Constantine P. Cavafy – Poems

Posted: 05/08/2022 by vequinox in Literature


Απ’ τές δεκάμισυ ήτανε στό καφενείον,

καί τόν περίμενε σέ λίγο νά φανεί.

Πήγαν μεσάνυχτα—καί τόν περίμενεν ακόμη.

Πήγεν η ώρα μιάμισυ  είχε αδειάσει

τό καφενείον ολοτελώς σχεδόν.

Βαρέθηκεν εφημερίδες νά διαβάζει

μηχανικώς. Απ’ τά έρημα, τά τρία σελίνια του

έμεινε μόνο ένα  τόση ώρα πού περίμενε

ξόδιασε τ’ άλλα σέ καφέδες καί κονιάκ.

Κάπνισεν όλα του τά σιγαρέτα.

Τόν εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί

κιόλας μονάχος όπως ήταν γιά ώρες, άρχισαν

νά τόν καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές

τής παραστρατημένης του ζωής.

Μά σάν είδε τόν φίλο του νά μπαίνει—ευθύς

η κούρασις, η ανία, η σκέψεις φύγανε.

Ο φίλος του έφερε μιά ανέλπιστη είδησι.

Είχε κερδίσει στό χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες.

Τά έμορφά τους πρόσωπα, τά εξαίσιά τους νειάτα

η αισθητική αγάπη πού είχαν μεταξύ τους

δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν

απ’ τές εξήντα λίρες τού χαρτοπαικτείου.

Κι όλο χαρά καί δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης

πήγαν—όχι στά σπίτια τών τιμίων οικογενειών τους

(όπου, άλλωστε, μήτε τούς θέλαν πιά)

σ’ ένα γνωστό τους, καί λίαν ειδικό,

σπίτι τής διαφθοράς πήγανε καί ζητήσαν

δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, καί ξαναήπιαν.

Καί σάν σωθήκαν τ’ ακριβά πιοτά

καί σάν πλησίαζε η ώρα τέσσερες,

στόν έρωτα δοθήκαν ευτυχείς.



He had been in the café since ten-thirty,

and was expecting him to show up anytime.

Midnight came—and he still waited.

One-thirty in the morning; and the cafe

was almost completely empty.

He got tired of reading newspapers

mechanically. From his three solitary shillings

he only had one left: he waited so long

he spent all the rest on coffees and cognacs.

He had smoked all his cigarettes.

All this waiting exhausted him. Because

he had been alone for hours, he began to

to be overwhelmed by disturbing thoughts

of his morally corrupt life.

But as he saw his friend coming in— at once

the tiredness, the boredom, the thoughts vanished.

His friend brought unexpected news.

He had won sixty pounds gambling.

Their handsome faces, their exquisite youth,

the sensual love they felt for each other

were refreshed, revived, invigorated

by the sixty pounds from the gambling house.

And full of joy and strength, feeling and beauty

they went—not to the homes of their honorable families

(where they were not welcomed anyway):

they went to a well known to them very special

and friendly house of vice, and asked for a room,

and ordered expensive drinks, and they drank again.

And when the expensive drinks were gone,

and it was almost four in the morning

they gave themselves happily to love.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s