Archive for 28/05/2022

Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

Ημερολόγια Εξορίας//Exile Diaries

25 Απριλίου

Εφέτος τα κοράκια είναι τα κεραμίδια

στη στέγη του καλοκαιριού.

Ο φόβος ψάχνει σαν το χέρι του τυφλού

για το χερούλι της πόρτας.

Εσύ κάθεσαι στην πέτρα

είσαι ήσυχος γιατί `σαι κουρασμένος

είσαι καλός γιατί φοβήθηκες πολύ

ξεχνάς εύκολα γιατί δε θέλεις να θυμάσαι

δεν ξεχνάς.

25th of April

This year crows become tiles

on the roof of summer.

Fear gropes, like the hand of the blind,

to find the door handle.

You sit on a rock

quietly, since you’re tired,

you’re true

since you fear a lot

you forget easily

since you don’t want to remember

you don’t forget.

George Seferis-Collected Poems

Posted: 28/05/2022 by vequinox in Literature




Quid πλατανῶν opacissimus?

Ὁ ὕπνος σὲ τύλιξε, σὰν ἕνα δέντρο, μὲ πράσινα φύλλα,
ἀνάσαινες, σὰν ἕνα δέντρο, μέσα στὸ ἥσυχο φῶς,
μέσα στὴ διάφανη πηγὴ κοίταξα τὴ μορφή σου
κλεισμένα βλέφαρα καὶ τὰ ματόκλαδα χάραζαν τὸ νερό.
Τὰ δάχτυλά μου στὸ μαλακὸ χορτάρι, βρῆκαν τὰ δάχτυλά σου
κράτησα τὸ σφυγμό σου μιὰ στιγμὴ
κι ἔνιωσα ἀλλοῦ τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς σου.

Κάτω ἀπὸ τὸ πλατάνι, κοντὰ στὸ νερό, μέσα στὶς δάφνες
ὁ ὕπνος σὲ μετακινοῦσε καὶ σὲ κομμάτιαζε
γύρω μου, κοντά μου, χωρὶς νὰ μπορῶ νὰ σ᾿ ἀγγίξω ὁλόκληρη,
ἑνωμένη μὲ τὴ σιωπή σου
βλέποντας τὸν ἴσκιο σου νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ μικραίνει,
νὰ χάνεται στοὺς ἄλλους ἴσκιους, μέσα στὸν ἄλλο
κόσμο ποὺ σ᾿ ἄφηνε καὶ σὲ κρατοῦσε.

Τὴ ζωὴ ποὺ μᾶς ἔδωσαν νὰ ζήσουμε, τὴ ζήσαμε.
Λυπήσου ἐκείνους ποὺ περιμένουν μὲ τόση ὑπομονὴ
χαμένοι μέσα στὶς μαῦρες δάφνες κάτω ἀπὸ τὰ βαριὰ πλατάνια
κι ὅσους μονάχοι τους μιλοῦν σὲ στέρνες καὶ σὲ πηγάδια
καὶ πνίγουνται μέσα στοὺς κύκλους τῆς φωνῆς.
Λυπήσου τὸ σύντροφο ποὺ μοιράστηκε τὴ στέρησή μας καὶ τὸν ἱδρώτα
καὶ βύθισε μέσα στὸν ἥλιο σὰν κοράκι πέρα ἀπ᾿ τὰ μάρμαρα,
χωρὶς ἐλπίδα νὰ χαρεῖ τὴν ἀμοιβή μας.

Δῶσε μας, ἔξω ἀπὸ τὸν ὕπνο, τὴ γαλήνη.


Quid πλατανών opacissimus?*

Sleep wrapped you, like a tree with green leaves

you breathed like a tree in the serene light

in the diaphanous spring I looked at your face

closed eyelids, eyelashes touching the water.

My fingers found yours in the soft grass

I kept your pulse for a moment

and I felt the pain of your heart elsewhere.

Under the plane tree, by the water, amid the laurels

sleep moved you and scattered you

around me, close to me, and I couldn’t touch the whole of you

as you were joined with your silence

seeing your shadow grow and diminish

vanish among the other shadows, in the otherworld

that let you free and held you back.

The life that they gave us to live, we lived.

Feel sorry for those who wait with such patience

lost amid the black laurels under the heavy plane trees

and those who alone speak to the cisterns and the wells

and drown in the circles of voice.

Feel sorry for the comrade who shared our deprivation and our sweat

and sunk inside the sun like a crow beyond the statues

without hope of enjoying our reward.

Give us, beyond the sleep, serenity.