Archive for 02/08/2022

Moonlight Sonata by Yannis Ritsos

Posted: 02/08/2022 by vequinox in Literature

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books

Moonlight Sonata

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,
έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε σα λαξευμένοι σε 
άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ’
ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν
αντέχω.
Άφησε με να’ έρθω μαζί σου.

I know it’s late Let me come

because for so many years day and night and purple noon

I remained lonely unyielding adamant and immaculate

still in my marriage bed immaculate and lonely

writing glorious verses on the knees of God

verses that I assure you will remain as incised in

impeccable marble

beyond my life and your life farther beyond It’s not enough

Let me come with you

Moonlight Sonata 193

This house cannot contain me anymore

I can’t endure carrying it on my back

you have to always be careful very careful

to support the wall with the large buffet

to support the buffet with the very old engraved table

to support the table with the chairs

to support the chairs with your arms

to place your shoulder under the dangling beam

And the piano is like a closed black casket You don’t dare open it

You have to always be careful very careful so that they won’t fall

so that you

won’t fall I cannot stand it

Let me come with you

Ithaca Poems # 521

Posted: 02/08/2022 by vequinox in Literature

The Love of Two Trees

Two trees were madly in love
The vindictive lumberjack
Cut their trunks off
He took them home
By chance the two trees met in the fire place
They embraced happily
And burned together.

Hussein Habasch (1970) Afrin, Kurdistan

Translated by Muna Zinati

ΑΓΑΠΗ ΔΥΟ ΔΕΝΤΡΩΝ

Δυο δέντρα αγαπιόντουσαν βαθειά

κι ο άσπλαχνος τα `κοψε ξυλοκόπος

που τα `φερε στο σπίτι του

όπου τυχαία συναντήθηκαν στο τζάκι

κι ευτυχισμένα αγκαλιάστηκαν

μαζί για να καούν.

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

To Koskino

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΔΙΤΗΣ

Συνήθως, τα βιβλία που διαβάζουμε για την ελληνική μετανάστευση και γενικά την ελληνική Διασπορά ανά τον κόσμο, είναι κυρίως ιστορικά και δεν μιλούν περιληπτικά για την καθημερινή ζωή και για τα επιτεύγματα ή μη των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες υποδοχής τους. Ή ελάχιστα είναι εκείνα τα βιβλία και οι εργασίες που εμπίπτουν ακόμα και στην κατηγορία της προφορικής ιστορίας.

Όμως στο βιβλίο αυτό, ο συγγραφέας Κώστας Κατσάπης, διαχειρίζεται την ξενιτιά, τη φτώχεια, την ξενοφοβία, τα ήθη, τα έθιμα και τις όποιες ριζωμένες προκαταλήψεις, με άκρως λογοτεχνικό τρόπο εν είδει πολιτισμικής γραφής. Γιατί το βιβλίο «Αυστραλία: Δέκα Ιστορίες» είναι λογοτεχνία και όχι σκέτη ιστορία ή μια επιστημονικά δομημένη ανάλυση. Είναι δέκα ιστορίες που πραγματεύονται λογοτεχνικά και όχι με τον τρόπο των ιστορικών και των αναλυτών, τα προσωπικά αφηγήματα που ξεδιπλώνονται στις σελίδες του.

Οι εποχές που διαπερνούν τις ιστορίες που παρατίθενται εδώ, είναι η μεταπολεμική Ελλάδα και η μαζική…

View original post 487 more words

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Επί της ουσίας (5)

Έγγραφε νου!
Πόσο σε απασχολεί η πραγματικότητα,
τούτη η πολύτεκνη που ντύνει τα παιδιά της
με αποφόρια.

Κάθε φορά που η τέχνη σου
ρουφά απ’ τις ρώγες της το ξινισμένο γάλα
–θέλω να πω: κάθε φορά
που γίνεται τροφή η αυταπάτη–
(καλύτερα όμως να φανεί ότι η πείνα σου
είναι η σοφία του ομοιόθερμου
ν’ αποθηκεύει τις θερμίδες του χειμώνα),

σκέφτεσαι
(με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς των συνειρμών σου)
μήπως η ίδια η τέχνη σου
είναι το αλέτρι τ’ ουρανού που εκχερσώνει
τη λυρική αμμουδιά των στοχασμών σου
(βαθιά αυλακιά στην ομορφιά
και προπαντός στην πλαστική του ύφους)
– ό,τι έχεις για κληρονομιά απ’ την κοσμογονία∙

μήπως η ίδια η τέχνη σου οδηγεί
σαν τσομπανόσκυλο τις λέξεις στο μαντρί τους.

Motti στην αρχή του βιβλίου:
Το πρόβλημα με τον Άιχμαν ήταν ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν, και οι περισσότεροί τους δεν ήταν διεστραμμένοι ούτε…

View original post 207 more words