωρώ μέσα στη νύχτα
δέσμιος στην ελευθερία μου, είπε, τιμωρώντας ο τιμωρημένος;

TRIPTYCH

1. Until Evening Came

Ιn his hand he held her hand. He wasn’t talking.
He was listening far away and perhaps inside him
to the ample pulse of the sea.
The sea, the pine trees, the hills were her hand.
If he didn’t say this to her, how could he hold her hand?

They kept quiet until evening came. Under the trees
was only a statue with his two severed hands.

2. A Woman

This night is unapproachable, doesn’t kiss anybody –
alone in her fear as though no one may come to kiss it.

With five stars – fingers she hides a strand of white hair
and thus she’s like a negation of her most beautiful self.

3. What is our fault?

Under your tongue hide the thin little dill stems,
the grape seeds and the peach strings.
In the shadow created by your eyelashes
rests a warm earth. I can lie down
and rest without any questions – he said.

Then what is the meaning of this ‘farther away’?
And what is your fault, unsuspecting, to stay with the leaves?
Beautiful and simple in the golden beauty of your warmth?
And what is my fault that I walk in the night
captive of my freedom, he said, I, the punishing, the punished?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

cover
ΤΩΡΑ μαθαίνουμε την υπομονή, πρόσωπα γεμάτα ρήγματα, όπου
χωρούσαν
λογιών κατατρεγμοί, κι άλλοτε παλιοί μύθοι έστεκαν στο δρόμο
και μας γύριζαν πίσω, λεηλασίες, πανικός, ερήμωση. Όμως είναι
στιγμές που στη μνήμη κάποιου περνάει, άξαφνα,
μια αχνή σκηνή απ’ τ’ αλλοτινά μεγάλα, και τότε οι ζητιάνοι
μαζεύουνε το χέρι τους
σαν να `ναι αρκετό, για σήμερα, το κέρδος.

 

NOW we learn of patience, faces full of cracks where
you could fit
various persecutions and at other times old myths stood in the road
and turned us back: lootings, panic, devastation. But there’re
moments that suddenly a fresh scene from old great events goes
through someone’s memory and then the beggars
pull back their hand
as though the profit was enough for today.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com

Ritsos_front large

Ο ΜΕΤΕΩΡΟΣ

Με τον καιρό οι παραστάσεις λιγοστεύουν. Το ίδιο και τα έπιπλα.
Το υπέδαφος, κούφιο, υποχωρεί. Δεν κρατάει
το βάρος της πέτρας ή του βήματος. Ένας άνθρωπος
λίγο-λίγο αφαιρεί τα περιττά και τα αναγκαία
για να σταθεί τουλάχιστον στον αέρα. Βαδίζει
δίπλα στα σύρματα του τηλεγράφου. Κάποτε, τα βράδια,
εγγίζει ψηλά τα λαμπιόνια της λεωφόρου, δοκιμάζοντας
τις αντιδράσεις της αφής του. Ανάμεσα στα δόντια του
κρατάει το ψαλίδι της τελικής συσκότισης, δίχως
ποτέ να το χρησιμοποιεί. Πιθανόν να φοβάται
τη συστροφή των καλωδίων, κ’ ίσως πιότερο ακόμη
αυτόν που κάθεται κει κάτω, στην τελευταία καρέκλα,
στο πεζοδρόμιο του φωταγωγημένου ζαχαροπλαστείου
πίνοντας με μελετημένες, ήσυχες, αργές γουλιές
ένα κίτρινο υγρό απ’ το μεγάλο, αστραφτερό ποτήρι.

~Αθήνα, 18-3-71

 

THE UNDECIDED

With time performances become less and less. Same as the furniture.
The subfloor, hollow, gives way. It cannot hold up
the weight of a stone or a footstep. A man
slowly-slowly removes the excess so
he can at least hover in midair. He walks
next to the telegraph wires. Sometimes, in the evening,
he touches the street lights, up high, trying
to see the reaction of his touch. Between his teeth
he keeps the scissors of total blackout, without
ever using them. Perhaps he’s afraid
the twisting of the wires or even more so
the person sitting down there, on the last chair,
on the sidewalk of the well-lit patisserie
drinking with thoughtful, calm, slow gulps
a yellow drink from the large, shining glass.

~Athens, 18-3-71
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca