Archive for 04/10/2022

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III


Πώς έγινε και με θυμήθηκαν; Εμένα κανένας ποτέ δε με θυμάται. Κανένας
ποτέ δε με πρόσεξε. Παράπονο δεν έχω. Καλά μου ήταν όλα,
κι ίσως καλύτερα έτσι.
Ξέρετε, στο πέρασμα του χρόνου,
τα πάντα, όσο πικρά ή και τρομερά, μας φαίνονται σαν απαραίτητα,
σαν χρήσιμα κι όμορφα μάλιστα. Και τούτο το τραχύ βουνό από πάνω μου
ήταν μια συντροφιά —μια προστασία σχεδόν,— ντυνόμουν τον ίσκιο του.

Λοιπόν, μέσ’ από την αφάνειά μου, χαιρόμουν να βλέπω και ν’ ακούω. Μπορούσα
να ονειρεύομαι ελεύθερα. Ήταν όμορφα, αλήθεια — σα να ’ζησα
έξω απ’ την ιστορία, σ’ έναν δικό μου ανέγγιχτο, απόλυτο χώρο,
προφυλαγμένη, και παρούσα ωστόσο.
Ώρες ολόκληρες παρατηρούσα
το αποκλεισμένο νερό μες στο ποτήρι με τους σάπιους μίσχους
από λουλούδια ξεχασμένα εκεί· — κάτι βελούδινο και γλοιώδες
έμενε στο ποτήρι, απλωνόταν στην κάμαρα, σ’ όλο το σπίτι —

What happened and have they remembered me? No one ever

remembered me, no one ever paid attention to me. I don’t

complain, they’ve all been good to me

and perhaps it was better that way.

You know, as time goes by, everything, while bitter and

horrible, seems to be necessary to us, even useful and

beautiful. And this rough mountain above me has been

my company, a protection almost; I used to dress under

its shade.

Therefore I enjoyed seeing and hearing in my isolation.

Ι could dream freely. Everything was nice, truly, as if

I lived outside of history, in my own untouched, unique

space, protected yet always present. 

I could observe for hours the glass with the stagnant water

and the rotten stems of flowers forgotten in it; something

slimy and velvety remained in the glass; it was spreading

in the room, in the house. 

Übermensch, by Manolis Aligizakis

Posted: 04/10/2022 by vequinox in Literature


     Ο δεύτερος μήνας της προδοσίας έφτασε, ακούς εκεί

που τόλμησε ο θεός μας να πεθάνει: κι εμείς είχαμε φτάσει

κιόλας τόσο μακρυά που νιώσαμε ανάγκη να το φωνάξουμε

από το βάθος των πνευμόνων μας, όλοι να μας ακούσουν

οι γείτονες: “είμαστε ακόμα εδώ κι είμαστε ακόμα πιο φτωχοί”.

     Σύριγγες ναρκωτικών κείτονταν άδειες στο γρασίδι.

Οι συγγενείς μας ακούσανε τα νέα, ένας μάλιστα δάκρυσε

και γιόμισε άλλο ένα ποτήρι κονιάκ για τους αγίους μας

που πέθαναν από συμφορά, τι άλλο περίμεναν να κάνουμε

την ώρα τούτη της αναμέτρησης;

     Ξαφνικά κι ο πτωχευμένος ιερέας αφού αρνήθηκε να φάει

απ’ το τραπέζι μας έφυγε, μα δεν ξέχασε να διεκδικήσει

μια θέση στον παράδεισό του, τέτοιος άνδρας αρχών

που ήταν, και ξέραμε ότι το ερειπωμένο σπίτι του παπά

ο Χάρος είχε κιόλας καταλάβει.


It was the second month of his betrayal, he dared died,

our God and we had come so far that we felt the need

to yell it from the depths of our lungs to make sure

the neighbors heard it: we were still here and we were

still poor.

Emptied syringes laid on the ground, relatives heard

the news, one of them, teary eyed, filled a glass

of brandy to our saints who died of sorrow, truly what

else was expected of us at this hour of reckoning?

Suddenly the bankrupt priest refused to eat with us

and taking his leave didn’t forget to claim his right to

his heaven, a man of principles that he was and

we knew the vacated house of the priest was already

occupied by Hades.