Archive for 07/08/2022


YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III

AJAX

Αυτοί που φύγαν γυρίζουν αθόρυβα κοντά μας, απ’ τους δρόμους
τους πιο κοντινούς, πάνω απ’ τους λόφους με τα λιόδεντρα, μέσ’ απ’ τ’ αμπέλια, —
τους είδα όπως γυρνούσα σπίτι. Μου έγνεφαν. Οι καπνοδόχοι
ήταν σα μαύρα αγάλματα πάνω στις στέγες. Περνούσαν
σκοτεινοί, σκοτεινοί και μουγγοί, σαν τα δέντρα της όχθης γραμμένα
στο φωτεινό κομμάτι των νερών. Ένα άσπρο φεγγάρι
στέκεται πάνω στους ολημερίς — δεν τους φωτίζει. Διασχίζουν το δρόμο,
κοιτούν μες στα ψιλικατζίδικα τις καραμέλες σκεπασμένες με τουλπάνι,
κοιτούν τις χαρτονένιες κούκλες με τους σπάγγους, τα τσιγάρα, τα σπίρτα,
τα τσιμπιδάκια, τις εφημερίδες — δε διαβάζουν μήτε τους τίτλους. Κοιτιούνται
στη σκονισμένη βιτρίνα του ψωμάδικου. Σαν ξερά χόρτα
τους πέφτουν τα μαλλιά στα μάγουλα, στο πηγούνι, στους ώμους.

Those who passed return to us silently, through near pathways,

over hills with olive groves, through grapevines: I saw them

when I was returning home. They signaled to me. The chimneys

resembled black statues over the roofs; all dark chimneys were

passing like deaf trees written on the sunlit face of the water.

A white moon hovered over them all day long, it didn’t light

them. The dead crossed the road, examined the kiosks, candies,

covered with the cloth, they looked at the paper dolls with strings,

cigarettes, matches, cloths-pegs, newspapers, they didn’t even

read the headlines. They looked at themselves in the dusty display

window of the bakery. Their hair, like dry grass, fell on their

faces, chin, shoulders.

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Posted: 07/08/2022 by vequinox in Literature

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Night Visitor 1972

ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ

     Βράδιαζε και χτυπούσαν ακόμα τα σφυριά στήνοντας το ικρίω-

μα, δεν είχαν ακούσει τη μεγάλη είδηση του αίματος, δεν ξέρανε

πως είχα δραπετεύσει κι έγλειφα κιόλας τη χυμένη ζάχαρη στο

πάτωμα, μην τρίξουν τα βήματα της παραδουλεύτρας και τη διώ-

ξουν.

     Όμως έπρεπε κι εγώ να ζήσω, να κάνω ένα επάγγελμα, πήγα

στους αργυραμοιβούς και μ’ έδιωξαν, γιατί κατέβαιναν τα πουλιά

και τρώγαν το χρυσάφι μέσα στα χέρια μου, κάθισα στην είσοδο του

ναού και μου `ριξαν τις τρύπες των αμτιών τους μεςς το καπέλλο

μου.

     Όλα τέλειωσαν στο νεκροταφείο, με μια σιγανή βροχή, με λίγο

φτηνό κονιάκ στα ερειπωμένα μικρομάγαζα, που αύριο θα έχουν

κι εκείνα τη θέση τους στο υπερπέραν.

      Θυμάμαι τη νύχτα που παρίστανα την κούκλα στο φτωχό μοδι-

στράδικο κι οι καρφίτσες που μου κάρφωσαν, όταν πεθάνω, θα `ναι

τα σημάδια για να με ξαναβρίσκουν.

      Από τότε μου `μεινε αυτός ο ανεμοστρόβιλος του σκύλου που

τρελαίνεται. Όταν τον βρουν νεκρό, έξω απ’ την πόλη, έχει λίγο

αφρο στο στόμα και το μαχαίρι μιας ανείπωτηςε εικόνας στα μάτια,

     όπως οι ήρωες.

Having no Trade

It was getting dark and they still hammered along putting

together the gallows, they hadn’t heard the great news

about blood, they didn’t know I had escaped and I was

already licking the sugar spilled on the floor just to conceal

the steps of the maid so they wouldn’t fire her.

     However I had to survive too, I had to find a job; I went

to the money changers who send me away since the birds

flew low and grabbed the gold off my hands; I sat outside

the church and people threw the holes of their eyes in my hat.

       Everything was finished in the cemetery, in the light rain,

with a few cheap cognacs at the local tavern which will have

its place in the beyond.

       I remember the night when I played the role of the doll

and all the dress pins they poked in me, when I’ll die, will

guide them to come and find me.

       Since then I’ve been left with that wind-whirl of the dog

that’s gone mad. When they’ll find it outside the city, it’ll

have a bit of froth in its mouth and the cut of an indescribable

image in its eyes: like the heroes’.

To Koskino

Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση — Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής — πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους…

View original post 171 more words

Daily Dose of Bhagwad Gita

Posted: 07/08/2022 by vequinox in Literature

Be Inspired..!!

Quotes on Gita :‘If one reads Bhagavad-Gita very sincerely and with all seriousness, then by the grace of the Lord the reactions of his past misdeeds will not act upon him’Lord Shiva to Parvatidevi, Gita-Mahatmya.

No other philosophical or religious work reveals, in such a lucid and profound way, the nature of consciousness, the self, the universe and the Supreme. I will shall read (Youtube Link Attached) Gita verses from the book “Bhagvad-Gita As It Is” by Swami Prabhupada everyday.

Chapter 3 – Verse 11

Text 11 – The demigods, being pleased by sacrifices, will also please you, and thus, by cooperation between men and demigods, prosperity will reign for all.

Purport – The demigods are empowered administrators of material affairs. The supply of air, light, water and all other benedictions for maintaining the body and soul of every living entity is entrusted to the demigods, who are…

View original post 229 more words