Archive for 28/09/2022

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

AJAX


Τότε θυμήθηκα τη Σαλαμίνα — κάτι ωχρά πρωινά με ομίχλη και ψιχάλα
που έσβηναν όλα μες στο χρόνο — βάρκες, άγκυρες, κρασοπουλειά, ψαροπωλεία
κι έφεγγε μόνο ο δρόμος ασημένιος, ολομόναχος, προχωρώντας αόριστα κάπου,
στρίβοντας κάθε τόσο, ξαναστρίβοντας για ν’ αποφύγει αόρατα εμπόδια
ή για την ίδια του ευχαρίστηση, μ’ εκείνο το άσπρο ασημένιο.

Στο σπίτι, βρήκα τη μητέρα καθισμένη στην τραπεζαρία,
σκυφτή, στοχαστική, περνώντας σε λεπτή κλωστή μαργαριτάρια
λευκά, γαλαζωπά, ασημένια. «Τί θα τα κάνεις, μητέρα;» της είπα.
Κι εκείνη: «Θα τα ρίξω στο πηγάδι». Χαμογέλασε. «Μα τότε
γιατί τ’ αρμαθιάζεις;». Την κοιτούσα. Δε σήκωσε τα μάτια. «Κείνη που θα τα φορέσει
έτσι τα θέλει», αποκρίθηκε. Και μονομιάς κατάλαβα
πως μέσα σε κάθε πηγάδι, και μέσα μας, είναι μια όμορφη γυναίκα πνιγμένη,
μια πνιγμένη γυναίκα που δε λέει να πεθάνει, κι ούτε ξέρω τί σημαίνει,
καρτερική, καρτερική, κάτω απ’ το θόρυβο που κάνουν τ’ άλογα, τ’ αμάξια, τ’ άρματά μας.

Άνοιξε τα παράθυρα, άνοιξε την πόρτα, ξεμαντάλωσε τη μάντρα.
Δεν είναι τίποτα. Θα βγω για λίγο να πλυθώ στο ποτάμι. Πες στον Τεύκρο —
Αλήθεια, πού ’ναι ο Τεύκρος; Τεύκρο, Τεύκρο. Πάρτε τα κι αυτά τα ζώα.

Πάω να πλυθώ, να πλύνω το σπαθί μου· — ίσως και βρω έναν άντρα να τα πούμε.
Τί όμορφη μέρα, —ω φέγγος του ήλιου, ποτάμι χρυσό— Γεια σου, γυναίκα.


Then I remembered of Salamis, some pale mornings,

foggy and drizzly that faded in time, boats, anchors,

wineries,  fish markets where only the silvery road

gleamed, all alone, leading to some vague place, ever

so often turning, just to avoid invisible obstacles or its

own pleasure with that silvery white. 

I found mother at home; she was sitting in the dining

room, stooping, thoughtfully passing white, light-blue,

silvery pearls through a light thread. What will you

do with them, mother? I asked. I’ll throw them in

the well, she smiled, but then why you pass them

through the thread? I looked at her. She didn’t raise

her eyes, the one who will put them on wants them

this way, she answered. And at once I understood that

there’s a beautiful woman drowned in each water well,

a drowned woman who doesn’t seem ready to die, and I

don’t know what it means, a resigned woman, under

the noise of the horses, and chariots, and our armory.

Open the windows, open the door, unseal the gate.

It’s nothing. I’ll go to the river to wash. Tell Teucer —

where is Teucer? Teucer, Teucer. Take these animals

too.

I’m going to wash, to clean my sword, perhaps

I’ll find a man to talk to. What a beautiful day,

oh, bright sunlight, golden river. Goodbye woman.

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Ο γυάλινος θεός

Μου πρόσφεραν ένα θεό
Καμωμένο από γυαλί
Και μου είπαν προσκύνα
Προσπάθησα
Να συζητήσω να μάθω
Και μου είπαν προσκύνα
Αρνήθηκα γέλασα
Έκλαψα πικράθηκα
Και μου είπαν προσκύνα
Τότε άρπαξα το ομοίωμα
Το πέταξα στη γη
Και το ’κανα κομμάτια

Μέσα σε κάθε κομμάτι
Ένας μικρός θεός
Μέσα σε κάθε θεό
Ένα χαμόγελο
Μέσα σε κάθε χαμόγελο
Η εικόνα του εαυτού μου
Έπεσα και προσκύνησα
Τους μικρούς θεούς μου
Κι εγώ παρέμεινα
Ο ένας
Ο μοναδικός.

Από τη συλλογή Σκοτεινός θάλαμος (1975) του Αργύρη Μαρνέρου

Πηγή: Χειροκροτήστε [ποιητική τριλογία 1972-1980] (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αργύρης Μαρνέρος

View original post

ΕΛΛΑΣ

Η αίθουσα του Παρθενώνα στο Μουσείο Ακρόπολης

Γράφει η Μαρία Θερμού

  • Η κλοπή
  • Οι καταστροφές
  • Η πολυχρωμία και ο «καθαρισμός»
  • Τα αντίγραφα

Έχουν υποστεί μεγάλες αλλαγές στη διάρκεια της ιστορίας τους, σοβαρή καταστροφή από τον λόρδο Έλγιν αλλά και μία νεότερη από την βαρβαρότητα «καθαρισμού» τους από το Βρετανικό Μουσείο. Για τα Γλυπτά του Παρθενώνα ο λόγος αλλά και για τον ίδιο τον ναό, η επιρροή του οποίου, όπως και γενικότερα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής υπήρξε μεγάλη στα δημόσια κτίρια σπουδαίων πόλεων σε όλο τον κόσμο.


View original post 961 more words